Το πραγματικά εντυπωσιακό με την παράστασηΕυτυχία Παπαγιαννοπούλου,

που παίζεται στη σκηνή του Θεάτρου Ιλίσια-Βολανάκη, είναι οι αντιδράσεις του κοινού. Ένα κοινό που τραγουδάει τα τραγούδια της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, μιλά δυνατά σαν να απαντά στα λόγια της πρωταγωνίστριας του έργου Νένας Μεντή(το βράδυ που είδαμε την παράσταση μια δακρυσμένη κυρία στην τρίτη σειρά μιλούσε κατασυγκινημένη δυνατά σαν να συμμετείχε και η ίδια στην παράσταση), κλαίει και γελάει με ένταση μέσα στη χαμηλοτάβανη αίθουσα και αποθεώνει την πρωταγωνίστρια με απανωτά χειροκροτήματα που την υποχρεώνουν να υποκλιθεί ξανά και ξανά, εμφανώς συγκινημένη, στο τέλος του έργου. Μέχρι πρότινος η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν ένα πρόσωπο γνωστό κυρίως στους λάτρεις του λαϊκού τραγουδιού ως μια από τις καλύτερες στιχουργούς της γενιάς της. Έζησε μια ζωή πολυκύμαντη και ταραχώδη. Γεννημένη στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας, το οποίο και εγκατέλειψε μαζί με τη μητέρα της και τις δυο κόρες της όταν έγινε η Μικρασιατική Kαταστροφή, ξεκίνησε μια καινούργια ζωή στην Αθήνα, ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα, ξαναπαντρεύτηκε κι έγινε ηθοποιός των μπουλουκιών με τα οποία γύρισε όλη την Ελλάδα. Έγινε στιχουργός μετά τα 50 της, γράφοντας μερικά από τα διασημότερα λαϊκά τραγούδια (από τα «Καβουράκια» και το «Δυο πόρτες έχει η ζωή» μέχρι το «Περασμένες μου αγάπες» και το «Είμαι αητός χωρίς φτερά»), τα οποία και ξεπούλησε για ελάχιστα χρήματα προκειμένου να θρέψει το μεγάλο της πάθος: τον τζόγο.

Διάβασα ότι βλέπατε την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου στη γειτονιά σας στα Πατήσια.

Ναι, την είχα δει κάποιες φορές, χωρίς όμως να καταλαβαίνω τι άτομο ήτανε. Έβλεπα μια περίεργη γυναίκα, η οποία καθότανε μόνη της, έπινε καφέ, κάπνιζε στο δρόμο. Ήταν ψιλομασκαρεμένη, για τα δικά μου μάτια τότε, με το τυρμπάν, με το γυαλί το μαύρο, μιλάω για τις αρχές του ‘60 - εγώ τότε ήμουν πιτσιρίκι. Κι επειδή είχα αρκετή τρέλα, την πρόσεχα. Μεγαλώνοντας μετά, κι αφού έγινα ηθοποιός κι άρχισα να διαβάζω, να ακούω ρεμπέτικο, άρχισα να ακούω και για την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου: Πως ήταν μια περίεργη γυναίκα, αντιφατική, κι ενώ ήταν λαϊκιά ήταν συγχρόνως και αστή. Ήταν ένα κράμα ανθρώπου - διανοούμενη και λούμπεν συγχρόνως, αυτό πάντα μου άρεσε πολύ. Επίσης έπαιζε χαρτιά∙ κι εγώ από μικρό παιδί είχα ανάλογες τάσεις. Πιστεύω ότι είναι πολύ σοβαρή ιστορία το χαρτί.

Τι εννοείτε «σοβαρή ιστορία»;

Είναι μια ολόκληρη ιστορία το χαρτί. Δεν είναι απλά «παίζω χαρτιά». Όλοι παίζουν χαρτιά! Είναι μια άλλη σχέση με τη ζωή, ένα ρίσκο περίεργο. Η Ευτυχία πούλαγε τα πάντα για την πόκα. Εκεί καταλαβαίνεις ότι είναι μια τεράστια συγκίνηση, ένα ξόρκι για το θάνατο. Έχει ένα πράγμα οριακό, είναι λίγο σαν τον έρωτα, έχει μια ηδονή βαθιά. Εμένα μου αρέσει η πόκα, είναι συγκίνηση μεγάλη, ερωτική σχέση.

Κερδίζετε, τουλάχιστον;

Είμαι κερδισμένη, ναι, αλλά δεν είμαι αυτού του πάθους. Το κάνω πολύ συντηρητικά, όπως και άλλα πράγματα στη ζωή μου. Θα ήθελα κάπου να της μοιάζω μάλλον· έχω στοιχεία της, θα μπορούσα να ‘μαι κόρη της. 

