«Μπέμπης»: Ο Θωμάς Κοροβίνης βιογραφεί τον καλύτερο μπουζουκτσή στη λαϊκή ιστορία Facebook Twitter

«Μπέμπης»: Ο Θωμάς Κοροβίνης βιογραφεί τον απόλυτο μάεστρο του μπουζουκιού

0

«ΚΑΘΕ ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, ας είναι σύντομο, είναι ένα πλήρες έργο τέχνης, είναι μια ολόκληρη ταινία, ένα μυθιστόρημα, μια παράσταση στο θέατρο, κάθε λαϊκό τραγούδι φυλάει ένα κομμάτι παρμένο μέσα απ’ τη ζωή, το μπουζούκι, ο ήχος που βγάζει, είναι τακίμι με τον ανθρώπινο πόνο, γι’ αυτό κολλάνε μαζί του εκείνοι που σηκώνουν κάποιο σταυρό», γράφει με ενάργεια ο Θωμάς Κοροβίνης στο νέο του βιβλίο, μια μύχια καταγραφή όχι μόνο της ένδοξης λαϊκότητας, την οποία γνωρίζει όσο λίγοι, αλλά και η βιογραφία μιας σπάνιας προσωπικότητας, καταραμένης μαζί και απόλυτα ευλογημένης από το άπιαστο ταλέντο της τέχνης του, ενός βιρτουόζου του μπουζουκιού που, καθώς λέγεται, ήταν ο καλύτερος που πέρασε από τη χώρα, μαζί με τον Μανώλη Χιώτη.

Πρόκειται για τη δημιουργικά μυθιστορηματική βιογραφία του Δημήτρη Στεργίου, ευρύτερα γνωστού ως «Μπέμπη», του απόλυτου μαέστρου του μπουζουκιού, όπως τον αποκαλούσε χαρακτηριστικά ο μεγάλος Άκης Πάνου, ο οποίος ήταν βαθύς γνώστης της μουσικής και διέπρεψε δίπλα σε σπουδαίους ρεμπέτες, συνθέτες και δημιουργούς, αλλά έφυγε από τη ζωή νέος, σε ηλικία σαράντα πέντε ετών, το 1972, βυθισμένος στη δίνη της αυτοκαταστροφής και της τρέλας. Πρόλαβε, ωστόσο, να ζήσει πολλές ζωές, να ταξιδέψει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όπου ήρθε σε επαφή με κορυφαία ονόματα και έπαιξε στα πιο διάσημα νυχτερινά κέντρα, όπου ηχογράφησε το δικό του ορχηστρικό «Bebi’s Lament», ανεβάζοντας την τέχνη του στα ανώτερα υψίπεδα της δεξιοτεχνίας και ενώνοντας στα μαγαζιά και στα θέατρα στα οποία τραγουδούσε τα Κατά Ματθαίον του Μπαχ με κομμάτια του Τσιτσάνη, τον Μότσαρτ με τον Καζαντζίδη ‒ μέχρι και «Κάρμινα Μπουράνα» είχε παίξει!

Ο Δημήτρης Στεργίου γεννήθηκε και μεγάλωσε στο λιμάνι του Πειραιά, δηλαδή την περιοχή που δόξασε το ρεμπέτικο και το έβαλε στο στόμα των τυραννισμένων προσφύγων. Ήταν ένας ομορφάντρας που έμελλε να ανεβάσει στις κορυφές του λαϊκού Ολύμπου το μπουζούκι, αυτό το όργανο που, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Κοροβίνης, είναι «το δισέγγονο των Μουσών, θησαυροφύλακας της μουσικής, της ποίησης, της ελληνικής ομορφιάς, και έρχεται από πολύ παλιά, απ’ τα χρόνια του Ομήρου και της Σαπφώς». Όντας γόνος καλής οικογένειας, με μουσική παιδεία, παππού ερασιτέχνη μουσικό αλλά και με πατέρα που φρόντισε να τον πάει στο ωδείο, ο Μπέμπης άρχισε να εμφανίζεται ως παιδί-θαύμα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά σε παράσταση του «Κουρέα της Σεβίλλης» ‒ήταν πρώτο μαντολίνο‒ και να θεωρείται από τους καλύτερους δεξιοτέχνες στην κιθάρα.

