Το ξύπνημα των νεκρών

Το ξύπνημα των νεκρών Facebook Twitter
Άκις Βλουτής, Ρούλα Πατεράκη
0

Aπό πέρσι σχεδίαζαν η Ρούλα Πατεράκη και ο Άκις Βλουτής να ανεβάσουν το τελευταίο έργο του Χένρικ Ίψεν Το ξύπνημα των νεκρών (1899), έχοντας τη φιλοδοξία να λειτουργήσει συμπληρωματικά (και ίσως να προκαλέσει διάλογο) προς τους Εξόριστους του Τζέιμς Τζόις (1914). Όχι μόνο γιατί ο τελευταίος εκτιμούσε τα έργα του Ίψεν αλλά και γιατί οι Εξόριστοι είναι κατά έναν τρόπο η συνέχεια ή η απάντηση του Τζόις στο Ξύπνημα των νεκρών και στα μείζονα ζητήματα που θέτει σχετικά με τη σχέση του καλλιτέχνη με τους ανθρώπους και τον κόσμο. Γιατί αν ο δημιουργός παρατηρεί γύρω του, προσπαθώντας ν’ αποτυπώσει το μυστήριο της ζωής σ’ ένα καλλιτεχνικό έργο, αν από τη φύση της εργασίας του είναι ένα medium, ένα στοιχείο ανάμεσα στο απτό/υλικό και στο φανταστικό/διανοητικό, τότε όντας ο ίδιος ατελής ως άνθρωπος, δύσκολα μπορεί να εξασφαλίσει την ισορροπία του διττού της ύπαρξής του, της διττότητας του ρόλου του. Ο καλλιτέχνης μοιάζει ως προς τούτο με τον εξόριστο, μ’ αυτόν που ζει μακριά από τη γενέθλια χώρα και τους ανθρώπους του, ξένος και νοσταλγός, χωρίς το αίσθημα του ανήκειν, προσβλέποντας σε μια επιστροφή που de facto -ακόμη και αν συμβεί- τελεί εν αμφιβόλω.

Ο Ίψεν αφήνει πίσω του τον ρεαλισμό του αστικού δράματος που υιοθέτησε, για να τον υπονομεύσει εντέχνως με τα όπλα του συμβολισμού. Στο τελευταίο έργο του βαθύς συμβολισμός χαρακτηρίζει δομή, πρόσωπα, λόγο. Οι τρεις πράξεις εξελίσσονται σε διαφορετικούς ανοιχτούς χώρους, καθένας εκ των οποίων λειτουργεί ως αναβαθμός που εξασφαλίζει την άνοδο προς το επόμενο, ανώτερο επίπεδο αυτοσυνείδησης, απομάκρυνσης και απελευθέρωσης από την κοινωνία των ανθρώπων και τις συμβάσεις που διέπουν τη λειτουργία της.

Τα τέσσερα βασικά πρόσωπα -ο γλύπτης Ρούμπεκ και ο κόμης-κυνηγός Ουλφχάιμ, η Ειρήνη (κάποτε η μούσα του γλύπτη) και η Μάγια (νεαρή σύζυγος του γλύπτη)- λειτουργούν ως αρνητικά το ένα του άλλου. Οι δύο που θα διαπιστώσουν ότι η τέχνη δεν απαντά στο δράμα της ύπαρξης ούτε και το «θεραπεύει» θα βρουν τη λύτρωση σε μια «πρωτόγονη» αναμέτρηση με την ανυπέρβλητη αλήθεια της φύσης. Εκεί, στα ψηλά βουνά, θα ατενίσουν το «Θαύμα του κόσμου» και θα χαθούν παρασυρμένοι από τη χιονοστιβάδα που θα προκαλέσει ένας κεραυνός. «Pax vobis» («ειρήνη υμίν») είναι η τελευταία φράση του έργου.

