«Είχαν δακρυσμένα μάτια στην ιδέα ότι χρονιάρα μέρα βρίσκονταν στη φυλακή»

Πώς πέρασαν την Πρωτοχρονιά του 1930 οι κρατούμενοι στις φυλακές Συγγρού; Facebook Twitter
Σκίτσο των φυλακών Συγγρού
0


«ΕΝ ΦΥΛΑΚΗ ΗΜΗΝ,
και ήλθετε προς με. Τότε αποκριθήσονται αυτώ οι δίκαιοι λέγοντες· Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν, ή διψώντα και εποτίσαμεν; Πότε δε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, ή γυμνόν και περιεβάλομεν; Πότε δε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή και ήλθομεν προς σε; Και αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς· αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε».

Αυτό είναι το χωρίο της Καινής Διαθήκης¹ που πιθανόν να σκεφτόταν ο δημοσιογράφος Τ.Κ. Ντόκος, καθώς περίμενε έξω από τα κάγκελα της μεγάλης πόρτας των φυλακών Συγγρού προκειμένου να περιγράψει για λογαριασμό της εφημερίδας «Ακρόπολις» τις εντυπώσεις του από το πώς πέρασαν οι κρατούμενοι την Πρωτοχρονιά του 1930.

Μόλις είχε ανατείλει ολόχρυσος ο ήλιος της πρώτης ημέρας του 1930 στον αττικό ουρανό και ο ρεπόρτερ περίμενε έξω από τα κάγκελα της μεγάλης πόρτας των φυλακών Συγγρού, μαζί με λογής λογής κόσμο που ήταν συγκεντρωμένος.

Μια μικροπαρέα από φοιτητές έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε. Τέσσερις πέντε στην πέρα άκρη χορεύανε. Και στη μέση της αυλής, μια δεκαμελής παρέα άκουγε το γραμμόφωνο. Έπαιζε η πλάκα που τους ξετρέλαινε περισσότερο, γιατί έναν έναν τους περιελάμβανε όλους...

«Γυναικούλες του λαού που κρατούν εις τα χέρια κατσαρολάκια με φαΐ, κορίτσια δροσερά δροσερά με πακετάκια γεμάτα γλυκίσματα εις το χέρι, νέοι και γέροι όλοι ανάμικτοι, από κάθε κοινωνικήν τάξιν, περιμένουν σειρά σειρά ν’ ανοίξουν τα κιγκλιδώματα και να περάσουν».

Εκείνη τη στιγμή δεν είχαν τα συναισθήματα των άλλων ημερών, αλλά στην ψυχή τους είχε φωλιάσει ένα άλλο συναίσθημα, αόριστο και κάπως ακαθόριστο, θλίψη αλλά και χαρά συγχρόνως, για ένα ακόμη έτος «εκτιθείσης ποινής». Θλίψη όταν σκέπτονταν ότι ο περασμένος χρόνος κύλισε μέσα στα σίδερα της φυλακής για ένα αγαπημένο τους πρόσωπο και χάθηκε «σαν ένα διάττον αστέρι, εις την άβυσσον της αιωνιότητος», χαρά γιατί με το πέρασμα ενός ακόμη χρόνου, η ημέρα της λύτρωσης ερχόταν πιο κοντά.

Στα επισκεπτήρια

— Αντωνίου, Αναστασόπουλος, Γεωργίου.

Ένας ένας οι φυλακισμένοι υπόδικοι και κατάδικοι που ακούγανε να φωνάζει ο φύλακας δυνατά το όνομά τους, κατέβαιναν τις σκάλες. Ήξεραν ότι πρόκειται ν’ αντικρίσουν ένα πρόσωπο δικό τους, με το δεματάκι τα γλυκά ή και χωρίς αυτά, πάντως όμως με το απαραίτητο «ματσάκι». Οι πιο ευαίσθητοι είχαν δακρυσμένα τα μάτια στην ιδέα ότι χρονιάρα μέρα βρίσκονταν στη φυλακή. Άλλοι ήταν πιο ψύχραιμοι και χαλύβδινοι.

