Μια γυναίκα με μπούρκα διασχίζει έναν κατεστραμμένο κεντρικό δρόμο στην Καμπούλ, ένα αγόρι των Τούτσι που μόλις έχει απελευθερωθεί από τους Χούτου κυκλοφορεί με παραμορφωμένο το πρόσωπό του στη Ρουάντα, ένας ελεύθερος σκοπευτής πυροβολεί μέσα από μία κρεβατοκάμαρα στο Μόσταρ της Βοσνίας, μια μάνα κρατάει τον γιο της στο Σουδάν θυμίζοντας Πιετά, ένας ομαδικός τάφος στο Ζαΐρ με θύματα χολέρας, ο σταυρός του Αγίου Νικολάου με φόντο τους καπνούς που βγαίνουν από τους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη λίγο προτού καταρρεύσουν. Εικόνες που συγκλονίζουν, που ταράζουν, που αφυπνίζουν, με κοινό παρονομαστή έναν φωτογράφο-θρύλο του φωτορεπορτάζ της εμπόλεμης ζώνης, τον πολυβραβευμένο Τζέιμς Νάχτγουεϊ.
Συνταρακτικές φωτογραφίες που απαρτίζουν μια μεγάλη ρετροσπεκτίβα με τίτλο «Memoria», η οποία ταξιδεύει εδώ και λίγα χρόνια στις μεγάλες πρωτεύουσες και αυτήν τη στιγμή παρουσιάζεται στο παράρτημα του διεθνούς μουσείου Fotografiska στο Βερολίνο. Γιατί βέβαια ο Νάχτγουεϊ δεν κάνει αυτήν τη δουλειά όλες αυτές τις δεκαετίες για τη φήμη και τη δόξα, αλλά γιατί θέλει να διαδώσει το μήνυμα, να έρθουμε όλοι σε επαφή με το μέγεθος της φρίκης, να μάθουμε τι είναι ικανός να κάνει ο άνθρωπος στον συνάνθρωπό του, να αφυπνίσει τους συμπολίτες του στην Αμερική για τις επιπτώσεις των πολέμων. Αν και, όπως ο ίδιος παραδέχεται, «όλο και λιγότερο οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για την πραγματικότητα, μάλλον θέλουν να αποδράσουν από αυτήν». Ωστόσο εκείνος έχει κάνει σκοπό ζωής ακριβώς αυτό. Ρισκάροντας τα πάντα, ακόμα και την υγεία του, απορρίπτοντας την επιλογή μιας κανονικής και ασφαλούς ζωής, ώστε να αποκαλύψει τον τρόμο, τον πόνο και την τραγωδία των μη προνομιούχων αυτού του πλανήτη.
Θεώρησε υποχρέωσή του να τα καταγράψει όλα, συνήθως σε ασπρόμαυρα τυπώματα: μικρότερους περιφερειακούς και μεγάλους πόλεμους απ’ άκρη σ’ άκρη του πλανήτη, εμφυλίους, γενοκτονίες, φτώχεια, μόλυνση, οικολογική καταστροφή, λιμούς, αρρώστιες.
Ως φοιτητής Ιστορίας της Τέχνης και Πολιτικών Επιστημών γαλουχήθηκε με τα πολιτικά κινήματα των δεκαετιών του 1960 και 1970, αλλά αν κάτι καθόρισε τις επιλογές του και την απόφασή του να γίνει πολεμικός ανταποκριτής-φωτογράφος ήταν ο πόλεμος του Βιετνάμ. Αναπολώντας την εποχή, λέει πόσο μεγάλη ήταν η απόσταση μεταξύ των εικόνων που έφταναν στα αμερικανικά μέσα από τους φωτορεπόρτερ, και των κεκαλυμμένων ψεμάτων των πολιτικών και του στρατού. Έτσι, αμέσως μετά την αποφοίτησή του από ένα από τα εκλεκτότερα πανεπιστήμια της Αμερικής, το Dartmouth College, στράφηκε στη φωτογραφία αναζητώντας τον δικό του δρόμο στο φωτορεπορτάζ.
