98' με την Τζένη Μαστοράκη

98' με την Τζένη Μαστοράκη Facebook Twitter
Φωτ.: Πάνος Μιχαήλ/ LiFO
0

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΣΗΜΕΙΟ στο σώμα μας, κοντά στην κοιλιά, στο λεγόμενο διάφραγμα, όπου οι αρχαίοι πίστευαν ότι ήταν το κέντρο του θυμικού. Ο Όμηρος το έλεγε «πραπίδες» και μέσα από αυτό εξηγούσε το τσαγανό και το σθένος των ανθρώπων που τολμούν και πάνε κόντρα στο ρεύμα – μια τέτοια περίπτωση είναι ο Χόλντεν Κώλφηλντ, αυτό το αιώνιο σύμβολο της εφηβείας, της επανάστασης και του αντικομφορμισμού που δεν συμβιβάστηκε ούτε με το περιβάλλον του, ούτε με την εποχή του. Μια άλλη αντίστοιχη περίπτωση είναι η μεταφράστρια και ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη: γιατί, σίγουρα, θέλει μεγάλη τόλμη να λατρεύεις οτιδήποτε αμερικανικό, όταν όλοι οι συνομήλικοί σου σηκώνουν κόκκινες παντιέρες και τραγουδάνε επαναστατικά άσματα, όπως θέλει ακόμα μεγαλύτερο σθένος να μετατρέψεις τον τίτλο που εσύ πρωτοαπέδωσες ως Ο φύλακας στη Σίκαλη του Ντ.Τζ. Σάλιντζερ σε Στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης.

Η ίδια, με έναν καφέ στο χέρι, κάπου στη μέση της Φωκίωνος Νέγρη, ένα γλυκό απόγευμα με τον ήλιο να αφήνει πίσω του ένα κατακόκκινο χρώμα και τις κυρίες δίπλα μας με τα ροζ μαλλιά να διαβάζουν τόμους από εγκυκλοπαίδειες πίνοντας κονιάκ, βάλθηκε να μου εξηγήσει τι σημαίνει να τα βάζεις με ένα κείμενο που σήμερα θεωρείται κλασικό. Στην κουβέντα της ξεχειλίζει από λέξεις, εξηγήσεις και αγάπη, σε σημείο που δεν ξέρεις τι να πρωτοσυγκρατήσεις: τις ρυθμικές της παύσεις ή το ζεστό της βλέμμα. Αυτό για το οποίο καταρχάς αναρωτιέμαι είναι πώς αλήθεια πρωτοήρθε σε επαφή, την πολύπαθη δεκαετία του '70, με ένα κείμενο ενός άγνωστου στην Ελλάδα συγγραφέα, που μιλάει για τη Νέα Υόρκη, αναφέρεται σε όρους μπέιζμπολ και περιγράφει τις εσωτερικές σκέψεις που θα έκανε ένα αγόρι στο μακρινό Μανχάταν. Γιατί, αλήθεια, ο Σάλιντζερ, γιατί ο Catcher και πώς έπεσε σε εκείνη ο κλήρος να το μεταφράσει; «Ήταν καλοκαίρι του '68 όταν έτυχε να χαζεύουμε παρέα με τον φίλο μου τον Νίκο –πού λεφτά για ξενόγλωσσα βιβλία τότε– στο πατάρι του παλιού Ελευθερουδάκη ένα ασημί βιβλίο ενός συγγραφέα που ούτε είχα ξανακούσει. Επειδή είχε τύχει να μου συστήσει κι άλλα βιβλία που μου άρεσαν, τον εμπιστεύτηκα και το πήρα. Το ίδιο κιόλας βράδυ είχα πάθει τη ζημιά. Φαντάσου μια νύχτα, τρεις μόλις μήνες μετά τον παρισινό Μάη, μέσα στη χούντα, εγώ να παρατάω τα πάντα, διαβάσματα και αντιπαραθέσεις, να ξεχνάω ακόμα και το ελληνικό καλοκαίρι και να σκέφτομαι τον Χόλντεν στο Σέντραλ Παρκ καταχείμωνο. Λίγο πριν ξημερώσει και μόλις το τελείωσα είχα καταλάβει και τον τίτλο».

