Ο μοναχός Νικόδημος ασκήτεψε περίπου είκοσι χρόνια στο Άγιο Όρος, ενώ τα τελευταία τριάντα ασκητεύει στην Αθήνα, γράφοντας, ζωγραφίζοντας και συνθέτοντας. Κυριακή πρωί περπατάω σε ένα στενό της Αχαρνών, για να τον επισκεφθώ στο σπίτι του. Δεν χρειάζεται να εντοπίσω το νούμερο της διεύθυνσής του. Ο ήχος του πιάνου που βγαίνει από τ’ ανοιχτά παράθυρα ενός ισογείου με οδηγεί σ’ αυτόν.

 

«Και συνεχίζω να ζω αψηφώντας τις φοβίες μου./ Δεν ακούω πια τη ζωή που ουρλιάζει έξω, στην οδό Αχαρνών./ Ποτίζω το νυχτολούλουδο της ψυχής μου / και κτίζω τον κόσμο τον δικό μου / σ’ ένα διαμέρισμα υγρό και σκοτεινό»

 

Είναι ένας ποιητής που εφαρμόζει τους στίχους του κατά γράμμα. Δεν φοβήθηκε να με δεχτεί σπίτι του, αν και την αυτοπρόσκλησή μου την είχα συνοδεύσει με την άχρηστη διαβεβαίωση ότι θα φοράω μάσκα.

 

Η μοναχικότητα είναι μια πνευματική ιδιότητα του ανθρώπου. Ο μοναχικός άνθρωπος είναι αυτός ο οποίος ενδοσκοπείται. Από κει και πέρα, ο καλλιτέχνης είναι μοναχικός άνθρωπος, αλλά, από την άλλη, έχει και μια αντίφαση: έχει ανάγκη τους άλλους ανθρώπους, γιατί αυτό που παράγει, η τέχνη, απευθύνεται στους ανθρώπους.

 

— Δεν φοβάστε τον ιό;

Οι φοβίες είναι κάτι το φυσιολογικό στον άνθρωπο, αλλά όχι να φτάνουμε σ’ αυτή την υστερία. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια υστερία, η οποία καταστρέφει επαγγέλματα, ανθρώπους, την ψυχολογία του απλού ανθρώπου.

 

— Είναι φοβία ή φόβος;

Περνάει μέσα από τα μέσα ενημέρωσης μια πραγματικότητα εικονική, μια πραγματικότητα όπως την παρουσιάζουν οι σκηνοθέτες της. Και δημιουργούν μια υστερία, μια φοβία. Αντί να δώσουν στον κοσμάκη ένα φάρμακο να γιατροπορευτεί, τους βάζουν στα νοσοκομεία, και μετά γεμίζουν τα νοσοκομεία. Και λένε «τώρα θα κλείσουμε την εστίαση, θα κλείσουμε τα μαγαζιά». Και τι θα γίνει με τους ανθρώπους; Θα τρελαθούν κλεισμένοι μέσα στα διαμερίσματα; Έχουμε έναν χρόνο τώρα μ’ αυτή την κατάσταση.

 

— Γίναμε όλοι μοναχοί τελικά.

Εγώ το ’χα συνηθίσει, αλλά αγανακτώ γιατί υπάρχει μια παράνοια σε αυτό που εφαρμόζεται.

 

Μοναχός Νικόδημος πίνακες
Κάθε άνθρωπος έχει ένα παράπονο στη ζωή του. Αυτά που μας συμβαίνουν στη ζωή, θετικά ή αρνητικά, σφυρηλατούν τον χαρακτήρα μας και πρέπει, αν είμαστε δυνατοί, να τα αντιμετωπίζουμε. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Δεν χαίρεστε που προσαρμόστηκε η ανθρωπότητα στη δική σας κατάσταση;

Όχι, δεν χαίρομαι. Θέλω τους ανθρώπους να είναι ελεύθεροι, να χαίρονται τη ζωή, γιατί αυτά που προσφέρει ο καλλιτέχνης είναι για τη χαρά της ζωής, για την απόλαυση της ζωής. Θα πας σε μια συναυλία, σε ένα ωδείο, ν’ ακούσεις μουσική, να δεις τους μουσικούς να παίζουν. Είναι άλλη αυτή η επικοινωνία και άλλο να τους βλέπεις στην οθόνη. Να βλέπεις ένα έργο ζωγραφικής σε μια γκαλερί, να ακούς έναν ποιητή να σου διαβάζει ένα ποίημά του σε μια συγκέντρωση ανθρώπων.