— Χρόνια πολλά, παιδάκι μου, είπε με λαχτάρα μια γριά μητέρα στο παιδί της. Κουράγιο και κοντεύεις.
Ευχαριστώ, μητέρα.

Πώς πέρασαν την Πρωτοχρονιά του 1930 οι κρατούμενοι στις φυλακές Συγγρού; Facebook Twitter
Η κεντρική πύλη των φυλακών Συγγρού

Παρεκεί ήταν ένα ζευγάρι νέων, εκείνος μέσα από το κιγκλίδωμα και εκείνη απ’ έξω, σιγομιλούσαν με τα στόματα πολύ κοντά, σαν να ήθελαν να ενωθούν, εάν ο τόπος και ο χρόνος το επέτρεπαν. Τα μάτια τους ήταν ακόμη υγρά από δυο δάκρυα που κύλισαν τη στιγμή της συνάντησης. Και τώρα ψυχραιμότεροι κουβέντιαζαν και έμοιαζαν να λένε με τα βλέμματά τους ο ένας στον άλλον: «Θα περάσει κι αυτό».

Όσοι πάλι δεν είχαν την ευτυχία να δεχτούν επισκέψεις, δεν ανησυχούσαν.

— Α, σήμερα η «Μάννα» (το καζάνι) έχει φροντίσει καλά για όλους. Κρέας, γλυκά, όλα εντάξει!

Σιγά σιγά, οι επισκέψεις έφυγαν, η πόρτα έκλεισε και σαν να μην υπήρχαν πια ξένοι, η κίνηση των φυλακισμένων ζωήρεψε και τα γλεντάκια άρχισαν.

«Σε τι ωφελεί η θλίψις και η κατήφεια; Όλα περνούν. Και ύστερα, μήπως στα σίδερα της φυλακής δεν είναι για τους λεβέντες;».

Στους διαδρόμους και τα προαύλια των φυλακών Συγγρού

Διασκελίζοντας, λοιπόν, το κατώφλι των επανορθωτικών φυλακών Συγγρού, ντάλα μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς, ο δημοσιογράφος της «Ακρόπολις» βρέθηκε ανάμεσα «εις τους ταπεινούς και περιφρονημένους της ζωής, εις τους εγκλείστους». Για μια στιγμή λησμόνησε ότι μέσα εκεί εκατοντάδες συνανθρώπων του χλόμιαζαν πίσω από τα βαριά κάγκελα και ανακάτευαν «το μόλυσμα εις τα χνώτα των. Άλλωστε αι φυλακαί Συγγρού, εάν συγκριθούν με τα λοιπά μπουδρούμια-φυλακάς, είναι για τον τόπον μας φυλακαί ιδεώδεις».

Μέσα η ζωή έσφυζε, ενώ στους διαδρόμους φύλακες και φυλακισμένοι κινούνταν, βημάτιζαν, συνομιλούσαν, γελούσαν.

Πώς πέρασαν την Πρωτοχρονιά του 1930 οι κρατούμενοι στις φυλακές Συγγρού; Facebook Twitter

— Πάει κι αυτός. Τον φάγαμε. Πόσα μένουν ακόμη, Αργύρη;
Δυόμιση. Βγάλε το τρίτον αναστολή ποινής, δέκα τέσσερις μήνες. Και συ;

— Βλαστήμα τα. Έξη χρονάκια ακόμη. Μα θα δουλέψει η Εκατονταετηρίδα[2]. Κάτι θα γίνει…

Η κίνηση στους διαδρόμους και στα προαύλια θυμίζει πένθιμο πανηγύρι στον Τ.Κ. Ντόκο. Πρόσωπα γνωστά του που είχαν χαθεί ξαφνικά, «έτσι για να ενθυμούμεθα όλοι μας ότι η φυλακή είναι το τραγικόν ενδεχόμενο», τα ξανάβλεπε τώρα ν’ ακουμπούν τους αγκώνες στα πρεβάζια των παραθύρων ή έστρεφαν τα νώτα για να μη τα δει. Είχαν ήδη αρχίσει να σχηματίζονται κύκλοι και παρέες.

