Bounty: Μια λέξη που αποδίδει την αφθονία, τη γενναιοδωρία αλλά και την αμοιβή για τη σύλληψη ενός επικηρυγμένου. Αυτός είναι ο τίτλος ενός νέου φωτογραφικού λευκώματος του καλλιτέχνη και σκηνοθέτη Στιβ ΜακΚουίν με θέμα τη χλωρίδα της Γρενάδας, ενός επίγειου παραδείσου με βαρύ αποικιοκρατικό παρελθόν.
«Μερικές φορές, τα πιο θηριώδη πράγματα συμβαίνουν στους ομορφότερους τόπους», παρατηρεί ο δημιουργός της μονογραφίας «Βounty» για το νησί της Καραϊβικής, που περιλαμβάνει δικές του φωτογραφίες από το καλοκαίρι του 2024.
Κοραλλένιοι ιβίσκοι, μπουκέτα από άλικα γεράνια της ζούγκλας, βελούδινα φυλλώματα θάμνων σενίλ –με άνθη που κρέμονται σαν φούντες θυμίζοντας κάμπιες– και πιτσιλωτές ορχιδέες σε κρεμ αποχρώσεις είναι μερικά από τα άνθη που θα βρει κανείς φυλλομετρώντας αυτό το λεύκωμα, που σχεδίασε η Ίρμα Μπουμ και εξέδωσε o καλλιτεχνικός εκδοτικός οίκος Mack.
Για την προετοιμασία του «Bounty», ο καλλιτέχνης μελέτησε τη φύση της Γρενάδας και μέσα από αυτήν εμβάθυνε στη βίαιη ιστορία του νησιού που συνυφάνθηκε με την ανείπωτη ομορφιά του.
Η ιδέα γυρνούσε καιρό στο μυαλό του ΜακΚουίν, το έναυσμα όμως δόθηκε το 2023, όταν η Γρενάδα απέσπασε το 16ο χρυσό της μετάλλιο στην Ανθοκομική Έκθεση του Τσέλσι, την κηπευτική διοργάνωση της Βασιλικής Φυτοκομικής Εταιρείας με το υψηλότερο κύρος στον κόσμο. Η ειδυλλιακή ομορφιά αυτού του νησιού το καταδίκασε σε αιώνες ξενόφερτης εκμετάλλευσης.
Οι πρώτοι που το αποίκισαν ήταν οι Γάλλοι, το 1649, οι οποίοι το παραχώρησαν στους Βρετανούς σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, το 1763. Υπό βρετανική διοίκηση, ο ντόπιος πληθυσμός εξοντώθηκε συστηματικά και το νησί μετατράπηκε σε κέντρο του υπερατλαντικού δουλεμπορίου, με χιλιάδες Αφρικανούς σκλάβους να καταλήγουν στις φυτείες ζαχαροκάλαμου της Γρενάδας, εκεί όπου και μετά την κατάργηση της δουλείας εργάστηκαν Κινέζοι και Ινδοί υπό ένα καθεστώς άμισθης υποτέλειας. Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια, οι αποικιοκράτες μεταμόρφωναν τη χλωρίδα του νησιού, εισάγοντας νέες καλλιέργειες στα εύφορα χώματά του. Κακάο, καφές και μοσχοκάρυδο ευδοκιμούν από τότε στη Γρενάδα, αποτελώντας τα βασικά εξαγώγιμα προϊόντα της, με το νησί να αντιπροσωπεύει σχεδόν το 40% της ετήσιας καλλιέργειας μοσχοκάρυδου στον κόσμο.
«Τη Γρενάδα την αισθανόμουν πάντα σπίτι μου, παρότι ζούσα στο Λονδίνο. Πλέον αποτελεί και ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου», λέει ο ΜακΚουίν, του οποίου ο πατέρας κατάγεται από το νησί και η μητέρα του από το Τρινιντάντ. Πρόκειται για το τρίτο έργο του ΜακΚουίν για την εκ πατρός πατρίδα του. Είχε προηγηθεί το 2014 το δικάναλο βίντεο «Ashes» για έναν νεαρό ψαρά που δολοφονήθηκε από διακινητές ναρκωτικών. Στο ένα φιλμάκι, ο Ashes εμφανίζεται στην ταλαιπωρημένη βάρκα του, ακμαίος και λαμπερός, με φόντο τον μπλε ουρανό, ενώ στο δεύτερο καταγράφεται η ταφή του. Σε παλιότερη δουλειά του σκηνοθέτη, το «Caribs’ Leap» του 2002, γίνεται αναφορά στην ομαδική αυτοκτονία μιας ομάδας ατόμων από την Καραϊβική, οι οποίοι πήδηξαν από έναν γκρεμό για να μην πέσουν στα χέρια των Γάλλων.
Για την προετοιμασία του «Bounty», ο καλλιτέχνης μελέτησε τη φύση της Γρενάδας και μέσα από αυτήν εμβάθυνε στη βίαιη ιστορία του νησιού, που συνυφάνθηκε με την ανείπωτη ομορφιά του. Πολλά από τα φυτά του τόπου, πέρα από το βαμβάκι και το ζαχαροκάλαμο, σχετίζονται με περίπλοκες ιστορίες. Πιο γνωστή, ίσως, είναι αυτή του HMS Bounty, του εμπορικού πλοίου που στάλθηκε το 1787 από το Βασιλικό Ναυτικό στην Αϊτή για να φορτώσει αρτόκαρπους (τα φρούτα ενός ανθοφόρου δέντρου της οικογένειας των Μορεοειδών) και να τους μεταφέρει στις Βρετανικές Δυτικές Ινδίες ως φθηνό φαγητό για τους σκλάβους. Λόγω της γνωστής ανταρσίας στο Bounty, τα φρούτα δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους τότε, αργότερα όμως ο αρτόκαρπος έγινε βασικό προϊόν διατροφής στην Καραϊβική, συμπεριλαμβανομένης της Γρενάδας.
Ανάλογοι συσχετισμοί, φύσης και ανθρώπινου πόνου, αποδίδονται και σε δύο ποιήματα που περιλαμβάνονται στην έκδοση, έργα του εκλιπόντος θεατρικού συγγραφέα Ντέρεκ Γουόλκοτ και της Ντιόν Μπραντ. Ο πρώτος απευθύνεται στη νεκρή μητέρα του με στίχους που διατρέχουν την αγγλική εξοχή, τους «μπλε λόφους» της Σάντα Λουτσία και το κατάστρωμα του HMS Bounty, τόπους όπου συγκλίνουν μνήμες και ιστορία, ενώ η Μπραντ αναλογίζεται στο ποίημά της πώς επιβιώνουν οι άνθρωποι σε καθεστώς εκμετάλλευσης και κρίσης. Και στα δύο κείμενα, το κάλλος της φύσης –ανθεκτικό και πέρα από τον χρόνο– συνοδεύει και επιτείνει το δράμα, αφήνοντας έκθαμβο τον θεατή/αναγνώστη.
Οι φωτογραφίες του Στιβ ΜακΚουίν στο «Bounty» μάς προκαλούν να δούμε πίσω από τις όψεις της ομορφιάς. Να αντικρίσουμε τη βία που γεννιέται από την επιθυμία να αιχμαλωτίσεις και να οικειοποιηθείς την ομορφιά. Σε ποιον ανήκει αυτός ο παράδεισος; Και όποιος τον κατέχει, πώς τον μεταχειρίζεται;