Ένα μνημειώδες έργο από την καρδιά του Μεσαίωνα

 

Λίγο μετά την πανώλη που έσπειρε τον Μαύρο Θάνατο, μέσα του 14ου αιώνα, στην αγγλική επαρχία, ο κόσμος κατέφευγε όπως μπορούσε, για να γλιτώσει, στα μεγάλα αστικά κέντρα. Μέσα σε λίγα χρόνια οι πληθυσμοί είχαν αρχίσει να γίνονται αστικοί, γεγονός που διαμόρφωσε μια τεράστια κρίση στη μεσαιωνική φεουδαρχία. Επιπλέον, η Εκκλησία δεν έπειθε ότι θα σώσει τον καθημερινό άνθρωπο από την καταστροφή, ενώ τα πανεπιστήμια, που είχαν αρχίσει να αυτονομούνται, έδιναν άλλη ώθηση στα γράμματα και στην κουλτούρα. Η ολοένα και αυξανόμενη ανάγκη για μελέτη οδήγησε και στην απλοποίηση της γλώσσας που έγινε πιο δημώδης και ο κόσμος ένιωθε επιτέλους να αποκτά τη δική του φωνή: την ώρα που ο θάνατος παραμόνευε σε κάθε του βήμα, ο άνθρωπος της πόλης γευόταν τη χαρά της ζωής, διεκδικούσε τον έρωτα και τραγουδούσε τις δικές του ιστορίες (στον βαθμό που συνοδεύονταν πάντοτε από την παρουσία μουσικών οργάνων).

 

Και κάπως έτσι, βγαλμένες από την καρδιά της πιο απτής αφήγησης του καθημερινού ανθρώπου της πόλης, έγιναν γνωστές από άκρη σε άκρη της Αγγλίας οι ιστορίες του Τζέφρυ Τσώσερ (1340-1400). Γνωστές για τον ανθρωπισμό τους, αφού για πρώτη φορά βάζουν στο ίδιο επίπεδο τον ιππότη με τον μυλωνά, τον δόκτορα της Ιατρικής με τον καλόγερο, δείχνουν να απευθύνονται με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρο το πλήθος (και όχι μόνο σε λίγους, όπως οι ιπποτικές μυθιστορίες, τα λεγόμενα amour courtois).

 

Οι Ιστορίες του Καντέρμπερυ επηρέασαν γενιές και γενιές –από τον Σαίξπηρ έως τον Πίτερ Ακρόιντ, που μας χάρισε τις δικές του παραλλαγές μέσα από τα Οράματα μιας εποχής– και έγιναν σύμφυτες με τον όρο Αναγέννηση στην αυστηρά βασιλοκεντρική Αγγλία. Μέδικοι μπορεί να μην υπήρξαν στην περιοχή –ούτε καν απελευθερωτικά ρεύματα πέρα από τη φιλοσοφία–, υπήρξαν όμως σπουδαγμένοι και κοσμογυρισμένοι ευγενείς, όπως ο Τσώσερ που, κομίζοντας στη Βρετανία έναν πιο ευρωπαϊκό αέρα, μεταμόρφωσαν την ουσία της αφήγησης. Έβαλαν στο επίκεντρο τον άνθρωπο, μίλησαν τη δική του γλώσσα και τον έκαναν πρωταγωνιστή των προσδοκιών και των φόβων του στο πλαίσιο της πιο απτής καθημερινότητας, και όχι μιας απόμακρης θεοκρατίας. Όπως και στο Δεκαήμερο του Βοκκάκιου, το οποίο αποτέλεσε την κεντρική επιρροή του Τσώτσερ μετά τα ταξίδια του στην Ιταλία, στις Ιστορίες του Καντέρμπερυ άνθρωποι απλοί αλλά και ευγενείς ερωτοτροπούν ή κοκορεύονται, βγάζουν δυναμικά τη γλώσσα στον θάνατο, σκαρώνουν τρελές φάρσες και χαίρονται με τις προστυχιές. Όπως το λέει και ένας από τους πρωταγωνιστές στις ιστορίες του Τσώτσερ: «Έστω κι αν η δύναμή μας εξασθενεί, μας αρέσουν ακόμα οι τρέλες. Κι όταν δεν μπορούμε πια να τις κάνουμε, συνηθίζουμε να μιλάμε γι’ αυτές· παραμένει, βλέπετε, μια σπίθα ζεστή ακόμα στις στάχτες μας».