Δεν άφησε γωνιά της Γης που να μην επισκεφθεί, πιστεύοντας ακράδαντα ότι αυτό που έφερνε στη δημοσιότητα όχι απλώς συνεισέφερε στην πληροφόρηση του διεθνούς κοινού αλλά κυρίως αποτελούσε μια ειλικρινή αντιπολεμική στάση στο σύγχρονο γίγνεσθαι.
Γεννημένος το 1948 στη Νέα Υόρκη και μεγαλώνοντας στη Βοστώνη, ανέπτυξε από νωρίς φιλοδοξίες και πάθος για τη φωτογραφία. Δεν άφηνε φωτογραφικό άλμπουμ που να μην το μελετήσει σε βάθος στα βιβλιοπωλεία, καθώς δεν είχε τη δυνατότητα να το αγοράσει, ενώ παράλληλα ξεκίνησε τις πρώτες του δοκιμές ως αυτοδίδακτος φωτογράφος. Αρχικά ως freelancer στο περιοδικό «ΤΙΜΕ» και αργότερα ξεκινώντας τη μεγάλη περιπέτεια του φωτορεπορτάζ σε εφημερίδα του Νέου Μεξικού, όπου και μαθήτευσε επί τέσσερα χρόνια. Όταν ένιωσε έτοιμος, επέστρεψε στη Νέα Υόρκη για να διεκδικήσει αναθέσεις εκτός Αμερικής, ειδικά σε εμπόλεμες περιοχές. Αυτή την ευκαιρία τού την έδωσε το πρακτορείο Black Star: να καλύψει τις ταραχές που προέκυψαν έπειτα από απεργίες πείνας στο Μπέλφαστ του 1981, ένδειξη της σύγκρουσης μεταξύ της κυβέρνησης Θάτσερ και των Ιρλανδών αυτονομιστών.
Αυτό ήταν μόνο η αρχή, καθώς για τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες, και μέχρι σήμερα, δεν έχει αφήσει γωνιά της Γης που να μην επισκεφθεί, πιστεύοντας ακράδαντα ότι αυτό που έφερνε στη δημοσιότητα, μικρά και ανεπανάληπτα στιγμιότυπα απλών, καθημερινών ανθρώπων που η ζωή τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είχε διαλυθεί, και που ενστικτωδώς στιγμιαία είχε καταγράψει, όχι απλώς συνεισέφερε στην πληροφόρηση του διεθνούς κοινού –που έλειπε εκ των πραγμάτων από τα πεδία των πολέμων– αλλά κυρίως αποτελούσε μια ειλικρινή αντιπολεμική στάση στο σύγχρονο γίγνεσθαι. Ο ίδιος έχει πει με μια κάποια αίσθηση ενοχής για την επιτυχία με την οποία στέφεται η δουλειά του σχετικά με την παρουσίαση του ανθρώπινου πόνου: «Δεν θα μπορούσα να φωτογραφίσω αυτούς τους ανθρώπους αν δεν είχα κερδίσει την απόλυτη εμπιστοσύνη τους. Νιώθουν ότι η δουλειά μου, όπως και η δουλειά κάθε φωτορεπόρτερ, είναι να μεταφέρω το μήνυμα της προσωπικής τους τραγωδίας στον υπόλοιπο κόσμο». Με έμφαση συμπληρώνει πως δεν έχει παρθεί καμία φωτογραφία θυμάτων λιμού, ενώ ο ίδιος ή άλλοι φωτορεπόρτερ θα μπορούσαν να τους παρέχουν κάποια βοήθεια. Αντιθέτως, οι φωτογραφίες εξαθλιωμένων από την πείνα ανθρώπων έχουν τραβηχτεί σε κέντρα αποκατάστασης.
Τζέιμς Nάχτγουεϊ, Ιρπίν, Ουκρανία, 2022. © James Nachtwey Archive, Hood Museum of Art Dartmouth.