 

— Ο κόσμος, όμως, γιατί συμμορφώνεται; Μήπως είχε ανάγκη να πιστέψει σε έναν νέο φόβο; Μήπως ο ιός ήρθε να καλύψει την ανάγκη για μια νέα πίστη;

Ο απλός άνθρωπος θέλει την ασφάλειά του. Όποιος του τάζει ασφάλεια τού είναι αρεστός. Έπειτα, στην αρχή δώσανε επιδόματα. Είχα πάει πέρσι σ’ ένα μαγαζί και μου είπανε «καλά θα είμαστε τώρα, θα καθόμαστε σπίτι και θα μας στέλνουν επιδόματα». Στην αρχή ο κόσμος το πήρε ως αστείο, ως κάτι το παροδικό, αλλά βλέπουν ότι δεν περνάει. Και δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Δεν είναι μόνο η αναστολή των ανθρώπινων δραστηριοτήτων με οικονομικό χαρακτήρα. Είναι η καταστροφή των ανθρώπινων σχέσεων, της συνάφειας, της επικοινωνίας. Μας έχουν υποχρεώσει να φοράμε τις μάσκες και να κρύβουμε τα πρόσωπά μας, την προσωπικότητά μας. Γινόμαστε απρόσωποι. Αλλοιώνεται η φυσιογνωμία του ανθρώπου. Παύει να είναι ανθρώπινος και γίνεται ένα ρομποτάκι που υπακούει σε εντολές: θα πας από εδώ μέχρι εκεί, από τότε μέχρι τότε. Πιστεύει ότι θα είναι ασφαλής έτσι.

 

— Εσείς έχετε καμία πίστη πια;

Βεβαίως.

 

— Πού πιστεύετε;

Κοίταξε να δεις, ο άνθρωπος πιστεύει σε κάτι υπερφυσικό. Τον Θεό θα πρέπει να τον εφεύρει κάθε άνθρωπος. Όταν ήμουν νέος πίστευα ό,τι μου λέγανε οι άλλοι. 

 

— Πήρατε έναν έτοιμο Θεό στα νιάτα σας, δεν εφηύρατε έναν δικό σας.

Ήταν το πιο φυσιολογικό, γιατί αυτά που σου μαθαίνουν από την παιδική σου ηλικία εντυπώνονται πολύ βαθιά στο μυαλό σου. Γίνονται έξεις, δεύτερη φύση. Ο άνθρωπος πρέπει να παλέψει για να ξεπεράσει τις πρώτες αυτές μαθησιακές κατακτήσεις και να φτάσει λίγο παραπέρα. Προσπάθησα να εκλογικεύσω την πίστη μου και να την εμβαθύνω. Εγώ πιστεύω ότι το υπερφυσικό είναι μέρος της ζωής. Η ζωή δεν τελειώνει με τον θάνατο ‒ αυτό έχει ανάγκη να πιστεύει κάθε άνθρωπος και νομίζω ότι είναι η αλήθεια. Χρειάζεται να ερευνήσουμε τη ζωή σε βάθος και να φτάσουμε σε συμπεράσματα. Πέρα από τις ασημαντότητες και τις καθημερινότητές μας πρέπει να υπάρχουν ισχυρότεροι λόγοι για να ζει κανείς, οι αιτίες που μας κάνουν να είμαστε πιο ανθρώπινοι, καλύτεροι άνθρωποι. Αυτές οι αιτίες είναι πέρα από την ανάγκη της προσωρινής επιβίωσης. Είναι ανάγκες ψυχικές και πνευματικές. Μέσα σ’ αυτή την πνευματικότητα πρέπει να ανακαλύψουμε τον Θεό μας.

