Ως μαζική απειλή, ο κορωνοϊός ξεπέρασε κάθε εγνωσμένο προηγούμενο. Και αυτό ερμηνεύει και δικαιολογεί τις πανικόβλητες αντιδράσεις από άτομα και φορείς που μέχρι τώρα είχαν αποδείξει το κουράγιο τους. Ωστόσο, στην περίπτωση των μουσείων θα περίμενε κάποιος λίγο πιο «χαριτωμένα» αντανακλαστικά στον κίνδυνο, υπό την έννοια ότι αυτές οι «σκευοθήκες» του ανθρώπινου πολιτισμού θα έθεταν ως προτεραιότητα και το να διατηρήσουν μια κάποια «αυτοκυριαρχία» ακόμα και εν μέσω πανικού. Όμως, η γενικότερη τάση στο εξωτερικό έτεινε προς την κοινή θρηνωδία, που υποστηρίζεται από –κοινό επίσης‒ σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής.


Για παράδειγμα, διευθύντρια μουσείου στην Ελβετία έλεγε σπαρακτικά σε τηλεοπτική συνέντευξή της, επαναλαμβάνοντάς το σαν να επρόκειτο για κάτι δυσνόητο: «Θέλουμε τώρα να μπούμε σε κάθε σπίτι! Έχουμε ανάγκη τους επισκέπτες μας. Οφείλουμε να είμαστε κοντά τους. Αυτός ο δεσμός δεν μπορεί να μπει σε καραντίνα». Μια λογική απάντηση στην «επιθετικούτσικη» εξαγγελία της θα ήταν: «Κυρία μου, περιμένουμε τον κορωνοϊό... Δεν έχουμε αντοχές για να βολέψουμε κι άλλον εισβολέα».

 

Άλλη διευθύντρια μουσείου, στην Ιταλία αυτήν τη φορά, επαναλάμβανε στη μακροσκελέστατη συνέντευξή της σε σοβαρή αμερικανική ιστοσελίδα ότι, όντας κλειστό, το μουσείο έχει διαφυγόντα κέρδη εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ (από εισιτήρια, πωλητήριο κ.λπ.) που είναι αδύνατο να ανακτηθούν. Ο ολοφυρμός της εστίαζε μόνο σε αυτές τις απώλειες εσόδων και όχι στη συσσώρευση εξόδων. Ίσως επειδή η τακτοποίησή τους ήταν εξασφαλισμένη από κρατικούς πόρους. Δηλαδή, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όπου, χωρίς σπουδαία ομοσπονδιακή αρωγή, τα πράγματα ακολουθούν πάντα ακαριαίες εξελίξεις κάθε φορά που θίγεται η ευρυθμία της οικονομίας. Γιατί εκεί, ως γνωστόν, όλοι είναι πιο αδίστακτοι και, ως εκ τούτου, σοβαρότατα μουσεία απέλυαν σωρηδόν τους υπαλλήλους τους (συμπεριλαμβανομένων και των διευθυντών τους σε κάποιες περιπτώσεις) ή, αλλού, οι υπάλληλοι ικέτευαν τα διοικητικά συμβούλια να τους επιτρέψουν να δουλεύουν αμισθί μέχρι να περάσει το κακό και να ανακτηθεί η κανονικότητα.

 

Στην Ελλάδα, θα μπορούσαμε να δηλώνουμε ικανοποιημένοι επειδή δεν υπήρξε καμία «παραφορά», όπως συνέβη στο εξωτερικό. Τα εδώ μουσεία έσπευσαν κι αυτά να στραφούν στο κοινό τους, αλλά με αξιόλογη ηπιότητα στον τόνο έκφρασής τους, προσφέροντας το «προϊόν» τους υπό μορφή «δωρεάν δείγματος» που παρέχεται διαδικτυακά.


Θα ήταν άδικο να μην αναγνωριστεί για άλλη μια φορά και για όλους (ως ελαφρυντικό) το εντελώς έκτακτο των περιστάσεων που έφερε ο κορωνοϊός, μια και για τα μουσεία η υγειονομική κρίση ανάγεται, διαμιάς, σε δική τους υπαρξιακή κρίση. Ενώ, από μια άλλη σκοπιά, η ίδια φρικτή συγκυρία είχε ως θετική απόρροια το ότι επιβεβαιώθηκε πως οι επισκέπτες είναι εξίσου σημαντικοί για ένα μουσείο με τα εκθέματά του.


