Πάσχα στο κελί με σουβλιστό αρνί

Ζωντανοί μέσα στους τάφους των κελιών γιόρτασαν, έψησαν τ’ αρνιά τους Facebook Twitter
0


«ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
έχουν καθιερώσει τις τριήμερες εορτές του Πάσχα ως χρονικό διάστημα διακοπής κάθε του κόσμου μερίμνης, “κάθε του βίου δύνης”». Κι όμως, σύμφωνα με τον αστυνομικό ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις», Ευστάθιο Θωμόπουλο, υπάρχει ένας κόσμος ολόκληρος για τον οποίο το Πάσχα έρχεται και περνά με ένα βάρος στην ψυχή του, και οι τρεις ημέρες του δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας σπόγγος με ξίδι σε χείλη φραγμένα από την ανικανοποίητη δίψα της ελευθερίας.

Είναι οι απόκληροι της ζωής, αυτοί για τους οποίους «εμείς οι άλλοι, οι ευωχηθέντες και ευφραινόμενοι, οι μη αμαρτήσαντες κατά τα “τυπικά” του Ποινικού Νόμου, αγνοούμε. Εκείνοι που από αθέλητη κακή φύτρα ψυχοσυνθέσεως, ή από μοιραία σύμπτωση, έκλεψαν, έβαψαν τα χέρια ως με αίμα, ηδίκησαν».

Την ώρα που ο ρεπόρτερ Ευστάθιος Θωμόπουλος έφτασε, πλησίαζε μεσημέρι. Καλοστρωμένα τα τραπέζια της τεράστιας σάλας του φαγητού, μοσχοβολούσαν από τις μερίδες του ψητού, το φρέσκο τυρί και τη μαρουλοσαλάτα.

Ζωντανοί μέσα στους τάφους των κελιών ή στα προαύλια των ψηλομαντρωμένων φυλακών, γιόρτασαν, έψησαν τ’ αρνιά τους, τσούγκρισαν κόκκινα αυγά, «αλλά εδάκρυσαν, έκλαψαν, αντί να χαρούν. Γιατί τους έλειπε η οικογενειακή θαλπωρή, οι τρυφερές αγκαλιές, τα ερωτηάρικα μάτια».

Αυτούς τους ζωντανούς πεθαμένους, ανάμεσα στους οποίους και τις γυναίκες και τους εφήβους των φυλακών Αβέρωφ, θεώρησε ο Θωμόπουλος σκόπιμο να επισκεφθεί το Πάσχα του 1932.

«Οι φοβερώτεροι ήταν όμως εις τις φυλακάς Συγγρού, την περιμαντρωμένη αυτή κοιλάδα των οδυρμών».

Στις φυλακές Συγγρού

Ώρες ολόκληρες περιπλανήθηκε ο Θωμόπουλος μέσα στους διαδρόμους και στα κελιά της, μαζί με όλη τη χορεία των αποβλήτων της κοινωνίας, «καίρια θανατωμένων στην ψυχή από τη στέρηση της ελευθερίας».

Αν είναι αλήθεια ότι τα ιδρύματα των φυλακών αποτελούν τον παραστατικότερο καθρέφτη του πολιτισμού σε κάθε χώρα, τότε ο Θωμόπουλος, αντικρίζοντας τις φυλακές Συγγρού, μόνο με ένα τεράστιο μηδενικό θα μπορούσε να βαθμολογήσει το κράτος. Οι σκλάβοι στις ρωμαϊκές γαλέρες, οι κατάδικοι στα φρούρια του Μεσαίωνα δεν πίστευε να βρίσκονταν σε περισσότερο δυσάρεστες συνθήκες απ’ αυτές που αντιμετώπιζε ο δυστυχισμένος κόσμος που κυκλωνόταν μέσα στο οικοδομικό συγκρότημα του αείμνηστου Συγγρού.

Ζωντανοί μέσα στους τάφους των κελιών γιόρτασαν, έψησαν τ’ αρνιά τους Facebook Twitter

Οι κάτοικοι των φρουρίων του Μεσαίωνα δεν θα είχαν να ζηλέψουν τίποτε από τους μετέπειτα συναδέλφους τους των φυλακών Συγγρού. Το ίδιο στρίμωγμα σε στενούς χώρους, η ίδια μούχλα, «όμοια η φρίκη του μπερδέματος καταδίκων κάθε λογής με εγκαθείρκτους τυπικών νομικών παραβάσεων, η αυτή μαρτυρική στέρηση τροφής, αέρος και φωτός».