 

Κι είναι πάλι αυτή η ανίερη τρέλα, η απαράμιλλη τρυφερότητα και το σκαμπρόζικο μαζί και το υψηλό ύφος που καθιστούν το έργο του Τσώσερ τόσο απαράμιλλο: «Κάθε πρόσωπο είναι μια τέλεια σπουδή βγαλμένη μέσα από την τότε πραγματικότητα, από ένα χέρι ανάλαφρο, που μας φέρνει στον νου τους προραφαηλίτες ζωγράφους, οι πιο μικρές λεπτομέρειες των οποίων αποτελούν ολοκληρωμένο έργο. Το πανδοχείο “Τάμπαρντ” είναι πραγματικό, το ίδιο και οι προσκυνητές. Τους περιγράφει τόσο καλά και με τέτοια συμπάθεια και χιούμορ, που ακόμα κι εμείς σήμερα, μετά από 700 χρόνια, τους αποδεχόμαστε σαν φίλους και γείτονές μας» τονίζει στην εισαγωγή του ο μεταφραστής του από μεσαιωνικά αγγλικά, Δημοσθένης Κορδοπάτης, στην πρώτη πλήρη απόδοση των Ιστοριών του Καντέρμπερυ στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μελάνι. Τις ιστορίες αφηγούνται περίπου 30 άνδρες και γυναίκες μαζί –πράγμα σπάνιο για τα ανδροκρατικά δεδομένα της εποχής– που ξεκινούν για προσκύνημα στο Καντέρμπερυ, το οποίο απέχει 85 χιλιόμετρα από το Λονδίνο. Για να περάσει η ώρα στο ταξίδι εξιστορούνται τις περιπέτειες των πρωταγωνιστών που αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα από όλη την κοινωνικό και ταξικό φάσμα της εποχής: ο Ιππότης, ο Δόκτορας της Ιατρικής, ο Κλητήρας του Ιεροδικείου, ο Έμπορος, η Μοναχή κ.ά. Η πρωτοτυπία τους, όμως, δεν έγκειται μόνο στο αντιπροσωπευτικό τους σθένος αλλά και στην πρωτοφανή επαναστατικότητά τους: οι γυναίκες δεν αποκτούν μόνο φωνή και ρόλο, αλλά για πρώτη φορά οφείλουν να είναι ουσιαστικά χειραφετημένες και ανεξάρτητες. «Ε, πρωτοκυράδες μου, εμπρός, υπερασπιστείτε τον εαυτό σας, εσείς που είστε δυνατότερες κι από καμήλες! Γιατί αφήνετε τον άνδρα να σας προσβάλλει; Κι εσείς, οι αχαμνούλες και εύθραυστες, γίνετε πιο άγριες και από τις τίγρεις των Ινδιών!

 

Κροταλίστε σαν ανεμόμυλοι, θυμηθείτε με!». Ο έρωτας γίνεται, αντίστοιχα, ένα γεγονός υπέροχο και απελευθερωτικό που κάνει τις καρδιές να χτυπάνε δυνατά και να μην υποτάσσονται στις κοινωνικές συμβάσεις. Το σώμα είναι πλέον δυναμικό μέσο απελευθέρωσης και όχι ελέγχου, όπως το ήθελαν η εξουσία και ο κλήρος: «Οι εραστές που επιθυμούν να ζήσουν μαζί για πολύ χρόνο οφείλουν να υποτάσσονται ο ένας στον άλλον. Ο έρωτας δεν χειραγωγείται διά της βίας. Έτσι και προκύψει καταδυνάστευση, ο θεός του Έρωτα χτυπά τα φτερά του και “γεια σου”. Φεύγει! Ο έρωτας είναι πράγμα ελεύθερο, όπως κάθε πνεύμα. Οι γυναίκες επιθυμούν την ελευθερία, να μη νιώθουν καταπίεση σαν τους δούλους. Κι αν δεν κάνω λάθος, το ίδιο είναι και οι άνδρες» γράφει με ακρίβεια ο Τσώσερ.

