«ΕΝ ΦΥΛΑΚΗ ΗΜΗΝ, και ήλθετε προς με. Τότε αποκριθήσονται αυτώ οι δίκαιοι λέγοντες· Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν, ή διψώντα και εποτίσαμεν; Πότε δε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, ή γυμνόν και περιεβάλομεν; Πότε δε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή και ήλθομεν προς σε; Και αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς· αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε».
Αυτό είναι το χωρίο της Καινής Διαθήκης¹ που πιθανόν να σκεφτόταν ο δημοσιογράφος Τ.Κ. Ντόκος, καθώς περίμενε έξω από τα κάγκελα της μεγάλης πόρτας των φυλακών Συγγρού προκειμένου να περιγράψει για λογαριασμό της εφημερίδας «Ακρόπολις» τις εντυπώσεις του από το πώς πέρασαν οι κρατούμενοι την Πρωτοχρονιά του 1930.
Μόλις είχε ανατείλει ολόχρυσος ο ήλιος της πρώτης ημέρας του 1930 στον αττικό ουρανό και ο ρεπόρτερ περίμενε έξω από τα κάγκελα της μεγάλης πόρτας των φυλακών Συγγρού, μαζί με λογής λογής κόσμο που ήταν συγκεντρωμένος.
Μια μικροπαρέα από φοιτητές έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε. Τέσσερις πέντε στην πέρα άκρη χορεύανε. Και στη μέση της αυλής, μια δεκαμελής παρέα άκουγε το γραμμόφωνο. Έπαιζε η πλάκα που τους ξετρέλαινε περισσότερο, γιατί έναν έναν τους περιελάμβανε όλους...
«Γυναικούλες του λαού που κρατούν εις τα χέρια κατσαρολάκια με φαΐ, κορίτσια δροσερά δροσερά με πακετάκια γεμάτα γλυκίσματα εις το χέρι, νέοι και γέροι όλοι ανάμικτοι, από κάθε κοινωνικήν τάξιν, περιμένουν σειρά σειρά ν’ ανοίξουν τα κιγκλιδώματα και να περάσουν».
Εκείνη τη στιγμή δεν είχαν τα συναισθήματα των άλλων ημερών, αλλά στην ψυχή τους είχε φωλιάσει ένα άλλο συναίσθημα, αόριστο και κάπως ακαθόριστο, θλίψη αλλά και χαρά συγχρόνως, για ένα ακόμη έτος «εκτιθείσης ποινής». Θλίψη όταν σκέπτονταν ότι ο περασμένος χρόνος κύλισε μέσα στα σίδερα της φυλακής για ένα αγαπημένο τους πρόσωπο και χάθηκε «σαν ένα διάττον αστέρι, εις την άβυσσον της αιωνιότητος», χαρά γιατί με το πέρασμα ενός ακόμη χρόνου, η ημέρα της λύτρωσης ερχόταν πιο κοντά.
Στα επισκεπτήρια
— Αντωνίου, Αναστασόπουλος, Γεωργίου.
Ένας ένας οι φυλακισμένοι υπόδικοι και κατάδικοι που ακούγανε να φωνάζει ο φύλακας δυνατά το όνομά τους, κατέβαιναν τις σκάλες. Ήξεραν ότι πρόκειται ν’ αντικρίσουν ένα πρόσωπο δικό τους, με το δεματάκι τα γλυκά ή και χωρίς αυτά, πάντως όμως με το απαραίτητο «ματσάκι». Οι πιο ευαίσθητοι είχαν δακρυσμένα τα μάτια στην ιδέα ότι χρονιάρα μέρα βρίσκονταν στη φυλακή. Άλλοι ήταν πιο ψύχραιμοι και χαλύβδινοι.
— Χρόνια πολλά, παιδάκι μου, είπε με λαχτάρα μια γριά μητέρα στο παιδί της. Κουράγιο και κοντεύεις.
Ευχαριστώ, μητέρα.
Παρεκεί ήταν ένα ζευγάρι νέων, εκείνος μέσα από το κιγκλίδωμα και εκείνη απ’ έξω, σιγομιλούσαν με τα στόματα πολύ κοντά, σαν να ήθελαν να ενωθούν, εάν ο τόπος και ο χρόνος το επέτρεπαν. Τα μάτια τους ήταν ακόμη υγρά από δυο δάκρυα που κύλισαν τη στιγμή της συνάντησης. Και τώρα ψυχραιμότεροι κουβέντιαζαν και έμοιαζαν να λένε με τα βλέμματά τους ο ένας στον άλλον: «Θα περάσει κι αυτό».