 

Μοναχός Νικόδημος νέος φωτογραφία
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Αυτό σε ποια ηλικία μπορεί να γίνει;

Αυτό γίνεται σιγά-σιγά. Χρειάζεται ενδοσκόπηση.

 

— Ζήσατε κάπου είκοσι χρόνια ως μοναχός. Το «μοναχός Νικόδημος» αποτελεί τελικά προσφώνηση σε μοναχό ή είναι καλλιτεχνικό ψευδώνυμο;

Όταν ερχόμουν στην Αθήνα, χωρίς να έχω πετάξει ακόμα τα ράσα, γνώρισα έναν ποιητή της εποχής εκείνης, ο οποίος ήταν γνωστός και αξιόλογος, τον Ματθαίο Μουντέ. Ο Ματθαίος με εκτιμούσε ως ποιητή και ζωγράφο, κατάλαβε ότι όλη η διάθεσή μου και η ψυχολογική μου προετοιμασία έκλινε προς τα κει και μου είπε: «Νικόδημε, εάν τυχόν αφήσεις το Όρος, να παραμείνεις μοναχός Νικόδημος». Μου φάνηκε η συμβουλή του χρήσιμη και την ακολούθησα. Παρέμεινα μοναχός Νικόδημος γιατί ήμουν ήδη γνωστός ως ποιητής, είχα εκδώσει ποιήματα και με ήξερε πολύς κόσμος. Ο Καστανιώτης μού είχε βγάλει τότε τον «Ερωτικό Ασσύριο» και είχε επιτυχία. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είχε διαβάσει ποιήματά μου στο ραδιόφωνο, σε εκπομπές. Είχα εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές, είχα κάνει έκθεση στην Ώρα, την γκαλερί του Μπαχαριάν. Δηλαδή είχα κατοχυρώσει, ας πούμε, το όνομα Μοναχός Νικόδημος.

 

— Το όνομα αυτό, όμως, δεν ήταν σύμφυτο με το ράσο;

Όπως είπε ο Μουντές, ήταν και καλό και εμπόδιο.

 

— Έχετε γράψει «οι δημοσιογράφοι, από τότε που έπαψα να είμαι μοναχός, με ξέχασαν».

Δεν με ξέχασαν, απλώς περίμεναν ότι ένας μοναχός θα φέρεται ως μοναχός και στον κόσμο, ότι αυτά που γράφω θα είναι καλογερίστικα, ενώ εγώ δεν ήμουν έτσι. Ήμουν ελεύθερο πνεύμα. Ήθελα να αγκαλιάσω την τέχνη σε όλες της τις εκφάνσεις, σε όλα τα επίπεδα. Οπότε δεν ένιωθα την ανάγκη να περιοριστώ σε ένα είδος γραφής, σε ένα είδος ζωγραφικής, αγιογραφίας. Αλλά οι δημοσιογράφοι κοιτάζουν τα κλισέ. Τι θα βρούμε σε έναν μοναχό; Τη γνωστή φρασεολογία, τη γνωστή θεματολογία. Εγώ ήθελα να φύγω απ’ αυτό και, βασικά και κύρια, σε ό,τι κάνω να είμαι ο εαυτός μου. 

 

— Μοιάζετε να διεκδικείτε όμως το προνόμιο της μοναχικότητας για τον εαυτό σας μόνο, εις βάρος των άλλων ποιητών, ενώ όλοι οι ποιητές είναι μοναχοί, έτσι δεν είναι;

Η μοναχικότητα είναι μια πνευματική ιδιότητα του ανθρώπου. Ο μοναχικός άνθρωπος είναι αυτός ο οποίος ενδοσκοπείται. Από κει και πέρα, ο καλλιτέχνης είναι μοναχικός άνθρωπος, αλλά, από την άλλη, έχει και μια αντίφαση: έχει ανάγκη τους άλλους ανθρώπους, γιατί αυτό που παράγει, η τέχνη, απευθύνεται στους ανθρώπους.

