ΑN YΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ Ευρωπαίος συγγραφέας που έχει διαμορφώσει τη δική του ταυτότητα και γλώσσα, αυτός είναι σίγουρα ο Μισέλ Ουελμπέκ: παραμένοντας στη μέση μιας δίνης που δεν τον αφήνει να συμβιβαστεί με το υπάρχον, αρνείται κατηγορητικά, από το πρώτο του βιβλίο, να φορέσει τον μανδύα του προβλέψιμου ή του αρεστού. Στηλιτεύει οτιδήποτε η Δύση θεωρεί επιβεβλημένο και πρέπον, ενσωματώνοντας στη γραφή του φιλοσοφικές εμμονές και λογοτεχνικά απωθημένα που μάλλον τον φέρνουν πιο κοντά στους ρομαντικούς και τους maudits παρά στους συγγραφείς του επόμενου μπεστ-σέλερ.

 

Παρ’ όλα αυτά, παίζει με τους όρους της υφιστάμενης παραγωγής, φροντίζοντας ωστόσο με κάθε κείμενο του να συνταράζει το πνευματικό κατεστημένο, παίρνοντας εκδίκηση εν ονόματι των αγαπημένων του Σοπενάουερ, Λάβκραφτ και Κοντ. Σε ένα δυτικό σύστημα που αρέσκεται να ενσωματώνει οτιδήποτε μπορεί να καταναλωθεί, ο Ουελμπέκ ξέρει ότι δεν έχει κανένα μέλλον παρά μόνο αν ξανανιώσει την αγωνία και την οδύνη των αδικημένων της Ιστορίας, κρατώντας ψηλά το στειλιάρι της γραφής του.

 

Και το κάνει με τον δικό του, λειτουργικά αντιφατικό τρόπο: από τη μια διαβάζει Νίτσε και από την άλλη δηλώνει πως θέλει να γράψει ένθερμα κείμενα σαν του Αποστόλου Παύλου, αναζητώντας τους δικούς του φανατικούς πιστούς: από τη μια αγαπάει το χάος και την κόλαση και από τις άλλη γυρεύει παντοτινή θαλπωρή στις απαράλλαχτες αρχές του καλού. 

 

Η αλλοτρίωση που επέφερε, όμως, η πανδημία έχει για τον Ουελμπέκ άλλο ένα τρομακτικό στοιχείο, την κατάργηση του τελετουργικού στοιχείου του θανάτου, καθώς ο ίδιος, για μια ακόμα φορά, δεν ξεχνάει τον Φιλίπ Αριές, μιλώντας μάλιστα και σε ένα άλλο κείμενό του, εκτός από την ιερή διάσταση του θανάτου, για την τελετουργική και όχι εκστατική ή διονυσιακή αξία της γιορτής.

 

Μεταμορφώνεται ταυτόχρονα σε ειρωνικό Τσέστερτον –άλλος του αγαπημένος!– και σε έναν παράδοξο επιστήμονα που διοχετεύει διαρκώς στις σελίδες ηλεκτροφόρα καλώδια για να φτιάξει, σύμφωνα με τη δική του λογοτεχνική μηχανική, ένα ατελείωτο, πυρακτωμένο σύστημα εξαιρετικής διαύγειας και τελειότητας. Τα πάντα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν εκ νέου, όπως θα έλεγε και ο αγαπημένος του Νίτσε, να γίνει επαναξιολόγηση των κυρίαρχων αξιών.

 

Άλλωστε, για τον Ουελμπέκ το αιτούμενο είναι, έστω και αν χυθεί μεταφορικά αίμα, να ξαναβρεί η λογοτεχνία τον υψηλό σκοπό της, πέρα από τις όποιες τάσεις: «Με όλες τις δυνάμεις της (που είναι μεγάλες), η λογοτεχνία αντιτίθεται στην ιδέα της διαρκούς επικαιρότητας, του διηνεκούς παρόντος. Τα βιβλία θέλουν αναγνώστες: οι αναγνώστες όμως πρέπει να έχουν ύπαρξη ατομική και σταθερή: δεν μπορούν να είναι καθαροί καταναλωτές, καθαρά φαντάσματα. Πρέπει επίσης να είναι, κατά κάποιον τρόπο, υποκείμενα». 

 

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ
KANTE KΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Μισέλ Ουέλμπεκ, Παρεμβάσεις 2020, Μτφρ.: Γιώργος Καράμπελας, Εκδόσεις Εστία

Αυτό είναι το κυρίαρχο αίτημα που προβάλλει στις δοκιμιακές Παρεμβάσεις 2020 (σε μετάφραση Γιώργου Καράμπελα), οι οποίες πρόκειται να κυκλοφορήσουν σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις της Εστίας –όπως και τα υπόλοιπα βιβλία του πολυβραβευμένου Γάλλου συγγραφέα, δοκιμιογράφου και ποιητή– και διαβάζονται παράλληλα με το λογοτεχνικό του έργο.