Γραμμένο με ένα ύφος λυρικό μαζί και τραχύ, προφορικό και άμεσο, με τα εκφραστικά μέσα της εποχής του, των οποίων ο συγγραφέας είναι επαρκέστατος γνώστης ως απόλυτος χειριστής αυτής της πολύχρωμης ανθρωπογεωγραφίας, το πρωτότυπο αυτό και άκρως ελληνικό, μυθιστορηματικό, έμμεσο autofiction  καταδεικνύει πως όταν γράφεις για τα μουσικά μετόπισθεν και τους «στρατηγούς» τους, πρέπει να κατέχεις άριστα το υλικό σου.

Καλός στα γράμματα, αφοσιωμένος στην τέχνη του και εσωστρεφής, κατάφερε να διαπρέψει από νωρίς, φέροντας ωστόσο εντός του όλα τα σκοτάδια που περιβάλλουν τους ξεχωριστούς και τους προικισμένους. Σε ηλικία δεκατριών ετών θα χάσει τον πατέρα του ‒ ο ίδιος, παρακούοντας τις πατρικές εντολές, δεν επιβιβάστηκε στη βάρκα, έτσι σώθηκε. Αυτό ήταν ένα τραύμα που φαίνεται πως τον στιγμάτισε ως το τέλος της ζωής του. Ο πατέρας του ήταν από τους λίγους που, μαζί με ταλαντούχους ομοτέχνους του, όπως ο Μανώλης Χιώτης, παραδεχόταν ορισμένους στενούς φίλους αλλά και κάποιους μαύρους μουσικούς, την Έλα Φιτζέραλντ, την Πόλυ Πάνου, τον Στέλιο Καζαντζίδη και την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, την επονομαζόμενη και «Γριά», επίσης θύμα εκμετάλλευσης και αντίστοιχα στενά συνδεδεμένη με την έμπνευση και τις καταχρήσεις.

«Μπέμπης»: Ο Θωμάς Κοροβίνης βιογραφεί τον καλύτερο μπουζουκτσή στη λαϊκή ιστορία Facebook Twitter
Καλός στα γράμματα, αφοσιωμένος στην τέχνη του και εσωστρεφής, κατάφερε να διαπρέψει από νωρίς. Στη φωτογραφία δεξιά του παίζει κιθάρα ο Φώτης Μιχαλόπουλος, ενώ μπουζούκι παίζουν επίσης από αριστερά οι Θόδωρος Πολυκανδριώτης και Μιχάλης Μενιδιάτης. Φωτο: via Facebook/ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΕΜΠΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