«Και τι δημοκρατισμός. Η έννοια της Δημοκρατίας είναι εις την ωραιοτέραν της εφαρμογήν. Τραπεζίται, επιστήμονες, εφοπλισταί, ανάμικτοι με άσημους ανθρωπάκους που μια κακή περίστασις τους έρριξε μέσα εις τα κελλιά της φυλακής. Όλοι είναι βγαλμένοι έξω εις τα προαύλια του κτιρίου και εννοούν να ξεχάσουν την τύχη τους, να λησμονήσουν την θέσιν εις την οποίαν βρίσκονται και να χαρούν».

Άλλοι πάλι, οι μελαγχολικότεροι, δεν βρίσκονταν στους διαδρόμους. Ήταν μέσα στα κελιά τους, καθισμένοι στα κρεβάτια, διάβαζαν, έγραφαν ή κοιμόνταν. Και εκτός απ’ αυτούς υπήρχαν και μερικοί –οι πιο δυστυχισμένοι αυτοί– που αν και δεν ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο, όμως κάποτε αργά ή γρήγορα επρόκειτο να «εκτελεσθούν» από κάποια αρρώστια που είχε χρονίως πλέον φωλιάσει μέσα τους.

Πώς πέρασαν την Πρωτοχρονιά του 1930 οι κρατούμενοι στις φυλακές Συγγρού; Facebook Twitter
Η είσοδος των φυλακών Συγγρού

Οι φυλακισμένοι διασκεδάζουν

Έξω στα προαύλια, ένας κατάδικος με ένα πακέτο γεμάτο μοίραζε κουραμπιέδες στους άλλους.

— Να ’χαμε κι ένα κονιακάκι!
Πού τέτοια τύχη όμως! Τα ποτά είναι τελείως απαγορευμένα.

Μια μικροπαρέα από φοιτητές έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε. Τέσσερις πέντε στην πέρα άκρη χορεύανε. Και στη μέση της αυλής, μια δεκαμελής παρέα άκουγε το γραμμόφωνο. Έπαιζε η πλάκα που τους ξετρέλαινε περισσότερο, γιατί έναν έναν τους περιελάμβανε όλους... «Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον, Αθηναίο γκάγκαρο, Πειραιώτη μαουνιέρη, Κερκυραίο κλαπαδόρο και Πατρινό τι χαμπάρια μάστορη...».

— Μπράβο, άκου τα, Κερκυραίε.
Πάψε συ, βρε Ανδρέα από τον Βόλο, και θ’ ακούσης και τα δικά σου.

Και ύστερα εν χορώ όλοι μαζί. «Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον…».

Ένας είχε ανέβει, σαν ρήτορας σε βάθρο, στους ώμους ενός συγκαταδίκου του για να βγάλει λόγο. Ήταν ο «Καζαμίας» της φυλακής και επρόκειτο να κάνει το προγνωστικό του νέου έτους.

— Κύριοι, κραύγαζε. Κατά το αισίως ερχόμενο έτος, πρόκειται να λάβη χώρα μία τεραστία ανακάλυψη από τον δόκτορα Στρακεχάουζεν. Θα είναι η ανακάλυψη αυτή ένα βήμα μεγάλο για την κατάργηση του θανάτου. Γι’ αυτό και από όλα τα κράτη θα χαρισθούν οι ποινές και θ’ απολυθούν όλοι οι φυλακισμένοι!
Ε, μα βέβαια, γιατί εμείς οι ισοβίτες, αλίμονό μας, διέκοψε κάποιος. Θα πιασθούμε κορόιδα. Θα κλείσουν λοιπόν οι φυλακές. Και όχι μόνον αυτό, αλλά...