 

— Ο δημιουργός ή το έργο του έχει ανάγκη τους ανθρώπους;

Ο δημιουργός, σε πολύ μεγάλο μέρος, ταυτίζεται με το έργο του. Και το έργο το οποίο παραμένει άγνωστο, αδιάθετο, αχρείαστο, πληγώνει τη δημιουργική διαδικασία. Γιατί η δημιουργική διαδικασία δεν είναι κάτι ξεκομμένο από το κοινωνικό σύνολο. Παρότι ξεκινάει από τα μέσα του ανθρώπου, το καύσιμο της δημιουργίας είναι η κοινωνία. Ο πραγματικός δημιουργός, μέσα από τον εαυτό του, απεικονίζει την εποχή και την κοινωνία στην οποία ζει. Αν είναι αποκομμένος, είναι άχρηστος.

 

Στη σκήτη του μοναχού Νικόδημου, στην Αχαρνών
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Μπορεί να είναι χρήσιμος στις επόμενες κοινωνίες.

Α, μιλάς για κάποιον που είναι μπροστά από την εποχή του. Πάντοτε τα σπέρματα του μέλλοντος υπάρχουν στο παρόν. Δηλαδή μέσα από το παρόν ο καλλιτέχνης προβλέπει το τι θα συμβεί στο μέλλον. Φυσικά, με τα φτερά της φαντασίας μπορεί να προχωρήσει και να σου δείξει το μέλλον, αλλά το μέλλον αυτό είναι μια καινούργια μορφή του παρόντος. Τίποτα δεν μένει στατικό. Τα πάντα κινούνται. Σήμερα ούτε η πιο τολμηρή φαντασία κάποιου συγγραφέα δεν μπορεί να προλάβει τις μεταμορφώσεις που συμβαίνουν καθημερινά στη ζωή μας, κι αυτό είναι πρόβλημα στη συγγραφή. Τώρα γράφω κάτι που θεωρώ μελλοντολογικό, αλλά μέσα σε τρία-τέσσερα χρόνια μπορεί να έχει ξεπεραστεί. 

 

— Πώς μοιράζετε τη μέρα σας ανάμεσα στο γράψιμο, στη μουσική και στη ζωγραφική;

Συνήθως κάνω ή το ένα ή το άλλο.

 

— Κατά περιόδους;

Ναι.

 

— Τι νιώθετε περισσότερο από τα τρία;

Ζωγράφος. Κοίταξε, και το γράψιμο είναι μια ανάγκη, αλλά το γράψιμο μου δημιουργεί ένα άγχος, γιατί είναι και ευθύνη. Η ζωγραφική με ξεκουράζει. Γιατί είναι το χρώμα, που αγαπώ, το φως που αποτυπώνω στη ζωγραφική μου, αλλά είναι και μια χειρωνακτική δουλειά. Χρησιμοποιείς το σώμα σου και εκτονώνεσαι. Δηλαδή μ’ αυτόν τον τρόπο σού φεύγουν πάρα πολλές καταστάσεις, που είναι βαριές και τις κουβαλάς. Το γράψιμο είναι η περιγραφή αυτών των καταστάσεων, αλλά η μορφή που θα δώσεις σε ένα γραπτό κείμενο περνάει από διάφορα στάδια μέχρι να αποκρυσταλλωθεί, αναθεωρήσεις, αναπροσαρμογές και έρευνα. Αυτό το πράγμα είναι αγχωτικό για μένα.

 

— Παρότι ζήσατε είκοσι χρόνια σε ένα μοναστικό περιβάλλον, η βυζαντινή τέχνη μοιάζει να μην έχει επηρεάσει εμφανώς ούτε τη μουσική ούτε τη ζωγραφική σας.