Ο Ίψεν πετυχαίνει το εξής παράδοξο: φαινομενικά ρεαλιστικοί, τόσο οι διάλογοι όσο και η δράση λειτουργούν σε συμβολικό επίπεδο και απαιτούν από τους θεατές μια ετοιμότητα «συνδέσεων» ανάλογη μ’ αυτήν που είναι αναγκαία στην ανάγνωση της ποίησης. Ειδικά στην τελική πράξη, οι ήρωες χάνουν τα ατομικά χαρακτηριστικά τους (γίνονται κάτι σαν τις μορφές της τραγωδίας) και δρουν σ’ ένα πλαίσιο σχεδόν μυθολογικό (σαν τον Καύκασο στον Προμηθέα Δεσμώτη). Επιπλέον, οι διάλογοι κατά σημεία επαναλαμβάνονται από πράξη σε πράξη, με τον τρόπο που στον ποιητικό λόγο η επανάληψη είναι μείζον χαρακτηριστικό της δομής και του ρυθμού. Η επανάληψη και η κυκλικότητα, άλλωστε, δεν χαρακτηρίζουν την ίδια τη ροή της ζωής;

Σύμφωνοι, αλλά πώς μπορεί ν’ αποδοθεί στη σκηνή ένα έργο με αυτά τα χαρακτηριστικά; Το Ξύπνημα των νεκρών μπορώ να το φανταστώ καλύτερα σαν όπερα (με μουσική, λ.χ., του Ντεμπισί) παρά σαν θεατρικό έργο. Οπωσδήποτε δεν ανήκει στα έργα που παίρνεις το κείμενό τους και το ανεβάζεις οπουδήποτε - θέλει ερμηνευτική πρόταση, θέλει σκηνοθετική παρέμβαση και σκηνή που με το μέγεθός της να μπορεί ν’ ανταποκριθεί στα οντο/κοσμο-λογικά ζητήματα που θίγει. Ο Μπομπ Γουίλσον, π.χ., είχε βασιστεί για την παράστασή του (1991) στη τεχνολογία. Είχε κόψει το μισό κείμενο κι έστησε έναν κόσμο παγωμένης, αλπικής τεχνολογικής φαντασίας, όπου οι άνθρωποι κινούνται σαν ρομπότ (είναι νεκροί γιατί παραδόθηκαν στη μηχανική προοπτική του κόσμου) και κάθονται σε αυτοκινούμενες καρέκλες.

Γι’ αυτό και νομίζω ότι ήταν λάθος επιλογή να ανεβεί το Ξύπνημα των νεκρών στο Από Μηχανής Θέατρο. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της Λιλής Πεζανού στη σκηνογραφία (με 3 επιφάνειες που μισάνοιγαν ή διαμόρφωναν είσοδο από το σκοτεινό πίσω μέρος της σκηνής, μια μικρή κλίμακα που ανεβοκατέβαινε, μεγάλες επιφάνειες που αρχικά είναι προσαρμοσμένες στο πάτωμα αλλά στην τελική σκηνή σηκώνονται κάθετες για να θυμίζουν βουνοκορφές κ.ο.κ.), η δράση ασφυκτιούσε στη μικρή γκρι σκηνή - το Ξύπνημα δεν μπορείς να το δεις ως έργο δωματίου. Η παράσταση ήταν πολύ κατώτερη των προσδοκιών που είχε προκαλέσει, μια και είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται στη χώρα μας. Να ’φταιξε η υποκριτική γραμμή που ακολουθήθηκε; Μα, δεν υπήρξε γραμμή. Οι ηθοποιοί πάλευαν με μια ωσεί ρεαλιστική υποκριτική που «εμπλουτιζόταν» με τις εξπρεσιονιστικές φωνητικές κορυφώσεις της Ρούλας Πατεράκη στον ρόλο της πάλαι ποτέ μούσας του γλύπτη αλλά και μ’ έναν φορμαλισμό στην (αργήήή) κίνησή της - και στην παρουσία της μοναχής που ανέλαβε η Τασία Σοφιανίδου. Σαφώς την καλύτερη ερμηνεία δίνει ο Άκις Βλουτής στον ρόλο του Ρούμπεκ, αλλά κι αυτή βυθίζεται από την έλλειψη ακόμη και ίχνους χημείας (δεσίματος) ανάμεσα στους ηθοποιούς. Συμβαίνουν και αυτά. Pax vobis.