Ο ίδιος εφιάλτης ύπνου, όπως στην εποχή των μαρτυρίων, που οι κατάδικοι δεν αφήνονταν να κοιμηθούν από τους πραιτοριανούς, για να καταντήσουν σκέλεθρα και να αδειάσουν μια ώρα αρχύτερα τον χώρο των φυλακών.

Στις φυλακές Συγγρού δεν συνέβαινε βέβαια αυτό, αλλά επειδή ο χώρος δεν επαρκούσε, καθώς σε έναν χώρο που ήταν προορισμένος για 450 στοιβάζονταν περίπου 1.000, ο διευθυντής των φυλακών τούς έβαζε να κοιμούνται ανά βάρδιες, πέντε ώρες οι μισοί και άλλες πέντε οι άλλοι.

«Υπό τους όρους αυτούς, εννοείται, ποιο μαύρο Πάσχα πέρασαν οι εκατοντάδες των εγκαθείρκτων του. Ο διευθυντής των φυλακών κ. Νίκου, άνθρωπος προ παντός, έκαμε τα πάντα να τους δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της χαράς για τη μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης».

Τους έφερε σφαχτά και, στον μεγάλο περίβολο της φυλακής, ενώ οι σκοποί φαντάροι τούς παραμόνευαν από τις υπερώες σκοπιές τους βλοσυροί και με τα όπλα πάντοτε ανά χείρας, τους έβαλε να τα ψήσουν. Παλιοί μερακλήδες της σούβλας, χωρικοί κατάδικοι, όπως ο ληστής Κατσίφας, προσέθεσαν την ψηστική σοφία τους.

Την επόμενη ημέρα, τη Δευτέρα της Λαμπρής, επετράπησαν και ζυγιές από βιολιά και σαντούρια.

«Χορευταράς δεινός ο πολύς Αγόρος ή Καραγκιόζης κ.λπ., ο αρχιτεχνίτης των διαρρήξεων, που μαζί με τη Μαλάμω του είχε κουβαλήσει στο γιαπί της πλατείας των Αγάμων παντός είδους προϊόντα των εδωδιμοπωλείων και των εμπορικών καταστημάτων. Αυτός με τον Σαρίκα, τον υπαίτιο του φόνου του Γυφτοδημοπούλου, έλυωσε τα παπούτσια του, ή μάλλον τις πατούνες του, γιατί σόλες σχεδόν δεν υπήρχαν, επάνω στο χώμα της αυλής με τους καλαματιανούς και τους χασάπικους. Βοηθοί και συναγωνιστές στο κοπάνισμα της γης, όλοι οι γνωστοί άσσοι της αστυνομικής πιάτσας, παλιοί πρεζάκηδες που δύσκολα συγκρατούν τη λύσσα πάθους τους».

Στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ

«Το υπόδειγμα για την Ελλάδα ίδρυμα λαμποκοπούσε περισσότερον από κάθε άλλη φορά. Αι εκατόν τριάντα γυναίκες της αμαρτίας κατάδικοι και υπόδικοι είχαν καθαρίσει από της προηγουμένης κελλιά, διαδρόμους και προαύλια, με την ίδια λαχτάρα προκοπής, όπως οι καλές νοικοκυρές».

Την ώρα που ο Θωμόπουλος έφτασε, πλησίαζε μεσημέρι. Καλοστρωμένα τα τραπέζια της τεράστιας σάλας του φαγητού, μοσχοβολούσαν από τις μερίδες του ψητού, το φρέσκο τυρί και τη μαρουλοσαλάτα.

«Ένα μπουκέτο κυριών και δεσποινίδων είχαν κρίνει ως καλύτερον “αντράκτ” της συνηθισμένης των κοσμικής απασχολήσεως να φθάσουν εις το μέρος των αποκλήρων γυναικών, με άπειρα δώρα και χαμόγελα καλωσύνης. Και πρέπει να πιστεύετε ότι κάτι καλό έκαμαν εις το πλήθος των πικραμένων αυτών γυναικών. Το καλό να πιστέψουν για λίγες στιγμές, ότι οι φυλακισμένες δεν είναι τέρατα, όπως η καταδίκη τους τας εχαρακτήρισε».