Την έχει επηρεάσει. Ο Μουντές με έλεγε βυζαντινό. Αυτό που μου έδωσε το Όρος ήταν ένα περιεχόμενο τέχνης το οποίο ανακάλυψα, το αγάπησα, αλλά δεν ήθελα ακριβώς να το μιμηθώ. Μου έδωσε τις βάσεις, την αιτία για να γίνω ζωγράφος. 

 

— Τη μουσική σας δεν τη θεωρείτε περισσότερο δυτική όμως;

Το θέμα της μουσικής είναι άλλο. Προέρχομαι από μια μεσοαστική οικογένεια, η οποία δεν θα με άφηνε ποτέ να σπουδάσω μουσική. Δεν με άφηναν καν να ζωγραφίζω. Το όνειρό τους ήταν να τελειώσω τη Νομική και να μπω σε καμιά τράπεζα, να γίνω δημόσιος υπάλληλος. Από μικρός ένιωθα ότι την είχα τη μουσική μέσα μου, αλλά δεν κατάφερα να σπουδάσω. Όταν γύρισα στην Αθήνα, η πρώτη μου δουλειά ήταν να γραφτώ σε ένα Ωδείο. Σαν να εκπλήρωνα ένα παιδικό μου όνειρο. Εν πάση περιπτώσει, ήμουν ένας οψιμαθής. Έγραψα κάποια κομμάτια για πιάνο, όπως εγώ τα φανταζόμουν και τα αισθανόμουν. Η Γιούλα Γιαννάκη, η πιανίστα, λέει ότι η μουσική μου είναι η μουσική του τυχαίου, δηλαδή δεν έχει μια οργάνωση, μια οργανωτική γραμμή, η οποία απαιτεί σπουδές, αλλά είναι μια εσωτερική μουσική που βγαίνει από συναίσθημα, από ενόραση. Πολλές φορές στον ύπνο μου ακούω μουσική και πετάγομαι. Ακούω ολόκληρες μελωδίες. Ασχολήθηκα με τη μουσική όχι για να μάθω ένα όργανο αλλά για να γράψω. Έχω μέσα μου τη μελωδία.

 

Μοναχός Νικόδημος όρθιος
Δεν έχω ίντερνετ. Μόνο από την τηλεόραση. Αλλά δεν μου χρειάζεται άλλη ενημέρωση. Την ενημέρωση την έχω βαρεθεί. Παρακολουθώ μόνο κάποιες σειρές ποιοτικές στην ΕΡΤ 2, όλα τα άλλα είναι για πέταμα. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Γιατί ως συνθέτης χρησιμοποιείτε άλλο ψευδώνυμο; Τι σημαίνει Blue Menthal;

Ο μοναχός Νικόδημος γράφει ποίηση και ζωγραφίζει. Ας μη συνθέτει κιόλας. Εγώ είχα έναν παππού που το επώνυμό του ήταν Μπλούμενταλ. Ήταν εβραϊκής καταγωγής. Όταν ήμουν παιδί, ανακάλυψα σε ενα σεντούκι μια συλλογή του από δίσκους με τραγούδια της εποχής, αλλά κυρίως ιταλική όπερα. Η οικογένειά μου δεν άκουγε μουσική. Εγώ τότε είχα ένα ραδιάκι και πήρα ένα πικάπ, τα συνέδεσα και άκουγα κάπως στερεοφωνικά. Δική μου πατέντα. Από κει έμαθα να αγαπάω τη μουσική. Τη δεκαετία του ’60 και του ’70, που ήτανε το ροκ και οι Beatles και άλλα ο συρμός της εποχής, που ήταν αξιόλογος, εγώ ανακάλυψα την κλασική μουσική και άκουγα μόνο αυτή. Ήμουνα στα 14-15 και μου λέει ο πατριός μου «τώρα που έφτασες σ’ αυτή την ηλικία θα έχεις κι άλλες ανάγκες» και με πήγε σε ένα πορνείο στην πλατεία Κολιάτσου, που ήτανε καλό, πολυτελείας. Με έβαλε μέσα κι εκεί ήτανε ένα κοριτσάκι στην ηλικία μου, το πολύ 16 χρονών, κι εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Κοιταχτήκαμε, μου έπαιξε με το χέρι, και μετά, όταν τελείωσε αυτή η διαδικασία, μπήκε μέσα ο πατριός μου, ρώτησε «όλα καλά; Εντάξει;» και μου είπε «θα σου δίνω κάθε βδομάδα χαρτζιλίκι για να πηγαίνεις στις γυναίκες». Εγώ έπαιρνα αυτό το χαρτζιλίκι και αγόραζα δίσκους κλασικής μουσικής της Deutsche Grammophon. Έκανα μεγαλη συλλογή, μα όταν έφυγα για το Όρος χάθηκε. 