Θέατρο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί ο «Οιδίποδας» κάνει απανωτά sold-out;

The Review / Γιατί ο «Οιδίποδας» κάνει απανωτά sold-out;

Μετά τον θρίαμβο σε Λονδίνο και Νέα Υόρκη, ο Ρόμπερτ Άικ σκηνοθετεί με Έλληνες ηθοποιούς τη σύγχρονη διασκευή της τραγωδίας του Σοφοκλή στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση – και ο θρίαμβος συνεχίζεται, με παράταση των παραστάσεων ως τις αρχές Φεβρουαρίου. Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητά με τη Στεφανία Γουλιώτη για το έργο και την παράσταση, τον σκηνοθέτη και το ρίσκο που συνιστούν πάντα οι διασκευές αρχαίου δράματος.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Όταν ο Αγγελάκας συναντά τον Μικρό Πρίγκιπα

Θέατρο / Γιάννης Αγγελάκας: «Έχουμε τσαλαπατήσει το παιδί μέσα μας»

Το σύμπαν του «Μικρού Πρίγκιπα» και του δημιουργού του, Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί, ζωντανεύει στη σκηνή της Στέγης από τον Έλληνα τραγουδοποιό με στόχο να υπενθυμίσει την αξία της χαμένης μας παιδικότητας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Γιώργος Κοτσιφάκης

Χορός / Γιώργος Κοτσιφάκης: «Θέλω και στη ζωή να κάνω όσα συμβαίνουν στη σκηνή»

Του είπαν «δεν θα γίνει χορευτής με τίποτα» – σήμερα θεωρείται από τους καλύτερους χορευτές της Ευρώπης. Ξεκίνησε την καριέρα του συμμετέχοντας στο «2» του Δημήτρη Παπαϊωάννου, και σήμερα κάνει διεθνή περιοδεία με το «My fierce ignorant step».
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Ο takis ξεκίνησε από το Κιάτο και έφτασε στα κορυφαία θέατρα του κόσμου

Θέατρο / Ο takis ξεκίνησε από το Κιάτο και έφτασε στα κορυφαία θέατρα του κόσμου

Έχει υπογράψει μερικά από τα πιο τολμηρά ανεβάσματα των τελευταίων ετών. Έφτασε στην πεντάδα υποψηφιοτήτων των Διεθνών Βραβείων Όπερας 2025. Ποιος είναι ο ταλαντούχος Έλληνας σκηνογράφος και ενδυματολόγος;
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Απόστολος Βέττας: «Στο θέατρο οι πιστοί δηλώνουν την πίστη τους με το χειροκρότημα»

Βιβλίο / Απόστολος Βέττας: «Στο θέατρο οι πιστοί δηλώνουν την πίστη τους με το χειροκρότημα»

Ο σπουδαίος σκηνογράφος συγκέντρωσε την πολύτιμη σαραντάχρονη εμπειρία του σε ένα δίτομο λεξικό για τη σκηνογραφία, αναδεικνύοντάς την ως αυτόνομη τέχνη και καταγράφοντας την εξέλιξή της στο ελληνικό θέατρο.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Γιάννης Τσουμαράκης: «Στον Οιδίποδα βρίσκουμε τον Έπσταϊν και τους βιασμούς παιδιών»

Θέατρο / Γιάννης Τσουμαράκης: «Στον Οιδίποδα βρίσκουμε τον Έπσταϊν και τους βιασμούς παιδιών»

Με το βραβείο Χορν στις αποσκευές του αλλά και την ερμηνεία του στο ρόλο του Πολυνείκη στον Οιδίποδα του Ρόμπερτ Άικ, ο νεαρός ηθοποιός βρίσκεται ήδη «στον καλό δρόμο». Βραβεία, σημαντικοί ρόλοι, το θέατρο σήμερα. Πώς τα βλέπει όλα αυτά;
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Χρήστος Λούλης: «Ανήκω στη γενιά που δούλεψε σε ένα κακοποιητικό θέατρο»

Θέατρο / Χρήστος Λούλης: «Ανήκω στη γενιά που δούλεψε σε ένα κακοποιητικό θέατρο»

25 χρόνια πριν, συμμετείχε στην παράσταση «Καθαροί πια» που σκηνοθέτησε ο Λευτέρης Βογιατζής. Σήμερα επιστρέφει στο σκληρό έργο της Σάρα Κέιν, έχοντας διαγράψει μια πορεία γεμάτη πρωταγωνιστικούς ρόλους. Τι τον κρατά ακόμα στο θέατρο; Πώς άλλαξε η δουλειά του; Τι θυμάται από τους παλιούς δασκάλους; Πώς ερωτεύτηκε ξανά το θέατρο; Ο σπουδαίος ηθοποιός μιλά για όλα στη LiFO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