Ζωντανοί μέσα στους τάφους των κελιών γιόρτασαν, έψησαν τ’ αρνιά τους Facebook Twitter

Μέσα στο προαύλιο χίλια συναισθήματα πλανιόνταν στις μορφές των αποκλήρων. Στο κέντρο της αυλής ένας μεγάλος κύκλος από τις νεαρότερες γυρόφερνε τον καλαματιανό. Τον έσερνε η Ζάλη, «μια συμπαθητική διαβολογυναίκα, που η αδιόρθωτη ψυχοσύνθεσίς της τη φέρνει, κάθε που θα ξεσκαπουλάρει τα σίδερα της φυλακής, να ξαλαφρώνει πορτοφόλια».

Επί χρόνια τη συναντούσε ο Θωμόπουλος, πότε στο τμήμα Ασφαλείας πότε στα κελιά των γυναικείων φυλακών. Χοροπηδά με κέφι.

«Δεν είναι η πρώτη μας Λαμπρή δα», ξεφώνησε όταν ο δημοσιογράφος τής εξέφρασε την έκπληξή του.

Της κρατά το μαντίλι η «λωποδύτρια Αννούλα, αλλόκοτο πλάσμα ομορφιάς και εξυπνάδας». Και έπονταν κοντά της, «καμαροφρύδα και γελαστή, η μικρή τσιγγάνα, που απησχόλησε τελευταία την Ασφάλεια». Ακολουθούσαν άλλες που αποτελούν η καθεμιά και από μία «φρικτή ιστορία έρωτος και αίματος». Ανάμεσά τους και η θρυλική Μοντεσάντου. Η δηλητηριάστρια ολόκληρου χωριού που, παρά τα 75 της χρόνια, ακολουθούσε τις σβελτοπόδες κατάδικες στον χορό τους.

«Εδώ πια θ’ αφήσω τα κόκκαλά μου! Ξέρω αν θα ζω του χρόνου;»

Η Ζάλη κάποτε κουράζεται. Η Αννούλα με τη μικροσκοπική τσιγγάνα φθάνουν κοντά στον επισκέπτη. Γνέφουν πως θα του χρωστούν τη μεγαλύτερη χάρη αν τους δώσει τσιγάρο. Αλλά πώς; Η διευθύντρια των φυλακών Καλμούχου ήταν κοντά τους και ο κανονισμός της φυλακής απαγόρευε τέτοιου είδους δώρα.

«Τα δυο διαβολοθήλυκα όμως έχουν τον τρόπο». Και σε μια στιγμή, ενώ μιλάει με τη διευθύντρια, ένα χέρι εισχωρεί στη δεξιά του τσέπη. Άφαντο το πακέτο σε διάστημα ενός δευτερολέπτου. Φτάνει, από χέρι σε χέρι, έξω από την εκκλησία των φυλακών. Εκεί το παραλαμβάνει το «δουλικό που εσκότωσε τον αρραβωνιαστικό της πέρυσι και κατεδικάσθη προ μηνών εις εφταετή φυλάκισιν», για να το εξαφανίσει κάτω από την ευρύχωρη μπλούζα της. Η Ζάλη, που αντιλήφθηκε τα «διαδραματισθέντα», ειδοποίησε απειλητικά «εις την ακατανόητο διάλεκτό της: “Λάχανο το τσίστε. Τζίβα μη το μπινελιάσω”», που σημαίνει: «Βουτήξατε τα τσιγάρα. Μερτικό, μην το προδώσω!».

Ζωντανοί μέσα στους τάφους των κελιών γιόρτασαν, έψησαν τ’ αρνιά τους Facebook Twitter

Η διευθύντρια, που καταλάβαινε τη διάλεκτο, αντελήφθη τι έγινε, αλλά λόγω της ημέρας «κάμνει ότι δεν επήρε είδησι τι συνέβη».

Δεν είναι όμως αυτή η χαρά και αγαλλίαση που συνέχει το πλήθος. Εκτός από τις κρατούμενες που χόρευαν, οι υπόλοιπες, «σουρωμένες κυριολεκτικώς μέσα στις γκρίζες ρόμπες τους, μας παρακολουθούν άφωνες, με τα μάτια σχεδόν δακρυσμένα».