Σε όλους αυτούς τους βασικούς σταθμούς της ζωής του Δημήτρη Στεργίου θα περιηγηθεί ο Θωμάς Κοροβίνης, υιοθετώντας το βλέμμα του ήρωά του μέσα από το τρικ της εξομολόγησης-απεύθυνσης σε δεύτερο πρόσωπο και με έναν παραληρηματικό μονόλογο που διαβάζεται το ίδιο ασθματικά όσο και η ζωή του Μπέμπη. Γραμμένο με ένα ύφος λυρικό μαζί και τραχύ, προφορικό και άμεσο, με τα εκφραστικά μέσα της εποχής του, των οποίων ο συγγραφέας είναι επαρκέστατος γνώστης ως απόλυτος χειριστής αυτής της πολύχρωμης ανθρωπογεωγραφίας, το πρωτότυπο αυτό και άκρως ελληνικό, μυθιστορηματικό, έμμεσο autofiction (ιδού μια ωραία αντιπρόταση!) καταδεικνύει πως όταν γράφεις για τα μουσικά μετόπισθεν ‒ας μην ξεχνάμε ότι το ρεμπέτικο ήταν για χρόνια απαγορευμένο‒ και τους «στρατηγούς» τους, πρέπει να κατέχεις άριστα το υλικό σου. Ξέροντας ότι δεν πρόκειται για μια μουσική κατηγορία που αναδεικνύει βιρτουόζους έξω από τη ζωή, ο συγγραφέας Κοροβίνης πίνει από το ίδιο αμαρτωλό ποτό που πίνει και ο ήρωάς του, βλέπει τους δράκους που υψώνονται στα μοναχικά σκοτάδια του και τυφλώνεται, μαζί με αυτόν, από τους έρωτες που έπεσαν σαν σκιά πάνω στην ευαίσθητη και ήδη ρημαγμένη του καρδιά ‒ ωραίος ο τρόπος που περιγράφει τον έρωτά του με τη μοιραία Μπέμπα Μπλανς. Τρομερό, επίσης, το σκηνικό με τον ίδιο τον Μπέμπη να τραγουδάει σε λούπα το κομμάτι «Βρε μάγκα το παράκανες, θαρρώ πολλά μου τα ’κανες, στην γκόμενά μου μην ξανακολλάς» ως απάντηση στον Τέλι Σαβάλας και στα κορταρίσματα που της έκανε στο μαγαζί όπου έπαιζε στην Αμερική, αντίστοιχο με όλα τα απρόσμενα περιστατικά που έθρεψαν τον λαϊκό του μύθο. Είναι, άλλωστε, αυτά που μπλέκουν αρμονικά τον ακραίο ρεαλισμό μιας εποχής γεμάτης από τραγικά πολιτικά γεγονότα και ψυχικές πληγές που δέχονταν τα ρεμπέτικα ως πολύτιμο γιατρικό με το μυθιστορηματικό, μικρο-προσωπικό δράμα του προικισμένου, ωραίου νεανία που ήταν μπροστά από την εποχή του και νομοτελειακά θα είχε τη «μοίρα των μαρτύρων, όπως οι πρωτοχριστιανοί στις κατακόμβες», καθώς ήταν «γραφτό να σταυρωθεί».

κοροβίνης
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ. Θωμάς Κοροβίνης, Μπέμπης, εκδ. Άγρα, σελ. 192.

Αν σκεφτούμε ότι ο Μπέμπης διαμορφώνεται αρχικά σε ένα κλίμα με λεπτές καλλιτεχνικές αρμονίες, όπου νιώθει σημαντικός εσωτερικά επειδή ξέρει τα μυστικά της μουσικής ‒κλασικής, τζαζ, λαϊκής, δεν έχει σημασία‒, είναι φυσικό η έξοδος στον κόσμο της διαφθοράς να του προκαλέσει έναν κλονισμό. Ποιοι είναι όλοι αυτοί που γεμίζουν αυτά τα κέντρα και βγάζουν το μαχαίρι με το παραμικρό, που επιδίδονται σε ατέρμονα καραγκιοζιλίκια και τι θέση έχει αυτός ανάμεσα τους; Η απάντηση είναι δύσκολη και ίσως τελικά ταυτίζεται με το ευσπλαχνικό αλκοόλ, που θα έλεγε και ο Καβάφης, που ρέει εντός του σε αντίστοιχα μεγάλες ποσότητες, αλλά και με τα ένθερμα χειροκροτήματα της ομήγυρης, προσφέροντας φαινομενικά καταφύγιο και εύθραυστη προστασία. Ο λεπτός ψυχισμός του Μπέμπη μπορεί να ασπάζεται το εσωτερικό του ταλέντο, αλλά, καθώς δεν έχει μάθει να προσπερνάει τις ήττες και τις αδικίες, αυξάνονται σε συχνότητα τα ξεσπάσματα και η κατανάλωση του αλκοόλ. Επιστρέφει έτσι στην Ελλάδα από την Αμερική τη δεκαετία του ’60, ηττημένος και εξοντωμένος από τις καταχρήσεις, δίνοντας άπειρες αφορμές στον συγγραφέα Κοροβίνη να φτιάξει αυτή την εξαίσια χειροτεχνία.

