ΙΔΟΥ ΜΙΑ ΤΥΠΙΚΗ μέρα στη ζωή της Λάιζα Μινέλι τον περασμένο αιώνα: είναι 1978 και περπατά ανέμελη στη Νέα Υόρκη όταν την εντοπίζει ο τότε σύντροφός της Μάρτιν Σκορσέζε, ο οποίος τρέχει κοντά της και την κατηγορεί ότι έχει σχέση με τον Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, πράγμα που ήταν αλήθεια. «Πώς μπόρεσες να μου το κάνεις αυτό;» της φωνάζει στη μέση του δρόμου ο Σκορσέζε. Μια αμήχανη στιγμή, χωρίς αμφιβολία, αλλά αυτό που κάνει ακόμα πιο χαρακτηριστική τη σκηνή είναι ότι δίπλα στη Μινέλι στεκόταν ο τότε σύζυγός της, Τζακ Χέιλι Τζούνιορ, γιος του ηθοποιού που υποδύθηκε τον «Τενεκεδένιο Άνθρωπο» πλάι στη μητέρα της, Τζούντι Γκάρλαντ, στην ταινία «Ο Μάγος του Οζ» (οι περισσότερες ιστορίες της Μινέλι έχουν μια απωθητική φροϊδική χροιά). Και πώς γνωρίζουμε γι' αυτήν τη συνάντηση; Επειδή ο Άντι Γουόρχολ την κατέγραψε στο ημερολόγιό του. Επειδή κάπως έτσι κυλούσε η ζωή αν ήσουν η Λάιζα Μινέλι.
«Πάρτε την γαμώτο, η σκηνή είναι δική μου», φώναζε η Γκάρλαντ στους παραγωγούς όταν το χειροκρότημα για την κόρη της ήταν υπερβολικά ενθουσιώδες για τα γούστα της.
Ο 20ός αιώνας ήταν γεμάτος από διάσημους ανθρώπους που ζούσαν εξωφρενικές ζωές, αλλά είναι δύσκολο να σκεφτούμε διασημότητες που να ζούσαν πιο εξωφρενική ζωή από τη Μινέλι. Η μητέρα της της έμαθε πώς να είναι διάσημη, αλλά όχι πώς να ζει, και το πολυαναμενόμενο αυτοβιογραφικό της βιβλίο με τίτλο «Kids, wait till you hear this!» («Παιδιά, περιμένετε να ακούσετε κι αυτό!») είναι γεμάτο με φράσεις όπως αυτή: «Ήμουν παντρεμένη με έναν γκέι άντρα την ίδια στιγμή που ήμουν αρραβωνιασμένη με δύο άλλους άντρες!».
Η Μινέλι κληρονόμησε το τεράστιο ταλέντο της μητέρας της, αλλά με μια επιπλέον δόση αυτογνωσίας, και είναι ακριβής όταν συνοψίζει τις διαφορές μεταξύ τους: «Αν η υπερδύναμη της μητέρας μου ήταν να κερδίζει τη συμπάθεια των άλλων, η δική μου ήταν να προσπαθώ να τους κάνω να νιώθουν καλύτερα». Η άρνησή της να βυθιστεί στον ρόλο του θύματος πιθανότατα της έσωσε τη ζωή. Αλλά ούτε η ίδια μπορεί να κρύψει το γεγονός ότι η ζωή της ήταν δύσκολη και ότι αυτό βιβλίο είναι τελικά ένα θλιβερό. Η παιδική ηλικία της Μινέλι, μοναχοκόρης της Τζούντι Γκάρλαντ και του μεγάλου σκηνοθέτη Βινσέντε Μινέλι, τελείωσε στα πέντε, όταν οι γονείς της χώρισαν και ο πατέρας της, που τη λάτρευε, δεν ήταν πλέον εκεί για να την προστατεύει από την κυκλοθυμική διάθεση και τις εξαρτήσεις της μητέρας της. Πριν ακόμα κλείσει τα 13 της χρόνια, ικέτευε τους φαρμακοποιούς να της δώσουν χάπια για τη μητέρα της.