— Όποιος πεινάει καρβέλια ονειρεύεται…

Πώς πέρασαν την Πρωτοχρονιά του 1930 οι κρατούμενοι στις φυλακές Συγγρού; Facebook Twitter

Κάποια στιγμή οι προρρήσεις και τα όνειρα τελείωσαν και το γραμμόφωνο ξανάρχισε.

 «Γιαλέλι, λέλι, λέλι, η καρδιά μου σένα θέλει...».

Οι γιορτές της Εκατονταετηρίδας

Η ώρα είχε περάσει. Το λυκόφως άρχισε να πέφτει σιγά σιγά, πρόδρομος του σκοταδιού της νύκτας. Η καμπάνα της φυλακής χτύπησε δυνατά. «Εις τους θαλάμους!». Η αμείλικτη πραγματικότητα ξαναζητούσε τα δικαιώματά της, σαν να ήθελε να πει: «Τι ματαιοπονείτε; Μέσα στα σίδερα δεν υπάρχει χαρά. Υπομονή».

Όταν ο δημοσιογράφος της «Ακρόπολις» έφευγε από τις φυλακές Συγγρού, άκουγε από δεκάδες στόματα να τον παρακαλούν:

— Γράψτε πως πρέπει τώρα με τις γιορτές της «Εκατονταετηρίδος» να δώσουν αναστολές των ποινών. Οι Τούρκοι, για τη συμπλήρωση δεκαετίας από την ανακήρυξη της Δημοκρατίας τους, έδωσαν αναστολές και χάρη. Οι Βέλγοι πέρσι έδωσαν γενική αμνηστία. Οι Ρουμάνοι, για την απελευθέρωση ενός τμήματος μόνον της χώρας τους, έδωσαν και αυτοί αναστολές και χάρη. Οι Σέρβοι για την γέννηση ενός πρίγκιπα, το ίδιο. Σ’ εμάς εδώ που κάναμε ένα σφάλμα και πέσαμε στη φυλακή, δεν θα μας δοθεί αναστολή του υπολοίπου της ποινής τώρα που πρόκειται να γιορτάσουμε το σημαντικότερο εθνικό γεγονός μας; Γράψτε, κύριε συντάκτα, γράψτε δυο λόγια… Μη κοιτάζετε που βρισκόμαστε μέσα στη φυλακή… Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω!

«Η αίτησίς των είναι δικαιοτάτη», σχολιάζει ο Τ.Κ. Ντόκος, «και την συνιστώ με όλη μου την καρδιά!».

¹Ματθαίου κεφ. Κε’
²Το 1930 ήταν η χρονιά εορτασμού της Εκατονταετηρίδας, η συμπλήρωση 100 ετών από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους.

Αρχαιολογία & Ιστορία
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Επίσκεψη στη Μπάρα, την αμαρτωλή γειτονιά της Θεσσαλονίκης

Μεσοπόλεμος / «Με τη σειρά, βρε παιδιά... κάντε υπομονή»: Στο Βαρδάρι του 1930

Τη δεκαετία του 1930 ο καλλιτέχνης και δημοσιογράφος Κωστής Μπέζος και ο ρεπόρτερ Αριστείδης Αγγελόπουλος επισκέφθηκαν τον Βαρδάρη στη συμπρωτεύουσα με διαφορά τριών χρόνων και κατέγραψαν τις εντυπώσεις τους. Στην περιοχή όπου «βρισκόταν κάθε καρυδιάς καρύδι».
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Μια επίσκεψη στο Άσυλο Ανιάτων το 1932

Μεσοπόλεμος / «Άνθρωπος ή τέρας; Άγνωστον»: Επίσκεψη στο Άσυλο Ανιάτων το 1932

Ο ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις», κατόπιν έκκλησης των υπευθύνων του ασύλου, επισκέπτεται τα διαμερίσματα της «στεγασμένης αυτής αθηναϊκής κολάσεως» στην Κυψέλη και περιγράφει όσα είδε με λέξεις που σήμερα ξενίζουν. 
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το σπήλαιο Κουβαρά: Τα μυστικά των πρώτων ανθρώπων της Αττικής