 

Μέσα από ένα πλήθος δοκιμιακών προσπαθειών, παρεμβάσεων και συνεντεύξεων που παρατίθενται σε ένα βιβλίο το οποίο αγγίζει σχεδόν τις πεντακόσιες σελίδες διαμορφώνεται το διόλου αποσπασματικό αλλά άκρως συνεκτικό ουελμπεκικό πλάνο που σκοπό έχει να επαναπροσδιορίσει ό,τι οι υπόλοιποι προσπερνούν ως ξεπερασμένο ή μάταιο.

 

Μάλιστα, τα κείμενά αυτά έχουν στόχο να καταδείξουν τους αρμούς της ουελμπεκικής ευπροσηγορίας που δεν χαρίστηκε ποτέ σε κανέναν. Χτυπώντας το εκσυγχρονισμένο, δημοκρατικό και φιλελεύθερο μοντέλο ζωής, υποστηρίζουν με περίσσιο θάρρος την εμμονή σε έναν ιδιότυπο συντηρητισμό, ορίζοντας με αυτόν τρόπο τη φανατική προσήλωση του Ουελμπέκ στις παλιές, ανεξίτηλες αρχές αλλά και σε αυτές του ρομαντικού απόλυτου, που επιφορτίζουν τον συγγραφέα με ένα διαφορετικό είδος ευθύνης από αυτό των απλών κατασκευαστών μιας ακόμα ιστορίας. 

 

Έτσι, η δουλειά του είναι άμεσα συνυφασμένη με την ηθική στάση του απέναντι στον κόσμο. Προσπερνώντας, σαν τον ήρωά του, τον Φλοράν-Κοντ, της Σεροτονίνης, τον υπαρκτό κόσμο ή καθρεφτιζόμενος, σαν τον Φρανσουά της Υποταγής, στο καθολικό κάτοπτρο του Ουισμάνς ο συγγραφέας δείχνει να αποσύρεται εσκεμμένα από τα εγκόσμια ή μάλλον να διεκδικεί την επαναφορά μιας νέας γλώσσας που θα δικαιώσει τις σοπεναουερικές βάσεις της σκέψης του για τον επαναπροσδιορισμό της βούλησης, πέρα από τον σποραδικό καταιγισμό μιας ευκαιριακής επιθυμίας.

 

Σε αντίθεση με όλους όσοι επιμένουν να θεωρούν τον Ουελμπέκ μηδενιστή, πρώτιστη αξία γι’ αυτόν έχει η μεστή περιεχομένου, καθολική βούληση, αφού «τα ανθρώπινα όντα είναι πολύ πιο ίδια απ’ όσο φαντάζονται μες στην κωμική τους οίηση», καθώς δίνουν μια από κοινού μάχη για την ομορφιά ως βασική και ύψιστη γλώσσα. Προκειμένου να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι απαραίτητη η άμεση επαφή με την υψηλή τέχνη ή, όσον αφορά τον συγγραφέα, μια παράδοξη ομφαλοσκόπηση, σαν αυτή των αποσυρμένων στην έρημο ομφαλοσκόπων που αναζητούσαν τη δική τους επαφή με τον Θεό. 

 

«Γράφοντας αυτές τις γραμμές, παρατηρώ όντως, εμπράκτως τον αφαλό μου» γράφει χαρακτηριστικά ο Ουελμπέκ. «Σπάνια τον σκέφτομαι συνήθως, και τόσο το καλύτερο. Αυτή η ζάρα σάρκας φέρει προφανώς πάνω της το σημάδι μιας τομής ενός βιαστικού κόμπου: είναι η ανάμνηση μιας ψαλιδιάς με την οποία ρίχτηκα, χωρίς άλλη μορφή εκδίκασης, στον κόσμο ‒ και κλήθηκα να τα φέρω βόλτα μόνος μου. Ούτε εσείς θα γλιτώσετε από αυτή την ανάμνηση, όπως δεν γλίτωσα κι εγώ. Γέροι, ακόμα και μπαμπόγεροι, θα διατηρείτε ανέπαφο στο μέσον της κοιλιάς σας το ίχνος αυτής της τομής. Από αυτή την κακοκλεισμένη τρύπα, τα πιο εσωτερικά σας όργανα θα μπορούν ανά πάσα στιγμή να χυθούν και να σαπίσουν στην ατμόσφαιρα. Θα μπορείτε ανά πάση στιγμή να βγάλετε τα άντερά σας στον ήλιο ‒ και να ψοφήσετε σαν ψάρι που το αποτελειώνεις, πατώντας με το τακούνι τη ραχοκοκαλιά του. Δεν θα είστε οι πρώτοι ούτε οι πιο επιφανείς».