Μάλιστα, ο συγγραφέας καταφέρνει, ερωτευμένος όντας με τον ήρωά του, να εισχωρήσει με δεινότητα στο ταλανισμένο του πνεύμα και να δει, μαζί με αυτόν, οράματα φανταστικά. Καθώς κόβει γύρω του βόλτες σαν τη νυχτερίδα, κάνει τον Μπέμπη να αντικρίσει το πεπρωμένο του· επιστρέφει σαν παραζαλισμένος Προυστ στις εικόνες της νιότης, τότε που μια πόρνη από τον Πειραιά τον πήρε στην αγκάλη της σαν την Παναγία στην Πιετά (μαγική στιγμή του βιβλίου)· εμφανίζεται σαν ένας επίγειος θεός με το κουστούμι το λινό «στο χρώμα που παίρνουν τα στάχια τον Θεριστή» και μεταμορφώνεται, μαζί με τον Τατασόπουλο και τον Χιώτη, στο ίδιο το Άγιο Πνεύμα· καταβυθίζεται στα βαθιά νερά της άλλης Ελλάδας και της λαϊκής ψυχής· επανέρχεται στο αυτοσχέδιο ρεσιτάλ που είχε δώσει μπροστά στη θεϊκή επτάδα, τους Μητσάκη, Λαύκα, Ζαμπέτα, Μπάτη, Βλάχο, Κηρομύτη και Νταράλα· τέλος, δίνει μάχη με τον Χάρο σε μια επική σκηνή διαρκείας που φέρνει στον νου σκηνές από τη Νέκυια της Οδύσσειας, με τον Μπαγιαντέρα να τον καλεί στον άλλο κόσμο «με τα σγουρά μαλλιά, στο μεσιανό κατάρτι, μισόγυμνος, όπως τον ξέρουμε, νεαρό πρωταθλητή της ελληνορωμαϊκής πάλης, απ’ τα τυφλά του μάτια τρέχουν ποτάμια, έλα να πιεις να ξεδιψάσεις, μου γνέφει, ρούμι, ούζο, κονιάκ, κρασί, ουίσκι, μπίρα, ό,τι ποθεί η ψυχή σου, χθες είδα ένα όνειρο πως ήμουνα στον Άδη κι ανάψαν φώτα λαμπερά κι έσβησε το σκοτάδι». Ιδού, λοιπόν, όχι μια απλή βιογραφία αλλά μια βαθιά ποιητική, ξεκάθαρα ενορασιακή εποποιία της λαϊκής μας κοσμογονίας που δεν μετριέται με εξηγήσεις αλλά με ποιητικές περιγραφές που απευθύνονται πάντα στην ανθρώπινη ψυχή.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LifO.

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Θωμάς Κοροβίνης: «Μυσταγωγοί και μυημένοι σκόρπισαν σαν τρελαμένα πουλιά στη Σαλόνικα»

Η μυστική μου Θεσαλονίκη / Θωμάς Κοροβίνης: «Μυσταγωγοί και μυημένοι σκόρπισαν σαν τρελαμένα πουλιά στη Σαλόνικα»

O αγαπημένος συγγραφέας και μουσικός, γνήσιο παιδί της Σαλονίκης, γράφει στη LIFO για «μια πόλη λατρεμένη, πολυτραγουδισμένη, μυθοποιημένη, αλλά και μαρτυρική».
ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΩΜΑ ΚΟΡΟΒΙΝΗ
«Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν»: Tο μεγάλο μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη

/ «Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν»: Tο μεγάλο μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη

Ο γνωστός συγγραφέας και δημιουργός επιστρέφει με ένα μυθιστόρημα αφιερωμένο στον έρωτα και τη Θεσσαλονίκη, εξιστορώντας ένα μοιραίο ρομάντζο τις δραματικές ώρες της καταστροφικής πυρκαγιάς του 1917
ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