Στην Ελλάδα, θα μπορούσαμε να δηλώνουμε ικανοποιημένοι επειδή δεν υπήρξε καμία «παραφορά», σαν αυτές των παραδειγμάτων του εξωτερικού που προαναφέρθηκαν. Τα εδώ μουσεία έσπευσαν κι αυτά να στραφούν στο κοινό τους, αλλά με αξιόλογη ηπιότητα στον τόνο έκφρασής τους, προσφέροντας το «προϊόν» τους υπό μορφή «δωρεάν δείγματος» που παρέχεται διαδικτυακά. Στις περισσότερες περιπτώσεις διατέθηκε προϋπάρχον υλικό.

 

Όμως υπήρξε και υλικό που ετοιμάστηκε ειδικά για την περίσταση, π.χ. η πρωτοβουλία του υπουργείου Πολιτισμού να δημιουργήσει υλικό παρουσίασης εκθεμάτων των μουσειακών φορέων που εποπτεύει. Εκεί καταγράφηκε μια έντονη «διπολικότητα» όσον αφορά την ποιότητα του αποτελέσματος.

 

Τα ελληνικά μουσεία στην καραντίνα: Ξαφνική ψηφιακή εξωστρέφεια, με ερημιά και χάρη


Στον έναν πόλο θα τοποθετούνταν οι «11 θησαυροί μνήμης για την Ελληνική Επανάσταση». Πρόκειται για ισάριθμα δίλεπτα βίντεο, το καθένα από τα οποία αναδεικνύει ένα επιλεγμένο έκθεμα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου. Η ιδέα ήταν να γυριστούν με κινητό τηλέφωνο και «ξεναγό» τον επιμελητή του μουσείου κ. Φίλιππο Μαζαράκη-Αινιάν. Θα τα θυμάται κάποιος περισσότερο για τον αυθορμητισμό τους, παρά για την αισθητική τους ποιότητα.

 

Τα εκθέματα που επιλέχτηκαν είναι σίγουρα ενδιαφέροντα και η ιδέα της βιντεοσκόπησης με κινητό ήταν γοητευτικά τολμηρή και ανέμελη για τα στάνταρ κρατικού φορέα. Όμως η εκτέλεση ήταν πρόχειρη. Η κάμερα δεν φαίνεται να ξέρει πού να εστιάσει και γιατί. Κάνει «αλαφιασμένες» εναλλαγές πλάνων που οδηγούν συχνά σε κωμικό αποτέλεσμα. Συγχρόνως, η αφήγηση, επειδή σχηματίζεται ελεύθερα από τον παρουσιαστή τη στιγμή που γυρίζεται το μίνι βίντεο, έχει πολλές «εγκοπές», οι οποίες δεν ευνοούν τη σβελτάδα στη ροή του λόγου, που είναι ο πυλώνας της γοητείας κάθε καλού ξεναγού.


Ας δεχτούμε, ωστόσο, ότι η διακριτική εγκαρδιότητα με την οποία απευθύνεται στον φακό του κινητού ο ομιλητής και η διαφαινόμενη αγάπη του για τα εκθέματα ανταμείβουν κάπως τον θεατή για την κόπωση που μπορεί να αισθανθεί παρακολουθώντας. Εξάλλου, οι «11 θησαυροί μνήμης» κατέκτησαν το ρεκόρ να είναι οι πρώτοι που παρουσιάστηκαν κι αυτό έγινε στα τέλη Μαρτίου. Και η βιασύνη να ετοιμαστούν δικαιολογεί εν μέρει το αποτέλεσμα.