98' με την Τζένη Μαστοράκη Facebook Twitter
Φωτ.: Πάνος Μιχαήλ/ LiFO

Ωστόσο, η 19χρονη μόλις τότε Τζένη Μαστοράκη ούτε καν είχε σκεφτεί –πώς άλλωστε;– να το μεταφράσει, αλλά έκτοτε ο Σάλιντζερ έγινε εμμονή. Κάποια στιγμή, λίγα χρόνια αργότερα, που συζητούσε με τον Γιώργο Βαμβαλή για αγαπημένα αναγνώσματα και λατρεμένους συγγραφείς, επέμενε –όπως το κάνει ακόμη και σήμερα– ότι το αγαπημένο της βιβλιαράκι ήταν ο Catcher. Ο Βαμβαλής των εκδόσεων Επίκουρος της πρότεινε πάραυτα να το μεταφράσει και το βιβλίο έγινε, από την 28χρονη τότε Τζένη Μαστοράκη, ο περίφημος Φύλακας στη Σίκαλη. Ο τίτλος ήταν, κατά κάποιον τρόπο, λύση αναγκαστική, αφού ο «μακαρίτης δεν επέτρεπε παρεκβάσεις από τον πρωτότυπο, αλλά ήταν και η μόνη απόδοση που θα μπορούσε να είναι κατανοητή σε έναν λαό που τη δεκαετία του '70 δεν ήξερε καν τι είναι το μπέιζμπολ». Σήμερα, όμως, τι την έκανε να αλλάξει έναν τίτλο που θεωρείται πλέον κλασικός; Τη ρωτάω αν επηρεάστηκε από την απόδοση του ποιήματος του Ρόμπερτ Μπερνς που παραθέτει ο ίδιος ο Χόλντεν στο βιβλίο. «Ήθελα έναν κυριολεκτικό catcher πια – όπως τον ήθελε και ο Σάλιντζερ. Και, ναι, στον τίτλο χρειάστηκα τον πιάστη μέσα στο ποίημα. Τον έβαλα, λοιπόν, σ' έναν σπασμένο δεκαπεντασύλλαβο από το "gin a body meet a body / comin thro' the rye", όπου "a body" σημαίνει "κάποιος", αλλά προτίμησα το κυριολεκτικό "κορμί", γιατί το ποίημα (κι ας έγινε παιδικό τραγούδι) μιλάει για κρυφές ερωτικές συναντήσεις στα χωράφια. Τα στάχια τα πρόσθεσα γιατί η "σίκαλη", σκέτη, δεν είχε ούτε μια εικόνα. Φοβήθηκα πολύ τα τέσσερα "στ". Ύστερα, λίγο-λίγο, τα συνήθισα».

σικαληΤης λέω ότι κάποιος φίλος, χωρίς να ξέρει ότι ο τίτλος αφορά ποίημα, είχε ενθουσιαστεί με το ρυθμικό άκουσμα και την ποιητικότητά του. Κάποιος άλλος, ωστόσο, απόρησε πώς η ίδια κατάφερε να ξαναδουλέψει –και μάλιστα από την αρχή– ένα βιβλίο που είχε μεταφράσει τόσα χρόνια πριν, αφού, ως γνωστόν, οι καλοί συγγραφείς και οι μεταφραστές σπάνια επιστρέφουν στα έργα που έχουν περατώσει. «Η αλήθεια είναι ότι ξαναγυρίζω σε παλιές μου μεταφράσεις όποτε χρειαστεί, αλλά χωρίς να το δηλώνω» – αν και, όντως, κι εκείνη δύσκολα ξαναδιαβάζει ολοκληρωμένα της έργα. «Εδώ η επιστροφή δημοσιοποιήθηκε αναγκαστικά από το 2010, με τον θάνατο του Σάλιντζερ. Δεν γινότανε αλλιώς. Και ξαναγύρισα γιατί χρωστούσα στον Χόλντεν. Εγώ μεγάλωνα και μιλούσα ολοένα και πιο καινούργια ελληνικά, ωστόσο αυτός έμενε πίσω, στη δεκαετία του '70, και τα ελληνικά του πάλιωναν. Αλλά και πάλι, ο καινούργιος Χόλντεν δεν μιλάει όπως μιλάνε τα σημερινά παιδιά. Ούτε, βέβαια, όπως μιλάω εγώ – άσχετο που εγώ, με το πες-πες, κοντεύω να μιλάω πια όπως μιλάει αυτός». Μου ομολογεί ότι για να αποδώσει πιο πειστικά την αργκό των νέων «έκλεβε» φράσεις από παντού – από τα πιτσιρίκια που έπαιζαν στον πεζόδρομο της Φωκίωνος Νέγρη αλλά και από κάποιους περίεργους τύπους που μιλάνε δυνατά στα κινητά. Για παράδειγμα, το «φάσωμα» ομολογεί ότι το πρωτοάκουσε από κάτι εφήβους τη δεκαετία του '90, κι ενώ στην αρχή το μίσησε, ύστερα το χώνεψε και στο τέλος έφτασε να το υιοθετήσει στην τελευταία μετάφρασή της. «Έτσι απέδωσα το necking – γιατί πού να μιλήσεις για "κουτούπωμα" το '78, άσε που το "χαϊδολόγημα" παραήταν γραφικό για να ακούγεται από το στόμα ενός παιδιού στο Μανχάταν».