 

Αυτό το ξέρει καλά και ο ίδιος, αναλαμβάνοντας εκ μέρους των λογοτεχνών να ορίσει αυτήν τη νέα ποιητική γλώσσα που βρίσκει τρυπωμένη σε μπαρόκ έργα τέχνης, στις επιστημονικές θεωρίες, στο μυθιστόρημα του δέκατου ένατου αιώνα, π.χ. του Μπαλζάκ, το οποίο αντιπαραθέτει σε αυτήν του εικοστού, στην πίστη στην ομορφιά, στις βουβές ταινίες του παλιού κινηματογράφου, στους νωχελικά θλιμμένους στίχους του λατρεμένου του Νιλ Γιανγκ, στην ίδια την ποίηση, αφού «όσο μένουμε στην ποίηση, μένουμε επίσης στην αλήθεια».

 

Στις συνεντεύξεις που ανιχνεύουμε στις Παρεμβάσεις είναι σαφής η ποιητική στάση του Ουελμπέκ απέναντι στα πράγματα και ο αυτοπροσδιορισμός του ως ποιητή παρά ως λογοτέχνη. «Η ποίηση δεν είναι μόνο μια άλλη γλώσσα, είναι ένα άλλο βλέμμα» υποστηρίζει, κοινό σε όλους όσοι αγωνιούν να γραπώσουν την ομορφιά και να δουν σε βάθος το καλό και το κακό, να ορίσουν και να ανακαλύψουν την ηθική στάση των χαρακτήρων.

 

Σύμφωνα με αυτήν τη λογική, ο Ντοστογιέφσκι είναι πολύ πιο ποιητικός και μοντέρνος σε σχέση με τους υπόλοιπους λογοτέχνες του εικοστού αιώνα, με εξαίρεση τους λογοτέχνες του φανταστικού, τον Μακάρθι και κάποιους συγκαιρινούς του, όπως ο Εμανουέλ Καρέρ. Ο τρόπος που αυτοί επικοινώνησαν με τον κόσμο δείχνει τη βαθύτητα που πρέπει να έχει το βλέμμα του λογοτέχνη-προφήτη, όπως έχουν αποκαλέσει ήδη τον Ουελμπέκ – αυτόν τον τίτλο ασπάζεται ο ίδιος στο τελευταίο κείμενό του στο βιβλίο για τη σημερινή πανδημία.

 

Πρόλαβε, εξάλλου, να προβλέψει, όπως έχει συμβεί με μια σειρά από άλλα τραγικά γεγονότα, την επερχόμενη απομόνωση των ανθρώπων, όταν στη Δυνατότητα ενός νησιού αποκάλυπτε την αόρατη αρρώστια που καθόριζε τις ανύπαρκτες σχέσεις ανάμεσα στους διάφορους απομονωμένους στα δικά τους κελιά, άφυλους Ντάνιελ. Η αλλοτρίωση που επέφερε, όμως, η πανδημία έχει για τον Ουελμπέκ άλλο ένα τρομακτικό στοιχείο, την κατάργηση του τελετουργικού στοιχείου του θανάτου, καθώς ο ίδιος, για μια ακόμα φορά, δεν ξεχνάει τον Φιλίπ Αριές, μιλώντας μάλιστα και σε ένα άλλο κείμενό του, εκτός από την ιερή διάσταση του θανάτου, για την τελετουργική και όχι εκστατική ή διονυσιακή αξία της γιορτής.

 

Η τραχύτητα της τελευτής μοιάζει πάντα να τιθασεύεται από την παρηγορητική δράση του τελετουργικού που στον κόσμο της συμβολικής έκφρασης ισοδυναμεί με την ποίηση: αυτή είναι, για τον ίδιο, η πραγματική διάσταση του ανθρώπου, πέρα –ας μην ξεχνιόμαστε– από την ανακάλυψη της καλοσύνης και της αγάπης. «Η μόνη ανωτερότητα που αναγνωρίζω είναι η καλοσύνη» ομολογεί σε μία από τις συνεντεύξεις του ο Ουελμπέκ, δηλώνοντας πως δεν έχει πάψει να πιστεύει ότι τα ανθρώπινα όντα αξίζουν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, μόνο που μέχρι τότε μένει να γίνει πολλή δουλειά ακόμα.  

 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.