Έχει βρεθεί και καταγράψει περιοχές του κόσμου τις οποίες η καθημερινή ειδησεογραφία συχνά εγκαταλείπει όταν πια το ενδιαφέρον μετατοπίζεται σε άλλες πλευρές της επικαιρότητας ή όταν η ειδησεογραφία στρέφεται στα πολιτικά και οικονομικά σκάνδαλα, απομακρύνοντας το κοινό των εφημερίδων και της τηλεόρασης από τη δυστυχία και τον τρόμο. Κι όμως, κάλυψε τα πάντα. Από το Νταρφούρ στο Σουδάν της δεκαετίας του 1990, στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη του 1993 και τη Ρουάντα του 1994, από τη δεύτερη Ιντιφάντα στην Παλαιστίνη του 2000 και την κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων του Διεθνούς Κέντρου Εμπορίου στη Νέα Υόρκη το 2001, μέχρι την Ειδομένη στη Βόρεια Ελλάδα της προσφυγικής κρίσης του 2016, ο Τζέιμς Νάχτγουεϊ, ένας μοναχικός και ταγμένος εργάτης του φωτορεπορτάζ, έχει αναδειχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους πολεμικούς φωτογράφους διεθνώς. Δεν είναι λίγες οι φορές που κινδύνεψε, που τραυματίστηκε (στο Ιράκ λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του από έκρηξη χειροβομβίδας), που αρρώστησε, αλλά δεν έπαψε να επιστρέφει όπου τα γεγονότα τον καλούσαν, καταγράφοντας με τη μηχανή του όλες τις διεθνείς συρράξεις, εμφυλίους και επισιστικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών. Διαθέτοντας μια απαράμιλλη ματιά, παγιδεύοντας με τον φακό του συγκλονιστικές στιγμές μεγάλου λυρισμού, προδίδοντας μια αισθητική σχέση με τη Magnum, μέλος της οποίας υπήρξε για δεκαπέντε χρόνια. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι δεν αποτελεί και μια δική του πολύ προσωπική οπτική, αλλά κυρίως μια προσωπική ηθική ως προς την κοινωνική αδικία, τον πόνο και τον αδικαιολόγητο θάνατο. Μια ουμανιστική αντίληψη για τη φωτογραφία και για το πολεμικό φωτορεπορτάζ, έχοντας την απόλυτη πεποίθηση ότι ο κόσμος πρέπει να μάθει, να δει ακόμα και την πιο αποκρουστική αλήθεια, να ξέρει και να σκεφτεί επάνω σε αυτό που βλέπει. Ότι η πληροφορία αποτελεί δύναμη και ότι μόνο μέσω αυτής μπορεί να αλλάξει κάτι.
Μικρότεροι περιφερειακοί και μεγάλοι πόλεμοι απ’ άκρη σ’ άκρη του πλανήτη, εμφύλιοι, γενοκτονίες, φτώχια, μόλυνση, οικολογική καταστροφή, λιμοί, αρρώστιες – θεώρησε υποχρέωσή του να τα καταγράψει όλα, συνήθως σε ασπρόμαυρα τυπώματα. Το πρώτο του βιβλίο ήρθε το 1989 με τον τίτλο «Deeds of War». Παρόλο που το κοινό του είχε έρθει σε επαφή με τη δουλειά του μέσω του Τύπου, οι εικόνες του συγκεντρωτικού άλμπουμ σόκαραν, ενόχλησαν, προκάλεσαν αποτροπιασμό, αλλά ενημέρωσαν, βοηθώντας να αναπτυχθεί μια συλλογική συνείδηση. Τουλάχιστον αυτό έλπιζε ο ίδιος.