Ιστορία μιας πόλης / Σε αυτό το σπήλαιο υπήρξαν οι πρώτοι άνθρωποι της Αττικής

Το Σπήλαιο Κουβαρά δεν είναι απλώς ένας αρχαιολογικός χώρος. Είναι ένα παράθυρο στις ζωές των πρώτων ανθρώπων που έζησαν στην περιοχή. Από ταφές και εργαλεία μέχρι ίχνη πρώιμων δικτύων επικοινωνίας, κάθε εύρημα φωτίζει ένα κομμάτι της προϊστορίας που μέχρι πρόσφατα παρέμενε άγνωστο. Ο αρχαιολόγος Φάνης Μαυρίδης εξηγεί.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Η Αθήνα και η Ρώμη εξακολουθούν να μας ανοίγουν τα μάτια

Αρχαιολογία & Ιστορία / Η Αθήνα και η Ρώμη εξακολουθούν να μας ανοίγουν τα μάτια

Στο νέο βιβλίο της Μέρι Μπερντ, κορυφαίας προσωπικότητας των Kλασικών Σπουδών, αναδεικνύονται οι τρόποι με τους οποίους οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες προσφέρουν συναρπαστικές απαντήσεις σε κρίσιμα σύγχρονα ερωτήματα.
THE LIFO TEAM
Καισαριανή 1944: Όταν ο φακός ανήκει στον θύτη

Ιστορία μιας πόλης / Καισαριανή 1944: Η ιστορία μέσα από το φακό του θύτη

Οι νέες φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή ανοίγουν ένα δύσκολο πεδίο: τι σημαίνει να βλέπουμε την Ιστορία μέσα από το βλέμμα εκείνου που ασκεί τη βία; Ο ιστορικός Βαλεντίν Σνάιντερ εξηγεί.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Περιήγηση στον μεσοπολεμικό Πειραιά

Μεσοπόλεμος / «Αν ο Δάντης έβλεπε τις συνοικίες του Πειραιά, θα έγραφε μια νέα "Κόλαση"»

Οι ρεπόρτερ της πειραιώτικης εφημερίδας «Νέοι Καιροί» καταγράφουν τον Απρίλιο του 1930 όσα βλέπουν γυρνώντας στην περιοχή, αυτό «το κέντρο της λαθρεμπορίας, ατιμίας, βρώμας».
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
«Πανηγυράκι γίνεται ψηλά στον Αϊ Γιώργη»

Ιστορία μιας πόλης / Αράχωβα: «Πανηγυράκι γίνεται ψηλά στον Αϊ Γιώργη»

Στην Αράχωβα, ο εορτασμός του Αγίου Γεωργίου δεν είναι απλώς ένα πανηγύρι. Είναι μια τελετουργία όπου η πίστη, η ιστορία και η συλλογική μνήμη γίνονται ένα. Ο λαογράφος Πάρης Ποτηρόπουλος εξερευνά το «Πανηγυράκι» και θέτει το ερώτημα: πρόκειται για μια βιωμένη παράδοση ή για μια σύγχρονη αναπαράσταση προσαρμοσμένη στο σήμερα;
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
«Ζούμε εποχές αντίστοιχες με του Μουσολίνι και του Χίτλερ»

ΛΙΓΗ ΖΩΗ / Αντώνης Λιάκος: «Ζούμε εποχές αντίστοιχες με του Μουσολίνι και του Χίτλερ»

Από τους πιο επιδραστικούς ιστορικούς στον δημόσιο χώρο, ο Αντώνης Λιάκος επιστρέφει στα νεανικά του χρόνια της έντονης πολιτικοποίησης, στέκεται στα όσα «τρομακτικά» συμβαίνουν στη διεθνή σκηνή και επισημαίνει τα προβλήματα της Ελλάδας που θα απασχολήσουν τον ιστορικό του μέλλοντος.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Η εξάπλωση του «Μαύρου Θανάτου»: Μια μεσαιωνική ιστορία τρόμου