Σας είδα πολύ συγκινημένη την ώρα του χειροκροτήματος.

Ναι, πάρα πολύ∙ δεν το ‘χω ξανανιώσει, είναι ένας κόσμος που σε ακούει προσηλωμένος, γελάει, κλαίει, και στο τέλος... είναι ένα πράγμα... Δεν μας συμβαίνει, στους ηθοποιούς, συχνά αυτό. Δεν νομίζω πως θα μου ξανασυμβεί ποτέ.

Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό τώρα, με αυτή την παράσταση;

Νομίζω ότι ταυτίστηκε το δικό μου «θέλω» με ένα γνωστό πρόσωπο που έχει πιασίματα πάνω στη ζωή, τραγούδια και ιστορία, η Μικρά Ασία, ο πόλεμος, η χούντα...

Όλη αυτή η έλξη θεωρείτε ότι έχει κάποια σχέση με τη ζωή της Παπαγιαννοπούλου, που έζησε πολύ σημαντικά γεγονότα της νέας ελληνικής ιστορίας;

Βεβαίως, και έχει να κάνει και με το λαϊκό τραγούδι, και επίσης με κάτι που αφορά εμένα, δηλαδή, ίσως αν το έπαιζα χωρίς να με γνωρίζει ο κόσμος από την τηλεόραση δεν θα ερχότανε κανένας να με δει. 

Κάπου διάβασα την εξής κριτική: «Η Νένα Μεντή μας εξέπληξε μετά τους συμβατικούς ρόλους στους οποίους την είχαμε συνηθίσει μέχρι σήμερα».

Αυτό θέλω πάρα πολύ να το πω: Υπάρχει μια μεγάλη μάζα ηθοποιών σαν και μένα, που για πολλούς λόγους δεν θέλαμε να είμαστε εξουσία μέσα στη δουλειά, δηλαδή να έχουμε πρωτοβουλίες κάνοντας ένα θίασο και δεν στηριζόμαστε ούτε στις επιτυχίες μας ούτε στους θιάσους. Άρα είμαστε λίγο πολύ εκτελεστικά όργανα. Με φωνάζει ένας θίασος και λέει «έχω αυτό το έργο, τόσα λεφτά. Θες;». Εάν δεν έχω επιλογή για κάτι λίγο καλύτερο, κατά την κρίση μου, θα κάνω αυτό. Αυτό είναι κάτι που προσπαθώ να κάνω και το κάνω με το μεγαλύτερο κέφι του κόσμου· γι' αυτό και έχω επιβιώσει και είμαι καλά, γιατί κάνω τα πάντα με κέφι. Το τηλεοπτικό παίξιμο είναι τέτοιο γιατί και η ίδια η δουλειά εμπεριέχει μια ψιλοξεπέτα, δεν προλαβαίνεις ούτε πρόβες να κάνεις. Είναι μια κι έξω. Μπορεί να βγει κάποιος και να μου πει «να μην το ‘παιζες». Ok, θα μου ‘δινες εσύ να ζήσω; 

Αισθάνεστε ότι είναι κάτι σαν δικαίωση για σας αυτός ο ρόλος;

Όχι, καθόλου, αυτό που αισθάνομαι είναι πως χρόνια ετοιμαζόμουνα, κράταγα δυνάμεις για να παίξω αυτό το πράγμα... Και επίσης με απασχολεί το τι θα κάνω μετά. Θα κάνω τόσο κέφι κάτι; Ξέρεις τι με ενδιαφέρει; Πώς να κάνω πράγματα που να ‘ναι δικά μου. Δεν μπορώ να κάνω πράγματα που να βαριέμαι. Εγώ δεν έχω ρατσισμό με τους ηθοποιούς, αυτό που λένε κάποιοι το «εμπορικό» και το «ποιοτικό». Όλα είναι θέατρο κι ένας ηθοποιός μπορεί να κάνει καλό ή κακό θέατρο όπου κι αν παίζει. Εγώ έπαιξα πρόπερσι σε έναν από τους πιο εμπορικούς θιάσους της Αθήνας -έναν ρόλο που έπεφτε το θέατρο κάτω από τα γέλια, μια γριούλα ξινή, απαίσια- κι είχα μεγάλο σουξέ κι ευχαριστιόμουνα. Είναι μεγάλη ευτυχία να γελάει ο κόσμος χωρίς να είναι το έργο χυδαίο. Θέλω να το πω, ειδικά φέτος που έκανα αυτή την επιτυχία, πως εγώ είμαι η ίδια ηθοποιός, δεν άλλαξα μετά από 42 χρόνια. Απλά είχα μια ευκαιρία να ανοίξω παραπάνω την καρδιά μου, το μυαλό μου και να αναπτύξω πράγματα της τέχνης μου.