 

— Όλη τη μέρα την περνάτε δημιουργώντας;

Όχι όλη τη μέρα. Περίπου μέχρι το μεσημέρι. Τώρα είμαι και μιας ηλικίας, έχω και την καρδιά μου. Το ωράριό μου είναι καθορισμένο. Αμα δουλέψω από λίγο κάθε μέρα, γίνεται πολύ. Δεν χρειάζεται απ’ το πρωί ως το βράδυ. Ζαλίζεται το μυαλό, κουράζεται. Εγώ αφήνω το μυαλό μου να ξεκουράζεται για να είναι ανοιχτό στην έμπνευση, στην ιδέα.

 

— Ενημερώνεστε καθόλου για τα του κόσμου; 

Δεν έχω ίντερνετ. Μόνο από την τηλεόραση. Αλλά δεν μου χρειάζεται άλλη ενημέρωση. Την ενημέρωση την έχω βαρεθεί. Παρακολουθώ μόνο κάποιες σειρές ποιοτικές στην ΕΡΤ 2, όλα τα άλλα είναι για πέταμα. 

 

— Για το κίνημα ΜeΤoo έχετε ακούσει;

Όχι.

 

— Είναι αυτό που άνθρωποι, από τον χώρο του θεάματος κυρίως, καταγγέλλουν ότι έχουν κακοποιηθεί.

Α, κοίταξε, αυτά νομίζω είναι υπερβολικά. Πάντα συνέβαιναν αυτά.

 

— Κι εσείς σε αρκετά σημεία του έργου σας, αλλά κυρίως στο «Ταξίδι ενός αθώου», έχετε καταγγείλει τη δική σας κακοποίηση. 

Όχι, εγώ δεν κατήγγειλα. Παρουσίασα μια πραγματικότητα που υπάρχει, χωρίς να καταγγέλλω. Περιγράφω εσωτερικές καταστάσεις, τα δικά μου συναισθήματα. 

 

— Μπορεί να μην καταγγέλλετε, αλλά όταν αφηγείστε τη φράση του γέροντα, που σας είπε «το κορμί σου δεν σου ανήκει, ούτε και η ψυχή σου, ανήκουν σ’ εμένα και θα τα κάνω ό,τι θέλω», εγώ διαβάζω ένα παράπονο ‒ τουλάχιστον.

Κάθε άνθρωπος έχει ένα παράπονο στη ζωή του. Αυτά που μας συμβαίνουν στη ζωή, θετικά ή αρνητικά, σφυρηλατούν τον χαρακτήρα μας και πρέπει, αν είμαστε δυνατοί, να τα αντιμετωπίζουμε. Η αντιμετώπιση αυτή δεν πρέπει να είναι η καταγγελία ή η τιμωρία. Το κακό πάντα θα υπάρχει. Δεν μπορείς, τιμωρώντας δυο-τρεις ανθρώπους επιλεκτικά, να καταργήσεις αυτά τα πράγματα. 