Αρχαιολογία & Ιστορία / Η εξάπλωση του «μαύρου θανάτου»: Μια μεσαιωνική ιστορία τρόμου

Η μαύρη πανώλη στοίχισε τη ζωή σε περίπου 100 εκατομμύρια ανθρώπους στα μέσα του 14ου αιώνα και ήταν, σύμφωνα με ένα νέο βιβλίο, «η πιο θανατηφόρα φυσική καταστροφή στην ιστορία της ανθρωπότητας».
THE LIFO TEAM
Μανόλης Κορρές: «Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε το Ηρώδειο όπως ήταν»

Αθήνα / Μανόλης Κορρές: «Λίγοι γνωρίζουν πως το Ηρώδειο διέθετε στέγη»

Αφότου αναστηλώθηκε τη δεκαετία του ’50, το Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού καθιερώθηκε ως η κεντρική σκηνή του Φεστιβάλ Αθηνών. Με αφορμή το επικείμενο κλείσιμό του λόγω εργασιών, ο επικεφαλής συντήρησης μνημείων της Ακρόπολης αποκαλύπτει κάποια «μυστικά» του και αναφέρεται σε εγκεκριμένες μελλοντικές παρεμβάσεις.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Μήπως τελικά διαβάζαμε λάθος το «σβήσιμο» της Χατσεψούτ;

Πολιτισμός / Μήπως τελικά διαβάζαμε λάθος την εξαφάνιση της Χατσεψούτ από την ιστορία;

Μελέτη που επανέρχεται στο προσκήνιο αμφισβητεί την παλιά εκδοχή ότι τα αγάλματα της Χατσεψούτ καταστράφηκαν από εκδίκηση και συνδέει μεγάλο μέρος της φθοράς τους με τελετουργικό σπάσιμο και μεταγενέστερη επαναχρησιμοποίηση.
THE LIFO TEAM
Από τον χρησμό στην εξουσία: Η άγνωστη ιστορία της Δωδώνης

Ιστορία μιας πόλης / Από τον χρησμό στην εξουσία: Η άγνωστη ιστορία της Δωδώνης

Πώς ένας υπαίθριος ιερός χώρος μετατράπηκε σε ένα από τα σημαντικότερα μνημειακά συγκροτήματα της αρχαιότητας; Και τι μας αποκαλύπτει η εξέλιξη της Δωδώνης για τη σχέση ανάμεσα στην εξουσία, τη λατρεία και την κοινωνική ζωή; Η δρ. Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου μας ξεναγεί στον χώρο.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Ρουκετοκίνητα, ρομπότ και βιντεοκλήσεις στον ελληνικό Μεσοπόλεμο

Μεσοπόλεμος / «Τα “ρομπότς” θα κάμνουν τα φαγητά»

Οι εφημερίδες της εποχής έκαναν προβλέψεις για τις τεχνολογικές εξελίξεις, σύμφωνα με τις οποίες «θα είμεθα οι απόλυτοι κύριοι των μηχανών, όχι οι δούλοι των» μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, και δεν έπεσαν έξω.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Αμφίπολη: Η θεά, οι όρκοι και ένας μύθος που ταξίδεψε στον χρόνο

Ιστορία μιας πόλης / Αμφίπολη: Η θεά, οι όρκοι και ένας μύθος που ταξίδεψε στον χρόνο

Πόσο βαθιά μπορεί να ριζώσει ένας μύθος σε μια πόλη; Μπορεί μια θεότητα να ταξιδέψει μαζί με τους αποίκους και να γίνει μέρος της πολιτικής και συλλογικής τους ταυτότητας; Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Δημήτρης Δαμάσκος εξηγεί.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