«Όπως το σύστημα των χολιγουντιανών στούντιο στέρησε από τη μαμά την παιδική της ηλικία, έτσι κι εκείνη στέρησε από μένα τη δική μου», γράφει η Μινέλι. Τα κεφάλαια που αφορούν τη μητέρα της είναι ίσως τα καλύτερα μέρη αυτού του βιβλίου απομνημονεύματων, επειδή είναι τα πιο ζωντανά, λες και η μητέρα της παραμένει ακόμα το πιο λαμπρό αστέρι για εκείνη. Είναι επίσης τα πιο περίπλοκα, επειδή ενώ η 80χρονη πλέον Μινέλι εξακολουθεί να τρέφει μια παιδική αγάπη για την Γκάρλαντ, έχει τη διαύγεια να την περιγράψει ως το θλιβερό τέρας που ήταν. Αφού αντιμετώπιζε την προέφηβη κόρη της ως τον ιδιωτικό ψυχίατρό της, όταν η μικρή έφτασε στην εφηβεία η Γκάρλαντ την έβλεπε ως ανταγωνίστρια. Την έσερνε μαζί της στη σκηνή, για υποστήριξη και για να προσφέρει κάτι καινούργιο, μόνο για να συνειδητοποιήσει πολύ αργά ότι η μικρή μπορεί να της κλέψει τη λάμψη. «Πάρτε την γαμώτο, η σκηνή είναι δική μου», φώναζε η Γκάρλαντ στους παραγωγούς όταν το χειροκρότημα για την κόρη της ήταν υπερβολικά ενθουσιώδες για τα γούστα της.
Προτού πεθάνει μόνη της σε ένα μπάνιο ξενοδοχείου στο Λονδίνο σε ηλικία 47 ετών, η Γκάρλαντ «καταράστηκε» την κόρη της με δύο καταστροφικά κληροδοτήματα: μια διά βίου εξάρτηση από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά και μια τάση να ερωτεύεται γκέι άνδρες. Η Μινέλι γράφει ότι αυτή και η μητέρα της έχουν μια «γενετική προδιάθεση» για την κατάχρηση ουσιών, αλλά φαίνεται εξίσου πιθανό ότι αυτή ήταν μια συμπεριφορά που απέκτησε με βάση του τι έβλεπε μεγαλώνοντας στο σπίτι.
Όσον αφορά τους ομοφυλόφιλους άνδρες, η Γκάρλαντ την έβαλε σε αυτό το μονοπάτι όταν έφερε σε επαφή τη 18χρονη Μινέλι με τον γκέι τραγουδιστή-τραγουδοποιό Πίτερ Άλεν, που η Γκάρλαντ ήταν σίγουρη ότι θα ήταν «τέλειος» για την κόρη της. Λίγο μετά τον γάμο τους, η Μινέλι γύρισε στο σπίτι και βρήκε τον Άλεν στο κρεβάτι με έναν άνδρα. Σε αυτό το σημείο, η Μινέλι αναφέρεται ελαφρώς στους «γάμους της μητέρας της με γκέι άνδρες», αλλά δεν βρίσκει το σθένος να πει ότι ένας από αυτούς τους άνδρες ήταν ο πατέρας της.
Η Μινέλι έζησε μια ζωή εξωφρενική, ανάλογη με το εξωφρενικό ταλέντο της. Είναι από τις λίγες ερμηνεύτριες που μπορούν να λένε ότι είναι «EGOT» (έχουν κερδίσει δηλαδή και Emmy και Grammy και Oscar και Tony βραβεία), αλλά δεν είναι σαφές πόσα θυμάται πραγματικά, καθώς μεγάλο μέρος του παρελθόντος της έχει χαθεί σε μια ομίχλη από «βενζοδιαζεπίνες, βαρβιτουρικά, αμφεταμίνες, αλκοόλ, κοκαΐνη».
Περιγράφει όμως με σπαρακτική σαφήνεια τη δημόσια ταπείνωση που υπέστηγ στα χέρια του τελευταίου (και χειρότερου) συζύγου της, Ντέιβιντ Τζεστ, ο οποίος κατάφερε να ξεπεράσει σε αχρειότητα όλους τους προηγούμενους εραστές της, συμπεριλαμβανομένου του Πίτερ Σέλερς, ο οποίος θεωρούσε διασκεδαστικό να οδηγεί σε μια εβραϊκή γειτονιά φορώντας στολή των SS. Ο Τζεστ, γράφει, «ήταν ο μόνος άντρας στη ζωή μου που ήταν ευτυχισμένος όντας απλά ο "κύριος Λάιζα Μινέλι"», αλλά μόνο, όπως αποδείχθηκε, για να μπορεί να την εκμεταλλεύεται και να την κλέβει. Η Μινέλι δεν έμαθε ποτέ να προστατεύεται από τα τέρατα, επειδή την είχαν μεγαλώσει να τα λατρεύει. Ήταν και εξακολουθεί να είναι το ζωντανό σύμβολο των προνομίων και του πόνου που αυτό συνεπάγεται.
Με στοιχεία από «The Times»