 

 


Τουλάχιστον 10 μέρες αργότερα, στις αρχές Απριλίου, παρουσιάστηκαν οι «5+4 θησαυροί του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου», που οδήγησαν στον αντίθετο πόλο ποιότητας. Το σχετικό βίντεο του Μιχάλη Ασθενίδη περιλαμβάνει μόνο όμορφα πλάνα, έχει σωστό τέμπο και εστιάζει εκεί όπου θα καταφέρει με την επιλογή του να εκπλήξει τον θεατή. Αντίστοιχα, ο λόγος της διευθύντριας του μουσείου, κ. Μαρίας Λαγογιάννη, είναι σαφώς προετοιμασμένος και δουλεμένος στο έπακρο. Όμως, αυτό συμβαίνει εις βάρος του αυθορμητισμού, που θα ήταν ευπρόσδεκτος για να βάλει μια μικρή τρικλοποδιά στον ιερατικό τόνο της αφήγησης. Επιπλέον, το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται είναι μεν το απολύτως σωστό, αλλά είναι και τόσο ακαδημαϊκό, που ο θεατής του βίντεο θα έπρεπε να το παρακολουθεί με το λεξικό Λίντελ & Σκοτ ανά χείρας για να συλλάβει τον πλούτο όσων λέγονται.


Μακάρι να μην ξανατύχει ποτέ άλλη πανδημία ή όποια αιτία για εγκλεισμό του πληθυσμού, αλλά, αν κάτι τέτοιο επαναληφθεί και παραστεί ανάγκη να δημιουργηθεί από το ΥΠ.ΠΟ. ανάλογου είδους οπτικοακουστικό υλικό, η σωστή συνταγή γι' αυτό θα ήταν κάπου στη μέση των δύο προαναφερθέντων πόλων.


Κατά τα άλλα, το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης παρείχε με ενθουσιασμό αρχειακό υλικό του, το οποίο όμως δόθηκε στο κοινό χωρίς καμία «μεταποίηση» που θα του επέτρεπε να ανταποκρίνεται καλύτερα στις περιστάσεις. Για παράδειγμα, το πολύ ωραίο ντοκιμαντέρ του 2017 για το περίφημο αγγείο Φρανσουά που φιλοξενήθηκε τότε στο μουσείο. Προσφέρει εντυπωσιακά κοντινά πλάνα του εκθέματος και μια αίσθηση του αντικειμένου, που, ενδεχομένως, ο επισκέπτης της έκθεσης τότε να μην κατάφερνε να αποκομίσει, βλέποντάς το από κοντά. Όμως, ο διευθυντής του μουσείου κ. Νίκος Σταμπολίδης το περιγράφει στα αγγλικά και οι υπότιτλοι είναι κι αυτοί στα αγγλικά.

 

 

The François Vase | A Video Poem


Διατίθεται, επίσης, μια πρόταση δραστηριοτήτων υπό τον τίτλο «Παίζοντας στο σπίτι!» και με τον ακόμα πιο ελκυστικό υπότιτλο: «Μπορείς κι εσύ, στον ελεύθερο χρόνο σου, να παίξεις με τα αδέλφια σου ή και με τους φίλους σου ή και να φτιάξεις τα δικά σου παιχνίδια». Όμως, εάν κάνει κάποιος κλικ στην επιλογή «περισσότερα», διαπιστώνει ότι το περιεχόμενο είναι φτωχό και χωρίς να έχει «ξαναδουλευτεί», ώστε να απευθύνεται ικανοποιητικά στον έγκλειστο αποδέκτη του, είτε πρόκειται για ένα παιδί είτε για γονιό που θα έψαχνε ένα ελκυστικό ερέθισμα ‒όπως πράγματι είναι τα παιχνίδια στην αρχαία Ελλάδα‒ για να κεντρίσει το ενδιαφέρον του παιδιού του.


Σίγουρα, είναι εύλογο να σκεφτεί κάποιος ότι οποιαδήποτε μετατροπή κάποιου προϋπάρχοντος διαθέσιμου περιεχόμενου απαιτεί χρόνο και χρήμα κι αυτό συνιστά μια σχεδόν αποδεκτή δικαιολογία για να μη γίνει τελικά τίποτε από τα απαραίτητα. Ωστόσο, αυτό το «πρόβλημα οικονομίας» και η λογική του δεν επαρκούν για να απαλείψουν την απογοήτευση που προκαλούν και η οποία είναι ανάλογη μιας πρόσκλησης σε δείπνο, την οποία ο οικοδεσπότης συνοδεύει με τη δήλωση: «Θα σου μαγειρέψω μεν, αλλά μόνο με ό,τι έχω στο ψυγείο».