Ο Θωμόπουλος νιώθει ένα τράβηγμα από το χέρι. Ήταν μιας όμορφης ψηλής γερόντισσας, της Γεράκη, που έβαλε φωτιά στο σπίτι της στην Εύβοια, για να εκδικηθεί τη νύφη της. Πολύ λίγο είχε καταδικασθεί, αλλά έκλαιγε πολύ. «Λυπηθείτε με», του φώναζε, «άδικα καταδικάσθηκα. Είμαι γριά γυναίκα, γράφτε να βγω από ’δω μέσα! Άδικα!». Της έλεγε ό,τι ήταν δυνατόν για να παρηγορηθεί, μα παρηγοριά δεν είχε. Έκλαιγε σαν μικρό παιδί, «ενώ η αιωνία τσούχτρα, η Ζάλη, βρίσκει πάλι ευκαιρία να καταναλώσει το πνεύμα της. “Ασ’ τα καμώματα, γρηά. Πέρασες τους ανθρώπους για ποντικούς στην τσάκα και τώρα θες συχώρεση”».

Πέντε λεπτά αργότερα, ο ρεπόρτερ βρέθηκε στην τραπεζαρία, όπου «σαν καλές μαθήτριες φόνισσες, λωποδύτριες, κόρες της απωλείας, με τις καθαρές τους μπλούζες» προσεύχονταν όρθιες μπροστά στα μακριά τραπέζια. Η αρχιφύλακας απήγγελλε το «Χριστός Ανέστη».

Η στιγμή ήταν συγκινητική. Όλες σταυροκοπιούνταν με βαθιά ζωγραφισμένη στο πρόσωπο τη θεοσέβεια. Η ματιά του δημοσιογράφου έπιασε τη διαβόητη λωποδύτρια Παναγκίνη, πιο πέρα μια μαμή, που είχε «κάμει το μαιευτήριο της προ χρόνων μηχανοστάσιο εκτρώσεων». Στην άλλη άκρη ίστανται με θρησκευτική κατάνυξη μια Θρακιώτισσα λησταρχίνα, που τρία χρόνια πριν, μαζί με τον εραστή της, είχε ληστέψει και κομματιάσει τον άνδρα της.

Στο τελευταίο θρανίο, αδιάφορα καθισμένες, επτά κομμουνίστριες. Μασουλούσαν ήδη το ψητό τους στην καραβάνα χωρίς να προσέχουν ούτε τη στάση των άλλων ούτε την παρουσία της διευθύντριας.

Οι φυλακές των εφήβων

Δίπλα από το «δεσμωτήριο των αμαρτωλών γυναικών» ήταν οι φυλακές «των πρώτων λουλουδιών της αμαρτίας».

Οι έφηβοι κρατούμενοι υποδέχτηκαν τον ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις» με πρόσχαρα και ειλικρινή ξεφωνίσματα. Μόλις είχαν ψήσει τα αρνιά τους και ήθελαν να του προσφέρουν μεζέ και να τσουγκρίσει αυγά μαζί τους.

«Αμέριμνοι με δυο λέξεις, σχεδόν απληροφόρητοι μέσα τους για το κατάντημά τους, γιορτάζουν, όπως και οι ελεύθεροι χριστιανοί».

Λίγοι ήταν εκείνοι, μάλλον οι μεγαλύτερης ηλικίας, που καθισμένοι στα πεζούλια, είχαν βυθιστεί σε πρόωρους ρεμβασμούς. Μελαγχολικότερος ήταν ο «δράστης της Εύβοιας», ο νέος που έναν μήνα νωρίτερα είχε καταδικαστεί από το Κακουργιοδικείο Αθηνών σε ισόβια. «Χρόνια πολλά, Γεώργο. Πώς είσαι τώρα;». Ύψωσε τους ώμους με ένα αορίστου υπολείμματος φωνής «ευχαριστώ», υποδηλώνοντας ότι δεν ήθελε συζήτηση. Συζήτηση ήθελε ο νεαρός συνεχιστής της βεντέτας των Χονδροκουκαίων-Μπαρμπαγιανναίων.