 

Μοναχός Νικόδημος σπίτι
Τώρα γράφω κάτι που θεωρώ μελλοντολογικό, αλλά μέσα σε τρία-τέσσερα χρόνια μπορεί να έχει ξεπεραστεί. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Η δική σας κακοποίηση στο Όρος πόσο διήρκεσε;

Από το ’70 ως το ’76. Κοίταξε, οι καλόγεροι μού ρίχνονταν τότε, γιατί ήμουν νέο και ωραίο παιδί. Ήμουν σαν πειρασμός. Δεν μου άρεσε φυσικά η κακοποίηση, ο βιασμός, αλλά μερικές φορές υπάρχουν κάποιες ασυνείδητες τάσεις στον άνθρωπο. Αν κάποιος έρθει κοντά σου και σου δείξει κάποιο ενδιαφέρον και σε χαϊδέψει, αισθάνεσαι καλά. Κυρίως τα παιδιά που είναι από διαλυμένες οικογένειες, είναι ευάλωτα, γιατί έχουν στερηθεί την οικογενειακή θαλπωρή, την τρυφερότητα του πατέρα ή της μητέρας, και όταν αυτό το βρουν σε έναν ξένο, το θεωρούν υποκατάστατο αυτού που τους έχει λείψει. 

 

— Πόσα χρόνια μετά καταγράψατε για πρώτη φορά αυτή την περιπέτεια;

Το «Ταξίδι ενός αθώου» το έγραψα το 2011, είχαν περάσει ήδη τριάντα χρόνια. Δεν μπορείς αμέσως.

 

— Παρότι για κάποια χρόνια είχατε και διοικητική θέση στο Όρος, γραμματέας στην Ιερά Κοινότητα, και είχατε περάσει ήδη και απ’ τη Νομική, το θέμα της κακοποίησης δεν το αναφέρατε εγκαίρως στις Αρχές, στην εξουσία, αλλά το κρατήσατε για να το αναφέρετε, χρόνια μετά, στη λογοτεχνία.

Η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος συγχώρεσης, δεν είναι ένας τρόπος καταγγελίας. 

 

— Κατά κάποιον τρόπο, αυτό που τώρα έγινε κίνημα, εσείς το κάνατε μόνος σας, χρόνια πριν, μέσα από την τέχνη.

Ναι, γιατί η τέχνη είναι λυτρωτική. Αυτά που έγραψα ήταν ψυχοθεραπεία. Όταν σου συμβαίνει αυτό το πράγμα, πρέπει να περάσει πολύς χρόνος για να καταλάβεις τι ακριβώς σου συνέβη. Θα πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι ήταν κάτι που σε κινητοποίησε να αλλάξεις, να γίνεις καλύτερος άνθρωπος, να μην εγκλωβιστείς σ’ αυτό. Γιατί μέσα στον άνθρωπο συμβαίνουν αντιφατικά πράγματα. Συμβαίνει το καλό και το κακό. Θα πρέπει να εστιάζουμε στο καλό και το κακό να προσπαθούμε να το κατανοήσουμε, όχι να το κάνουμε οδηγό στη ζωή μας, να το κάνουμε μπαμπούλα, μια σκιά που θα μας σκεπάσει.  

 

— Έχετε νικήσει πολύ φόβο, φαίνεται. Κοιμάστε εδώ που καθόμαστε τώρα, φάτσα στο πεζοδρόμιο;

Ναι, εδώ κοιμάμαι. Μου αρέσει να βλέπω τον κόσμο έξω. Δεν με ενοχλεί ο θόρυβος.

 

— Με ανοιχτό το παράθυρο κιόλας;

Το καλοκαίρι θέλω να το ’χω ανοιχτό, να μπαίνει αέρας, να ανασαίνω, μα δεν τολμώ. Έτυχε να μπουν δυο φορές μέσα και να με κλέψουν. Είχα ένα πικάπ και μου το πήραν. 

 

CHECK BOLD!!! Στη σκήτη του μοναχού Νικόδημου, στην Αχαρνών
Στο παράθυρο του σπιτιού της Αχαρνών. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Τα περισσότερα βιβλία και CD του μοναχού Νικόδημου κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ζαχαράκης. Το τελευταίο του βιβλίο είναι το «Οι ρίζες μας στο χρόνο» (2020).