Όσοι πάλι δεν είχαν την ευτυχία να δεχτούν επισκέψεις, δεν ανησυχούσαν.
— Α, σήμερα η «Μάννα» (το καζάνι) έχει φροντίσει καλά για όλους. Κρέας, γλυκά, όλα εντάξει!
Σιγά σιγά, οι επισκέψεις έφυγαν, η πόρτα έκλεισε και σαν να μην υπήρχαν πια ξένοι, η κίνηση των φυλακισμένων ζωήρεψε και τα γλεντάκια άρχισαν.
«Σε τι ωφελεί η θλίψις και η κατήφεια; Όλα περνούν. Και ύστερα, μήπως στα σίδερα της φυλακής δεν είναι για τους λεβέντες;».
Στους διαδρόμους και τα προαύλια των φυλακών Συγγρού
Διασκελίζοντας, λοιπόν, το κατώφλι των επανορθωτικών φυλακών Συγγρού, ντάλα μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς, ο δημοσιογράφος της «Ακρόπολις» βρέθηκε ανάμεσα «εις τους ταπεινούς και περιφρονημένους της ζωής, εις τους εγκλείστους». Για μια στιγμή λησμόνησε ότι μέσα εκεί εκατοντάδες συνανθρώπων του χλόμιαζαν πίσω από τα βαριά κάγκελα και ανακάτευαν «το μόλυσμα εις τα χνώτα των. Άλλωστε αι φυλακαί Συγγρού, εάν συγκριθούν με τα λοιπά μπουδρούμια-φυλακάς, είναι για τον τόπον μας φυλακαί ιδεώδεις».
Μέσα η ζωή έσφυζε, ενώ στους διαδρόμους φύλακες και φυλακισμένοι κινούνταν, βημάτιζαν, συνομιλούσαν, γελούσαν.
— Πάει κι αυτός. Τον φάγαμε. Πόσα μένουν ακόμη, Αργύρη;
Δυόμιση. Βγάλε το τρίτον αναστολή ποινής, δέκα τέσσερις μήνες. Και συ;
— Βλαστήμα τα. Έξη χρονάκια ακόμη. Μα θα δουλέψει η Εκατονταετηρίδα[2]. Κάτι θα γίνει…
Η κίνηση στους διαδρόμους και στα προαύλια θυμίζει πένθιμο πανηγύρι στον Τ.Κ. Ντόκο. Πρόσωπα γνωστά του που είχαν χαθεί ξαφνικά, «έτσι για να ενθυμούμεθα όλοι μας ότι η φυλακή είναι το τραγικόν ενδεχόμενο», τα ξανάβλεπε τώρα ν’ ακουμπούν τους αγκώνες στα πρεβάζια των παραθύρων ή έστρεφαν τα νώτα για να μη τα δει. Είχαν ήδη αρχίσει να σχηματίζονται κύκλοι και παρέες.
«Και τι δημοκρατισμός. Η έννοια της Δημοκρατίας είναι εις την ωραιοτέραν της εφαρμογήν. Τραπεζίται, επιστήμονες, εφοπλισταί, ανάμικτοι με άσημους ανθρωπάκους που μια κακή περίστασις τους έρριξε μέσα εις τα κελλιά της φυλακής. Όλοι είναι βγαλμένοι έξω εις τα προαύλια του κτιρίου και εννοούν να ξεχάσουν την τύχη τους, να λησμονήσουν την θέσιν εις την οποίαν βρίσκονται και να χαρούν».
Άλλοι πάλι, οι μελαγχολικότεροι, δεν βρίσκονταν στους διαδρόμους. Ήταν μέσα στα κελιά τους, καθισμένοι στα κρεβάτια, διάβαζαν, έγραφαν ή κοιμόνταν. Και εκτός απ’ αυτούς υπήρχαν και μερικοί –οι πιο δυστυχισμένοι αυτοί– που αν και δεν ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο, όμως κάποτε αργά ή γρήγορα επρόκειτο να «εκτελεσθούν» από κάποια αρρώστια που είχε χρονίως πλέον φωλιάσει μέσα τους.
Οι φυλακισμένοι διασκεδάζουν
Έξω στα προαύλια, ένας κατάδικος με ένα πακέτο γεμάτο μοίραζε κουραμπιέδες στους άλλους.
— Να ’χαμε κι ένα κονιακάκι!