Περίμενε τη δίκη του και φοβόταν μήπως η καταδίκη του είναι βαριά. «Έκαμα την προσευχή μου στον Χριστό να μη την πάθω πολύ», λέει. «Μετανοείς τώρα;» Ένα βλέμμα θλιβερό ήταν η απάντησή του. «Έχει, προφανώς, μετανοιώσει και καταριέται την ώρα που, από αλλόκοτο φανατισμό στο φρικτό έθιμο, ξάπλωσε νεκρό τον ατυχή γυμνασιόπαιδα».

Τρία «κακότυχα βλαστάρια της αμαρτίας» κατευόδωσαν τον Θωμόπουλο ως τη μεσόπορτα. Γελαστοί και πρόσχαροι οι τρεις διαρρήκτες που «προ διμήνου είχαν ρημάξει τα μαγαζιά και τα σπίτια της Αθήνας».

Αρχαιολογία & Ιστορία
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Σιδηροδρομικό δυστύχημα στις Θερμοπύλες

Μεσοπόλεμος / «Έντρομοι έσπευδον να πηδήσουν από τα παράθυρα του τραίνου διά να σωθούν»

Τον Μάρτη εκείνης της χρονιάς σημειώθηκε σιδηροδρομικό δυστύχημα κοντά στις Θερμοπύλες με δύο νεκρούς, έναν βαριά και τέσσερις ελαφρά τραυματισμένους. Το ρεπορτάζ της «Ακροπόλεως» κατέγραψε το συμβάν.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Κάτω το Συγγρού! Ζήτω η ελευθερία! 

Μεσοπόλεμος / «Τι είναι το νοσοκομείον Συγγρού; Είναι η κόλασις που φαντάζονται;»

Τον Σεπτέμβρη του 1933 «έγκλεισται γυναίκες ελευθέρων ηθών εστασίασαν, αποπειραθείσαι να δραπετεύσουν» και ο Ε. Θωμόπουλος, ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις», περιέγραψε όσα έγιναν στο αθηναϊκό νοσοκομείο.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η μυστική ιστορία του ναυαγίου στο Μόδι

Ιστορία μιας πόλης / Η μυστική ιστορία του ναυαγίου στο Μόδι

Λίγα μίλια από τον Πόρο, η μικρή βραχονησίδα Μόδι έκρυβε για τρεις χιλιάδες χρόνια ένα από τα σημαντικότερα μυκηναϊκά ναυάγια του Αιγαίου. Ο ειδικός στη Ναυτική Αρχαιολογία Χρήστος Αγουρίδης «βουτά» στην ιστορία μιας ανακάλυψης που ίσως αλλάξει όσα γνωρίζαμε για το τέλος της μυκηναϊκής εποχής.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Μια νύχτα με τους κοκαϊνομανείς της Δραπετσώνας

Μεσοπόλεμος / Μια νύχτα με τους κοκαϊνομανείς της Δραπετσώνας

Τον Αύγουστο του 1927, ο δημοσιογράφος Νίκος Μαράκης, που πρώτα ζούσε και μετά έγραφε, κατόρθωσε, παρέα με τον σκιτσογράφο Κλεόβουλο Κλώνη, να περάσει μια νύχτα σε ένα κοκαϊνοποτείο της Δραπετσώνας.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Το «παράσιτο» δεν ήταν πάντα βρισιά — στην αρχαία Ελλάδα καθόταν δίπλα στο φαγητό

Ειδήσεις / Πώς η ελληνική λέξη «παράσιτο» πήγε από το αρχαίο τραπέζι στη βρισιά

Σήμερα η λέξη «παράσιτο» σημαίνει κάποιον που ζει εις βάρος άλλων. Στην αρχαία Ελλάδα, όμως, ξεκίνησε πολύ πιο κυριολεκτικά: από τον άνθρωπο που βρισκόταν «δίπλα στο φαγητό», πριν περάσει στην κωμωδία, στην κολακεία και στη σημερινή αρνητική σημασία της.
THE LIFO TEAM
Η Αθήνα στους δρόμους: Η ιστορία των πολιτικών κινητοποιήσεων

Ιστορία μιας πόλης / Η Αθήνα στους δρόμους: Η ιστορία των πολιτικών κινητοποιήσεων