Όταν έπεσε το Τείχος του Βερολίνου και συνεπακόλουθα το Ανατολικό μπλοκ, ο Νάχτγουεϊ ταξίδεψε στη Ρουμανία για να φωτογραφίσει τα ιδρύματα-«γκουλάγκ» εγκαταλειμμένων ορφανών παιδιών, πολλά από τα οποία με νοητικά ή κινητικά προβλήματα και τα περισσότερα μολυσμένα με τον ιό AIDS/HIV εξαιτίας της εγκληματικής απερισκεψίας των ίδιων των γιατρών. Μια σχετική ελευθερία λόγω της κατακρήμνισης του καθεστώτος Τσαουσέσκου τού έδωσε τη δυνατότητα να εισχωρήσει σε αυτά τα ιδρύματα και να αποκαλύψει δραματικές καταστάσεις που λίγοι γνώριζαν. Τα επόμενα δέκα χρόνια συνέχισε παρόμοιες αποστολές και σε άλλα μέρη εκτός Ευρώπης, αναζητώντας τραγωδίες στις οποίες συχνά συμπεριλαμβάνονταν παιδιά, στη Σομαλία, στην Ινδία, στο Σουδάν, στη Βοσνία, στη Ρουάντα, στο Ζαΐρ, στο Κόσοβο, στην Τσετσενία. Κατέγραψε την ανθρώπινη πραγματικότητα κάτω από τις χειρότερες και ειδεχθέστερες συνθήκες, όπου κάποιοι εξαντλούν όλο τους το μίσος απέναντι σε αδύναμους, απέναντι σε εκείνους που βρίσκονται έτσι κι αλλιώς σε δεινή θέση, έχοντας ως μοναδικό του όπλο τον σεβασμό και την ενσυναίσθηση απέναντι στους –είτε σωματικά είτε ψυχικά– τραυματισμένους ανθρώπους, στα θύματα της φτώχιας και των πολέμων. Ό,τι κι αν πέρασε, όσο κουράγιο κι αν χρειαζόταν να αντιμετωπίσει όλα όσα έβλεπε, αρνιόταν να παραιτηθεί και δεν έπαψε να φωτογραφίζει τις όλο και πιο εξωφρενικές καταστάσεις. Κι όταν ολοκλήρωσε το ταξίδι του στην ανθρώπινη κόλαση, το 2000 εξέδωσε το «Inferno». Ωστόσο, το αποτέλεσμα πολύ συχνά θυμίζει μεγάλη ζωγραφική, εικόνες στις οποίες η φρίκη ισορροπεί με ανείπωτη ομορφιά.
Νέα Yόρκη, 2001 © James Nachtwey Archive, Hood Museum of Art, Dartmouth
Παρόλο που έχει περάσει τη μισή του επαγγελματική ζωή στην Αφρική, αλλά και στην Ασία και στην Ευρώπη, δεν ξέχασε την πατρίδα του. Εικόνες φτώχειας και βαρβαρότητας της πλουσιότερης υπερδύναμης επίσης συμπληρώνουν τη δουλειά του. Ντροπιαστικές σκηνές από τη Νέα Ορλεάνη, από το Σαν Φρανσίσκο, από το Τέξας. Όπως και εικόνες από τους Δίδυμους Πύργους, όπου βρέθηκε λίγο προτού καταρρεύσουν, και μόνο από τύχη δεν υπήρξε και ο ίδιος θύμα της πτώσης τους.
Καταξιωμένος και βραβευμένος σήμερα με άπειρα βραβεία, συμπεριλαμβανομένων πέντε φορές τού Robert Capa Gold Medal αλλά και των Dan David Prize, TED Prize, Princess of Asturias Award, και έχοντας ανακηρυχθεί οκτώ φορές «Φωτογράφος της χρονιάς», οι φωτογραφίες του έχουν συμπεριληφθεί σε μερικά από τα σημαντικότερα μουσεία της Αμερικής και της Ευρώπης. Το 2001, το ντοκιμαντέρ «War Photographer» του Christian Frei σχετικά με τη ζωή και τη δουλειά του έφτασε ως υποψήφιο καλύτερου ντοκιμαντέρ στα Όσκαρ. Εκεί, λέει μεταξύ άλλων: «Για μένα, η δύναμη της φωτογραφίας έγκειται στην ικανότητά της να προκαλεί αισθήματα ανθρωπιάς. Αν ο πόλεμος αποτελεί απόπειρα ακύρωσης της ανθρωπιάς, τότε η φωτογραφία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το αντίθετο του πολέμου και, αν χρησιμοποιηθεί σωστά, να αποτελέσει ένα ισχυρό συστατικό του αντίδοτου στον πόλεμο».
Τζέιμς Νάχτγουεϊ, Μοστάρ, Βοσνία Ερζεγοβίνη, 1993. © James Nachtwey Archive, Hood Museum of Art Dartmouth
Τζέιμς Nάχτγουεϊ
Contrasto
Ένας επιζών από ένα στρατόπεδο θανάτου των Χούτου ποζάρει για τον Τζέιμς, στο αποκορύφωμα των ταραχών στη Ρουάντα το 1994.
James Nachtwey - Memoria
Fotografiska, Berlin έως τις 8 Μαΐου 2026