Γι' αυτό και όταν πρωτομετέφραζε το βιβλίο τη δεκαετία του '70, αναγκαστικά οι λύσεις των όρων αργκό του βιβλίου και της έντονης προφορικότητας που το χαρακτηρίζει είτε θα προέρχονταν από τη γλώσσα του υποκόσμου είτε από τη μάγκικη ιδιόλεκτο του Πειραιά – που πόρρω απείχε από τα αμερικανικά δεδομένα της Νέας Υόρκης. Επιπλέον, ο ήρωας του βιβλίου, αν και υιοθετεί την αργκό, σπάνια βρίζει – κι αν το κάνει, ακόμα και σε στιγμές παραφοράς, θα χρησιμοποιήσει λέξεις ενός ιδιόμορφου καθωσπρεπισμού. Για να τον ακολουθήσει η μεταφράστριά του βρήκε διάφορους τρόπους, ψάχνοντας ανάμεσα στη γλώσσα των νέων κι εφευρίσκοντας νέες, δικές της λέξεις. Προς έκπληξή μου μού ομολογεί πως αποδόσεις όπως η «ψυχοπλάκωση» είναι παλιά της επιλογή και όχι τωρινή. «Τη λέγαμε τότε, τη λέμε και τώρα. Οι "σαδισμάρες" γεννήθηκαν κατ' αναλογία προς τις "γελοιομάρες" και τις "ηλιθιομάρες" που έκλεψα από έναν παλιό μου φίλο, αφού επί χρόνια τον πείραζα που τις έλεγε. Του το 'πα όταν πια τυπώθηκε το βιβλίο». Στο βιβλίο, βέβαια, υπάρχει σε μεγάλο βαθμό αναθεώρηση των παλιών όρων αργκό («λαμόγιο», «κωλώστρα», ακόμα και το επαναλαμβανόμενο «ξερωγώ»). Τη ρωτάω κατά πόσο ήθελε, με αυτό τον τρόπο, να έρθει πιο κοντά στους νέους του σήμερα κι αν θεωρεί ότι στον αναθεωρημένο Σάλιντζερ θα βρουν τον Κώλφηλντ που έκρυβαν μέσα τους. «Όχι, όχι, καθόλου. Ούτε και θα 'ξερα ποτέ τι θέλουν οι πολύ νέοι. Απλώς, με τόσες πολιτικές λαμογιές φάτσα-φόρα πια στα χρόνια που δούλευα δεν θα υπήρχε περίπτωση να πω διαφορετικά τους crooks. Τα "ξερωγώ", "δενξερωτί" και διάφορα άλλα παρακολουθούν τα τικ του Χόλντεν (and all, or something / or anything) με δικά μας προφορικά τικ που τα ακούω καθημερινά από ανθρώπους όλων των ηλικιών. Η "κωλώστρα", λέξη που κερδίσαμε με τον καιρό, ήταν (για μένα) πιο κοντά στο yellow που λέει ο Χόλντεν».

98' με την Τζένη Μαστοράκη Facebook Twitter
Φωτ.: Πάνος Μιχαήλ/ LiFO

Υπάρχει, ωστόσο, μια λέξη που διατρέχει διαρκώς τις σελίδες του βιβλίου και το ασυνείδητο του Χόλντεν: το ιμιτασιόν –όπως αποδίδει η Μαστοράκη το phoney– φαίνεται να είναι η βασική απέχθεια του ήρωα. Δεν αντέχει τις ιμιτασιόν συμπεριφορές, τους ιμιτατιόν ανθρώπους, ακόμη και τις ιμιτασιόν λέξεις. Ρωτάω τη μεταφράστριά του αν πιστεύει ότι υπάρχουν λέξεις ιμιτασιόν, όπως το «περίφημος» που έλεγε ο Χόλντεν στο βιβλίο. «Ναι. Το "περίφημος", που το έχει και ο Φύλακας, είναι μια ενοχλητική λέξη. Όπως και το "έκτακτος". Με ενοχλούν οι λέξεις "φήμη" και "τάξη"». Σε αντίθεση με οτιδήποτε ιμιτασιόν, ο Χόλντεν φαίνεται να αναζητά το βάθος-βάθος και την ουσία των πραγμάτων. «Οι άλλοι δεν πιστεύουν ποτέ για τίποτα πως θα 'ναι τίποτα στο βάθος βάθος» λέει ο Χόλντεν, γνωρίζοντας πως αυτή είναι η μόνιμη σύγκρουση – του βάθους με την απατηλή επιφάνεια... «με τη γυαλάδα ενός χρυσαφικού "ιμιτασιόν", όπως το 'λεγαν οι μαμάδες μας στα προ "φo μπιζού" χρόνια του '50» συμπληρώνει η Τζένη, αν και η ίδια προτιμάει να τη λέω γιαγιά της Αλίνας, της μεγάλης της αδυναμίας. «Το να είμαι γιαγιά είναι ο καλύτερος ρόλος της ζωής μου, με ξεκουράζει αφάνταστα» επαναλαμβάνει ενθουσιασμένη. Άλλωστε, η ίδια, σε αντίθεση με τον ήρωά της, τον Χόλντεν, δεν βλέπει πια τον κόσμο με τον ίδιο θυμό, αν και συμφωνεί μαζί μου όταν της λέω ότι εκείνη η παλιά ποιητική της συλλογή Το Σόι (1978) είχε πολλά κοινά με τον Χόλντεν, ήταν πολύ κοντά στη δική του ιδιοσυγκρασία. «Όντως ήταν γραμμένο με θυμό, ήταν οργισμένο, αν και, παραδόξως, αυτό που βλέπω τώρα, τόσα χρόνια αργότερα, είναι ο κοινός ρυθμός». Τώρα, επομένως, που ο νεανικός θυμός έχει καταλαγιάσει, στη θέση του υπάρχουν μόνο η χαρά και η αγάπη, αφού η γιαγιά πλέον Τζένη Μαστοράκη απολαμβάνει να μοιράζεται τον χρόνο της με την εγγονή της, να την πηγαίνει βόλτες, να την ακούει. Και όταν τη ρωτάω αν της λέει ιστορίες η απάντησή της είναι κατηγορηματική. «Καμία. Θα τις ανακαλύψει μόνη της. Θα τις φτιάξει κιόλας. Μαζί λέμε και κάνουμε βλακείες. Και γελάμε πολύ. Μόνο έτσι θέλω να με θυμάται».

J.D. Salinger: «Στη Σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης», εκδόσεις Γράμματα

 
Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι• όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τι κοινό έχουν ο Μπάρακ Ομπάμα και η Ντούα Λίπα;

The Review / Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα

Διάβασαν και προώθησαν και οι δυο το μυθιστόρημα «Σάρκα» του Ουγγροβρετανού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κέρδισε το βραβείο Booker του 2025 και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. H Βένα Γεωργακοπούλου συζητά γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτο, πρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Έχουν, αλήθεια, νόημα οι επανεκδόσεις βιβλίων;

Βιβλίο / Έχουν νόημα οι επανεκδόσεις;

Η εκ νέου κυκλοφορία ξένων τίτλων φέρνει στο προσκήνιο κλασικά έργα, αλλά θέτει και το εξής ερώτημα: χρειαζόμαστε επετειακές εκδόσεις βιβλίων όπως η «Λίγη Ζωή» της Γιαναγκιχάρα, που μοιάζει να αφορά την εποχή που γράφτηκε;
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το πίσω ράφι/ Άρια Σαϊονμάα: «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται»

Το πίσω ράφι / «Μίκη, ήσουν και είσαι ο πιο σημαντικός μέντορας»

Το αυτοβιογραφικό αφήγημα της Άρια Σαγιονμάα «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται» σφραγίζει η πληθωρική προσωπικότητα του Θεοδωράκη, καθώς ανασυστήνεται η πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα των ’70s.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Άλαν Χόλινγκχερστ: «Στην queer λογοτεχνία, κάτι από εκείνη την παλιά οργή θα επιστρέψει»

Βιβλίο / Άλαν Χόλινγκχερστ: «Η παλιά οργή θα επιστρέψει στην queer λογοτεχνία»

Με αφορμή την ελληνική έκδοση της «Υπόθεσης Σπάρσολτ» ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Βρετανούς συγγραφείς μιλάει στη LiFO για την εξέλιξη της queer λογοτεχνίας, τη μετατόπιση του δημόσιου λόγου γύρω από την ταυτότητα και τα δικαιώματα, αλλά και για τον τρόπο γραφής του σήμερα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Πουλάει ο κομμουνισμός σήμερα;

The Review / Πουλάει ο κομμουνισμός σήμερα;

Ο Βασίλης Γκουρογιάννης γράφει το μυθιστόρημα «Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ» που δίνει τον λόγο σε έναν δογματικό και βαθιά τραυματισμένο κομμουνιστή δικηγόρο, ο οποίος πολιορκεί τα γραφεία του ΚΚΕ απαιτώντας δικαίωση. Η Βένα Γεωργακοπούλου μιλά με τη μεταφράστρια και συγγραφέα Κατερίνα Σχινά για το βιβλίο.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