 

Όμως, έτσι έχουν τα πράγματα όταν ως οικοδεσπότης έχεις μείνει ταπί, αλλά οφείλεις να μείνεις και ψύχραιμος. Και οι όποιες έξτρα απαιτήσεις εκφράζονται μεν, αλλά μόνο για «ιστορικούς» λόγους, για να υπάρξει καταγραφή της διατύπωσής τους. Καθότι, ως προς τα υπόλοιπα, υπάρχει μόνο ένα μεγάλο «ευχαριστώ».


Με χάρη αντιμετώπισε την κρίση του κορωνοϊού και το Μουσείο Μπενάκη. Η επιλογή της φωτογραφίας της Βούλας Παπαϊωάννου από το 1945 ήταν η καλύτερη που θα μπορούσε να γίνει για να εκφραστεί ένα «ευχαριστώ» στο νοσηλευτικό προσωπικό την ημέρα που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει καθιερώσει ως Παγκόσμια Ημέρας Υγείας. Πρόκειται για μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που δείχνει μια τετριμμένη σκηνή καθημερινότητας σε νοσοκομείο της εποχής εκείνης, η οποία όμως αφήνει, χωρίς τυμπανοκρουσίες, να διαφανούν η ηρεμία, το σθένος και η δοτικότητα μιας νοσηλεύτριας που οφείλει να παραμένει απτόητη ακόμα και ενώπιον του χαμού ενός ασθενούς.

 

Η σεμνή δύναμη αυτής της εικόνας έκανε τη διαφορά και μάλιστα διεθνώς, δεδομένου ότι επρόκειτο για συμμετοχή σε μια ενέργεια μουσείων που οργανώθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι υπόλοιπες συμμετοχές ήταν είτε υπερβολικά συναισθηματικές και γλυκερές είτε είχαν τον αέρα της αφ' υψηλού ματιάς στο ζήτημα, οπότε και στις δύο περιπτώσεις δεν έπειθαν για την αλήθεια του «ευχαριστώ» τους.

 

Τα ελληνικά μουσεία στην καραντίνα: Ξαφνική ψηφιακή εξωστρέφεια, με ερημιά και χάρη
Η επιλογή της φωτογραφίας της Βούλας Παπαϊωάννου από το 1945, του Μουσείου Μπενάκη, ήταν η καλύτερη που θα μπορούσε να γίνει για να εκφραστεί ένα «ευχαριστώ» στο νοσηλευτικό προσωπικό. Η σεμνή δύναμη αυτής της εικόνας έκανε τη διαφορά και μάλιστα διεθνώς.


Πολύ ενδιαφέρον αποδείχτηκε και το ιντερνετικό μπαζάρ βιβλίων που οργανώθηκε από το μουσείο με σκοπό την ενίσχυση των εσόδων του κατά τη διάρκεια αυτής της δύσκολης περιόδου. Σίγουρα, η πλοήγηση στα διατιθέμενα βιβλία και η θεματογραφική αναζήτησή τους δεν γίνονται με την επιθυμητή ταχύτητα, αλλά σε συνθήκες εγκλεισμού ακόμα και αυτή η βραδύτητα λειτουργεί προς όφελος του επισκέπτη του μπαζάρ, επειδή βλέπει τίτλους που διαφορετικά ίσως να παρέβλεπε, ενώ ενδεχομένως να τον ενδιέφεραν.


Τέλος, όσον αφορά το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, θα έπρεπε να θέσει υποψηφιότητα για τον τίτλο του πιο άτυχου μουσείου σε όλο τον κόσμο, απλώς και μόνο επειδή χρειάστηκε να κλείσει, προτού ανοίξει. Κι αν δεν υπάρχει τέτοια διάκριση, θα πρέπει να γίνουν τα απαραίτητα διαβήματα για να δημιουργηθεί και να του απονεμηθεί. Ίσως αυτό να αποτελέσει κίνητρο για να αναπτυχθεί ένα διεθνές ενδιαφέρον για το μουσείο. Και όλο αυτό να παρουσιάζεται μετά ως εκτιθέμενο έργο στην κατηγορία της «αυτοπροσωπογραφίας».