Πού τέτοια τύχη όμως! Τα ποτά είναι τελείως απαγορευμένα.
Μια μικροπαρέα από φοιτητές έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε. Τέσσερις πέντε στην πέρα άκρη χορεύανε. Και στη μέση της αυλής, μια δεκαμελής παρέα άκουγε το γραμμόφωνο. Έπαιζε η πλάκα που τους ξετρέλαινε περισσότερο, γιατί έναν έναν τους περιελάμβανε όλους... «Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον, Αθηναίο γκάγκαρο, Πειραιώτη μαουνιέρη, Κερκυραίο κλαπαδόρο και Πατρινό τι χαμπάρια μάστορη...».
— Μπράβο, άκου τα, Κερκυραίε.
Πάψε συ, βρε Ανδρέα από τον Βόλο, και θ’ ακούσης και τα δικά σου.
Και ύστερα εν χορώ όλοι μαζί. «Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον…».
Ένας είχε ανέβει, σαν ρήτορας σε βάθρο, στους ώμους ενός συγκαταδίκου του για να βγάλει λόγο. Ήταν ο «Καζαμίας» της φυλακής και επρόκειτο να κάνει το προγνωστικό του νέου έτους.
— Κύριοι, κραύγαζε. Κατά το αισίως ερχόμενο έτος, πρόκειται να λάβη χώρα μία τεραστία ανακάλυψη από τον δόκτορα Στρακεχάουζεν. Θα είναι η ανακάλυψη αυτή ένα βήμα μεγάλο για την κατάργηση του θανάτου. Γι’ αυτό και από όλα τα κράτη θα χαρισθούν οι ποινές και θ’ απολυθούν όλοι οι φυλακισμένοι!
Ε, μα βέβαια, γιατί εμείς οι ισοβίτες, αλίμονό μας, διέκοψε κάποιος. Θα πιασθούμε κορόιδα. Θα κλείσουν λοιπόν οι φυλακές. Και όχι μόνον αυτό, αλλά...
— Όποιος πεινάει καρβέλια ονειρεύεται…
Κάποια στιγμή οι προρρήσεις και τα όνειρα τελείωσαν και το γραμμόφωνο ξανάρχισε.
«Γιαλέλι, λέλι, λέλι, η καρδιά μου σένα θέλει...».
Οι γιορτές της Εκατονταετηρίδας
Η ώρα είχε περάσει. Το λυκόφως άρχισε να πέφτει σιγά σιγά, πρόδρομος του σκοταδιού της νύκτας. Η καμπάνα της φυλακής χτύπησε δυνατά. «Εις τους θαλάμους!». Η αμείλικτη πραγματικότητα ξαναζητούσε τα δικαιώματά της, σαν να ήθελε να πει: «Τι ματαιοπονείτε; Μέσα στα σίδερα δεν υπάρχει χαρά. Υπομονή».
Όταν ο δημοσιογράφος της «Ακρόπολις» έφευγε από τις φυλακές Συγγρού, άκουγε από δεκάδες στόματα να τον παρακαλούν:
— Γράψτε πως πρέπει τώρα με τις γιορτές της «Εκατονταετηρίδος» να δώσουν αναστολές των ποινών. Οι Τούρκοι, για τη συμπλήρωση δεκαετίας από την ανακήρυξη της Δημοκρατίας τους, έδωσαν αναστολές και χάρη. Οι Βέλγοι πέρσι έδωσαν γενική αμνηστία. Οι Ρουμάνοι, για την απελευθέρωση ενός τμήματος μόνον της χώρας τους, έδωσαν και αυτοί αναστολές και χάρη. Οι Σέρβοι για την γέννηση ενός πρίγκιπα, το ίδιο. Σ’ εμάς εδώ που κάναμε ένα σφάλμα και πέσαμε στη φυλακή, δεν θα μας δοθεί αναστολή του υπολοίπου της ποινής τώρα που πρόκειται να γιορτάσουμε το σημαντικότερο εθνικό γεγονός μας; Γράψτε, κύριε συντάκτα, γράψτε δυο λόγια… Μη κοιτάζετε που βρισκόμαστε μέσα στη φυλακή… Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω!
«Η αίτησίς των είναι δικαιοτάτη», σχολιάζει ο Τ.Κ. Ντόκος, «και την συνιστώ με όλη μου την καρδιά!».
¹Ματθαίου κεφ. Κε’
²Το 1930 ήταν η χρονιά εορτασμού της Εκατονταετηρίδας, η συμπλήρωση 100 ετών από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους.