Η ρομαντική ανατροπή του Μέλμοθ
Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ , «Οδοιπόρος επάνω από τη θάλασσα της ομίχλης» (1818)

 

Ο μοιραίος, αν και σατανικός, ήρωας που άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην ιστορία της σύγχρονης γραμματολογίας δεν ήταν χωρίς οπαδούς: πίσω από τη φιγούρα του Μέλμοθ κρύφτηκαν άπειροι ανεξάρτητοι στοχαστές και λογοτέχνες, στοχαστικοί φιλόσοφοι και καταραμένοι αγύρτες. Η φιγούρα του Μέλμοθ ξεπέρασε τα όρια του βιβλίου που συνέγραψε τον 19ο αιώνα ο Ουγενότος Ιρλανδός ιερωμένος Τσαρλς Ρόμπερτ Μάτσουριν και έγινε λογοτεχνική περσόνα και έμπνευση, ιδανικός ήρωας και παράδειγμα προς μίμηση (ή αποφυγή, για τους προβλέψιμους και οριοθετημένους χαρακτήρες). Εύλογα ο ανιψιός του Μάτσουριν, Όσκαρ Ουάιλντ, υιοθέτησε το όνομα του Μέλμοθ όταν έπρεπε να κρυφτεί πίσω από ένα ψευδώνυμο, ο Μπαλζάκ έσπευσε, μιμούμενος το παράδειγμά του, να γράψει τη δική του ερμηνεία και συνέχεια, ενώ ο Μποντλέρ παρέπεμψε σε εκείνον ως το ιδανικό alter ego του. Ο ευεπίφορος στη φαντασία και την υπερβολή ήρωας που συνδύασε αρμονικά τον μύθο του περιπλανώμενου Εβραίου με τον αδυσώπητο Φάουστ έγινε εξαρχής συνώνυμος με την επανάσταση και την ανατροπή. Ο Ναμπόκοφ ονόμασε «Μέλμοθ» στην ειρωνική Λολίτα το αυτοκίνητο του ήρωα και ο Πόε τον ανέφερε εμμονικά στα ατμοσφαιρικά κείμενά του. Ακολουθώντας το παράδειγμα του ανυπότακτου ήρωα του, ο Μάτσουριν –μια «μελμοθική» φιγούρα και ο ίδιος–, ένας ιερωμένος, γνωστός για την εκκεντρικότητα και τους «παράδοξους» τρόπους του, έφτιαξε έναν ήρωα που έμελλε να «θεοποιηθεί» από τους κολασμένους οπαδούς του, ενταγμένος σε έναν κόσμο που ισορροπεί ιδανικά μεταξύ του απόλυτου της γνώσης και της ευθραυστότητας της λέξης.

 

Ισως γι' αυτό και η ιστορία του Μέλμοθ του Περιπλανώμενου –που κυκλοφορεί σε πλήρη, επιμελημένη απόδοση από τη Χαρά Σύρου στη σειρά των κλασικών έργων Orbis Literae των εκδόσεων Gutenberg– πολύ γρήγορα ταυτίστηκε με την καθιέρωση της πολυεπίπεδης αφήγησης στην ιστορία της λογοτεχνίας, αποτελώντας κατά κάποιον τρόπο ένα «μεταμοντέρνο» μυθιστόρημα, προτού καν το μοντέρνο ανιχνεύσει τα όριά του. Οι ρομαντικοί, όπως ο Μπάιρον, ο οποίος λάτρεψε τον Μάτσουριν και τον βοήθησε να ανεβάσει το θεατρικό του έργο Bertram στο Ντρούρι Λέιν του Λονδίνου, βρήκαν στο πρόσωπο του Ιρλανδού τον ιδανικό εκφραστή της πιο ριζοσπαστικής πλευράς του ρομαντισμού. Άλλοι, πάλι, ανίχνευσαν στις σελίδες του τις αρετές της «γοτθικής» φαντασίας – αν και οι εσωτερικές του ενατενίσεις ξεπερνούν τα δεδομένα των τρομακτικών υπερβολών. Σίγουρα, πάντως, στην παράφορη ιστορία του Μέλμοθ μπορεί κανείς να βρει διαφορετικές επαναστατικές μετατοπίσεις –από τον τρόπο που επαναπροσδιορίζεται το πρόσωπο σε σχέση με το παντοκρατορικό έως τότε λογοτεχνικά σύμπαν, τις ετερόκλητες φωνές που εισβάλλουν στην αφήγηση, τον τρόπο που συνδέεται η ζωντάνια του προφορικού λόγου με τις χαραγμένες αλήθειες των χειρογράφων, τους ξένους μύθους– από τους μακρινούς Ινδιάνους έως τους Κέλτες μυστικιστές, την κριτική στην κοινωνία και στη θρησκεία, τη σύνδεση της βουλιμίας για γνώση με τις κανιβαλιστικές τελετές, σχεδόν τα πάντα. Όλα, πάντως, ξεκινούν όταν ο Τζον Μέλμοθ –απόγονος του Ιρλανδού Φάουστ–, προσπαθώντας να ανιχνεύσει το μυστήριο του προγόνου του έρχεται αντιμέτωπος με μια σειρά από εγκιβωτισμένες αφηγήσεις των προσώπων που παίζουν ρόλο στο συναρπαστικό ταξίδι του. Στην προσπάθειά του να «κλείσει» τη συμφωνία με τον διάβολο προκειμένου να εξασφαλίσει 150 χρόνια ζωής και γνώσης, ο πρόγονος Μέλμοθ προσεγγίζει διαφορετικούς χαρακτήρες ως υποψήφια θύματά του, ως την «ιδανική» εκείνη ψυχή που θα τον αντικαταστήσει στην κόλαση. Μέσα από τις παράλληλες ιστορίες ο αναγνώστης περιδινείται σε συναρπαστικούς κόσμους και συναντά ανθρώπους απρόβλεπτους – από την Ινδιάνα Ιμαλή που μετεμψυχώνεται στην όμορφη Ισιντόρα, τις οποίες ο Μέλμοθ προσπαθεί αμφότερες να αποπλανήσει, έως τον πάμπλουτο έμπορο Γκούσμαν και την αδελφή του Ινές, από την οποία μαθαίνουμε τα όσα ανήκουστα συμβαίνουν στους κόλπους της καθολικής Ισπανίας αλλά και της Ιεράς Εξέτασης. Τίποτα δεν μένει όρθιο από την καταιγιστική και ισοπεδωτική κριτική του Μάτσουριν, ο οποίος εισβάλλει στα εσωτερικά της Εκκλησίας ουσιαστικά για να φτάσει στην καρδιά του αιώνα που τον έθρεψε και στις σκοτεινές απαρχές της Βιομηχανικής Επανάστασης. Κι αυτή είναι μία ακόμη πρωτοτυπία του έργου του Μάτσουριν: το ατέρμονο παιχνίδι συγχρονικότητας και διαχρονικότητας που αποδομεί τα στεγανά του λογοτεχνικού χρόνου και μας εισάγει σε έναν ανελέητα γοητευτικό κόσμο χωρίς όρια και στεγανά, χωρίς έλεος και προκαταλήψεις, τον οποίο εμπνεύστηκε ο συγγραφέας του μέσα σε ένα ανίκητο κρεσέντο δημιουργικότητας και όπου θα κατοικούμε μέσα του για πάντα.