Από τις θρυλικές συγκεντρώσεις της δεκαετίας του ’80 μέχρι τις υβριδικές διαμαρτυρίες της ψηφιακής εποχής, η Αθήνα δεν είναι απλώς μια πρωτεύουσα· είναι μια σκηνή όπου η πολιτική γράφεται στον δρόμο. Η Λαμπρινή Ρόρη ξετυλίγει το νήμα μιας πόλης που μαθαίνει να διαφωνεί, να διεκδικεί και να θυμάται, πάντα συλλογικά.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
«ΜΑΘΟΥ»: Βρέθηκε αρχαίο ελληνικό μήνυμα σε βλήμα 2.100 ετών

Πολιτισμός / «ΜΑΘΟΥ»: Βρέθηκε αρχαίο ελληνικό μήνυμα σε βλήμα 2.100 ετών

Μια μολύβδινη βολίδα σφενδόνης από την αρχαία Ίππο, κοντά στη Θάλασσα της Γαλιλαίας, φέρει την ελληνική επιγραφή «ΜΑΘΟΥ». Οι ερευνητές τη διαβάζουν ως σαρκαστικό μήνυμα προς τον εχθρό, κάτι σαν «πάρε το μάθημά σου», αποκαλύπτοντας μια απρόσμενα ανθρώπινη πλευρά του αρχαίου πολέμου: μαζί με το βλήμα ταξίδευε και ο χλευασμός.
THE LIFO TEAM
Αρχαιολόγοι βρήκαν μούμια θαμμένη με στίχους από την Ιλιάδα

Πολιτισμός / Αρχαιολόγοι βρήκαν μούμια θαμμένη με στίχους από την Ιλιάδα

Σε τάφο ρωμαϊκής περιόδου στην αρχαία Οξύρρυγχο της Αιγύπτου, αρχαιολόγοι εντόπισαν πάπυρο με στίχους από τη Β΄ ραψωδία της Ιλιάδας πάνω σε μουμιοποιημένο σώμα. Το εύρημα φωτίζει τη θέση του Ομήρου όχι μόνο στην εκπαίδευση και την ανάγνωση, αλλά και στις τελετουργίες γύρω από τον θάνατο.
THE LIFO TEAM
Η Ιερά Οδός κάτω από τη γη

Ιστορία μιας πόλης / Η Ιερά Οδός είναι ένα με την ιστορία της Αθήνας

Οι αρχαιολόγοι Ευσταθία (Έφη) Ανέστη και Ειρήνη Σβανά μιλούν για τις μεγάλες ανασκαφές της Ιεράς Οδού κατά τη διάνοιξη του μετρό και τα σπουδαία ευρήματα που ήρθαν στο φως κατά μήκος της αρχαίας Ιεράς Οδού, του δρόμου που ένωνε την Αθήνα με την Ελευσίνα και τα Ελευσίνια Μυστήρια.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
«Δίχως κα@λα δουλειά δεν γίνεται»

Οι Αθηναίοι / Κωστής Καρπόζηλος: «H επιτυχία της δεξιάς είναι μια αριστερά που φοβάται τον εαυτό της»

Από ένα παιδί που μεγάλωνε «αποκομμένο» έξω από τα Γιάννενα, βρίσκοντας καταφύγιο στα βιβλία, μέχρι τον φοιτητή που έκανε την πολιτική «διέξοδο» και τον ιστορικό που κινήθηκε ανάμεσα σε Ελλάδα, Ευρώπη και ΗΠΑ, η διαδρομή του είναι μια συνεχής αναζήτηση μέσα από εμπειρίες, ρήξεις και μετατοπίσεις. Ο ιστορικός Κωστής Καρπόζηλος αφηγείται τη ζωή του στη LiFO. 
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
«Εδώ υπήρξε μια φορά η Παλιά Στρατώνα»

Μεσοπόλεμος / «H φυλακή είχε μεταβληθεί σε κόλαση για κάθε άνθρωπο»

«Θα λείψει αυτό το αίσχος που προσβάλλει τον πολιτισμό μας και ντροπιάζει την Αθήνα»: Το 1931 η φυλακή Παλαιάς Στρατώνας κατεδαφίστηκε στο πλαίσιο των αρχαιολογικών ανασκαφών στην Αρχαία Αγορά.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Το σπήλαιο Κουβαρά: Τα μυστικά των πρώτων ανθρώπων της Αττικής