 

Η δημοκρατική αυτή έκφραση του Τσώσερ που διαπερνούσε τα ερωτικά και καθημερινά ήθη δεν άφησε ανεπηρέαστα τα πλήθη που βρήκαν στην πολύχρωμη αφηγηματική παλέτα του τη δική τους ιστορία (άλλωστε, είναι ο πρώτος ποιητής που θάφτηκε με τιμές στο Westminster Abbey). Στις ιστορίες του ενσωματώνονται όλα τα ετερόκλητα είδη που λάτρευε τότε ο κόσμος – από μεσαιωνικά ρομάντζα έως λαϊκές παραβολές, νεραϊδοϊστορίες, τολμηρές ερωτικές φάρσες (fabliaux), σε μια μορφή ιδιόμορφου και πρωτότυπου αφηγηματικού λόγου. Εκεί, δηλαδή, που η αφήγηση αγγίζει τα όρια της φάρσας υιοθετείται η ρίμα και όταν ο τόνος γίνεται πιο διδακτικός ή σοβαρός ακολουθείται (όπως και στα σοβαρά φιλοσοφικά κείμενα) ο πεζός λόγος. Επίσης, δεν υπάρχει μόνο ένας τριτοπρόσωπος αφηγητής, αλλά στο κείμενο, πολλές φορές, παρεμβάλλεται με τρόπο εντελώς καινοφανή ο ίδιος ο Τσώτσερ, προκειμένου να αποδομήσει, αν χρειαστεί, τον εαυτό του. Για παράδειγμα, ένας από τους πρωταγωνιστές του δεν φοβάται να παραδεχτεί πως «δεν μπορώ να πω κάποια αξιόλογη ιστορία προς το παρόν που να μην έχει ειπωθεί από τον Τσώσερ, με αυτά τα άτσαλα αγγλικά που χρησιμοποιεί». Υπάρχουν, επίσης, άφθονες διακειμενικές αναφορές στην Τέχνη του έρωτα του Οβίδιου, στα βιβλία του Τερτυλλιανού, του Χρύσιππου, ενώ αναδεικνύονται διάφορες συμβολικές μορφές αντίστασης στην αυταρχική αριστοκρατική εξουσία. Πλείστες είναι και οι παραπομπές στην αρχαία ελληνική μυθολογία αλλά και σε περιώνυμα ποιήματα του Μεσαίωνα, όπως αυτά του Nigel Witeker ή του Geoffrey de Vinsauf. Άπειρες πληροφορίες αντλεί κανείς για το πώς σκέφτονταν και ζούσαν τότε οι άνθρωποι, για τις προκαταλήψεις ή τις φοβίες τους, διακρίνοντας εικόνες που στοίχειωσαν, χάρη στον Τσώσερ, την παγκόσμια ποίηση (όπως ο περίφημος Άνθρωπος του Φεγγαριού, που επηρέασε τον Σαίξπηρ). Η πολύτιμη, όμως, συνεισφορά των Ιστοριών του Καντέρμπερυ πάντα θα είναι ο τρυφερός και δυναμικός τρόπος με τον οποίο ο Τζέφρυ Τσώσερ έφερε στο προσκήνιο τον άνθρωπο: σε αυτόν φαίνεται να δίνει την πρωτοκαθεδρία, με αυτόν συμπλέει όταν νιώθει να γέρνει απειλητικά εις βάρος του η πλάστιγγα (της δικαιοσύνης ή της ιστορίας). «Το πόσο γρήγορα ξυπνάει ο οίκτος στις ευγενικές καρδιές, οι οποίες νιώθουν τους δυνατούς πόνους του άλλου σαν δικούς τους, αποδεικνύεται καθημερινά (όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς) από τα βιβλία και τη ζωή» γράφει με πραγματική ενσυναίσθηση ο Τσώσερ, γνωρίζοντας ότι η ανθρώπινη φύση είναι παντού η ίδια –το ίδιο ρωμαλέα, τρομερή, ανελέητη και τρωτή–, όσο κι αν ξέρει ότι από πάνω της παραμονεύει απειλητικά ο γρύπας.