Ιστορία μιας πόλης / Σε αυτό το σπήλαιο υπήρξαν οι πρώτοι άνθρωποι της Αττικής

Το Σπήλαιο Κουβαρά δεν είναι απλώς ένας αρχαιολογικός χώρος. Είναι ένα παράθυρο στις ζωές των πρώτων ανθρώπων που έζησαν στην περιοχή. Από ταφές και εργαλεία μέχρι ίχνη πρώιμων δικτύων επικοινωνίας, κάθε εύρημα φωτίζει ένα κομμάτι της προϊστορίας που μέχρι πρόσφατα παρέμενε άγνωστο. Ο αρχαιολόγος Φάνης Μαυρίδης εξηγεί.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Η Αθήνα και η Ρώμη εξακολουθούν να μας ανοίγουν τα μάτια

Αρχαιολογία & Ιστορία / Η Αθήνα και η Ρώμη εξακολουθούν να μας ανοίγουν τα μάτια

Στο νέο βιβλίο της Μέρι Μπερντ, κορυφαίας προσωπικότητας των Kλασικών Σπουδών, αναδεικνύονται οι τρόποι με τους οποίους οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες προσφέρουν συναρπαστικές απαντήσεις σε κρίσιμα σύγχρονα ερωτήματα.
THE LIFO TEAM
Καισαριανή 1944: Όταν ο φακός ανήκει στον θύτη

Ιστορία μιας πόλης / Καισαριανή 1944: Η ιστορία μέσα από το φακό του θύτη

Οι νέες φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή ανοίγουν ένα δύσκολο πεδίο: τι σημαίνει να βλέπουμε την Ιστορία μέσα από το βλέμμα εκείνου που ασκεί τη βία; Ο ιστορικός Βαλεντίν Σνάιντερ εξηγεί.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Περιήγηση στον μεσοπολεμικό Πειραιά

Μεσοπόλεμος / «Αν ο Δάντης έβλεπε τις συνοικίες του Πειραιά, θα έγραφε μια νέα "Κόλαση"»

Οι ρεπόρτερ της πειραιώτικης εφημερίδας «Νέοι Καιροί» καταγράφουν τον Απρίλιο του 1930 όσα βλέπουν γυρνώντας στην περιοχή, αυτό «το κέντρο της λαθρεμπορίας, ατιμίας, βρώμας».
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
«Πανηγυράκι γίνεται ψηλά στον Αϊ Γιώργη»

Ιστορία μιας πόλης / Αράχωβα: «Πανηγυράκι γίνεται ψηλά στον Αϊ Γιώργη»

Στην Αράχωβα, ο εορτασμός του Αγίου Γεωργίου δεν είναι απλώς ένα πανηγύρι. Είναι μια τελετουργία όπου η πίστη, η ιστορία και η συλλογική μνήμη γίνονται ένα. Ο λαογράφος Πάρης Ποτηρόπουλος εξερευνά το «Πανηγυράκι» και θέτει το ερώτημα: πρόκειται για μια βιωμένη παράδοση ή για μια σύγχρονη αναπαράσταση προσαρμοσμένη στο σήμερα;
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
«Ζούμε εποχές αντίστοιχες με του Μουσολίνι και του Χίτλερ»

ΛΙΓΗ ΖΩΗ / Αντώνης Λιάκος: «Ζούμε εποχές αντίστοιχες με του Μουσολίνι και του Χίτλερ»

Από τους πιο επιδραστικούς ιστορικούς στον δημόσιο χώρο, ο Αντώνης Λιάκος επιστρέφει στα νεανικά του χρόνια της έντονης πολιτικοποίησης, στέκεται στα όσα «τρομακτικά» συμβαίνουν στη διεθνή σκηνή και επισημαίνει τα προβλήματα της Ελλάδας που θα απασχολήσουν τον ιστορικό του μέλλοντος.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Η εξάπλωση του «Μαύρου Θανάτου»: Μια μεσαιωνική ιστορία τρόμου

Αρχαιολογία & Ιστορία / Η εξάπλωση του «μαύρου θανάτου»: Μια μεσαιωνική ιστορία τρόμου

Η μαύρη πανώλη στοίχισε τη ζωή σε περίπου 100 εκατομμύρια ανθρώπους στα μέσα του 14ου αιώνα και ήταν, σύμφωνα με ένα νέο βιβλίο, «η πιο θανατηφόρα φυσική καταστροφή στην ιστορία της ανθρωπότητας».
THE LIFO TEAM