«ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ έχουν καθιερώσει τις τριήμερες εορτές του Πάσχα ως χρονικό διάστημα διακοπής κάθε του κόσμου μερίμνης, “κάθε του βίου δύνης”». Κι όμως, σύμφωνα με τον αστυνομικό ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις», Ευστάθιο Θωμόπουλο, υπάρχει ένας κόσμος ολόκληρος για τον οποίο το Πάσχα έρχεται και περνά με ένα βάρος στην ψυχή του, και οι τρεις ημέρες του δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας σπόγγος με ξίδι σε χείλη φραγμένα από την ανικανοποίητη δίψα της ελευθερίας.
Είναι οι απόκληροι της ζωής, αυτοί για τους οποίους «εμείς οι άλλοι, οι ευωχηθέντες και ευφραινόμενοι, οι μη αμαρτήσαντες κατά τα “τυπικά” του Ποινικού Νόμου, αγνοούμε. Εκείνοι που από αθέλητη κακή φύτρα ψυχοσυνθέσεως, ή από μοιραία σύμπτωση, έκλεψαν, έβαψαν τα χέρια ως με αίμα, ηδίκησαν».
Την ώρα που ο ρεπόρτερ Ευστάθιος Θωμόπουλος έφτασε, πλησίαζε μεσημέρι. Καλοστρωμένα τα τραπέζια της τεράστιας σάλας του φαγητού, μοσχοβολούσαν από τις μερίδες του ψητού, το φρέσκο τυρί και τη μαρουλοσαλάτα.
Ζωντανοί μέσα στους τάφους των κελιών ή στα προαύλια των ψηλομαντρωμένων φυλακών, γιόρτασαν, έψησαν τ’ αρνιά τους, τσούγκρισαν κόκκινα αυγά, «αλλά εδάκρυσαν, έκλαψαν, αντί να χαρούν. Γιατί τους έλειπε η οικογενειακή θαλπωρή, οι τρυφερές αγκαλιές, τα ερωτηάρικα μάτια».
Αυτούς τους ζωντανούς πεθαμένους, ανάμεσα στους οποίους και τις γυναίκες και τους εφήβους των φυλακών Αβέρωφ, θεώρησε ο Θωμόπουλος σκόπιμο να επισκεφθεί το Πάσχα του 1932.
«Οι φοβερώτεροι ήταν όμως εις τις φυλακάς Συγγρού, την περιμαντρωμένη αυτή κοιλάδα των οδυρμών».
Στις φυλακές Συγγρού
Ώρες ολόκληρες περιπλανήθηκε ο Θωμόπουλος μέσα στους διαδρόμους και στα κελιά της, μαζί με όλη τη χορεία των αποβλήτων της κοινωνίας, «καίρια θανατωμένων στην ψυχή από τη στέρηση της ελευθερίας».
Αν είναι αλήθεια ότι τα ιδρύματα των φυλακών αποτελούν τον παραστατικότερο καθρέφτη του πολιτισμού σε κάθε χώρα, τότε ο Θωμόπουλος, αντικρίζοντας τις φυλακές Συγγρού, μόνο με ένα τεράστιο μηδενικό θα μπορούσε να βαθμολογήσει το κράτος. Οι σκλάβοι στις ρωμαϊκές γαλέρες, οι κατάδικοι στα φρούρια του Μεσαίωνα δεν πίστευε να βρίσκονταν σε περισσότερο δυσάρεστες συνθήκες απ’ αυτές που αντιμετώπιζε ο δυστυχισμένος κόσμος που κυκλωνόταν μέσα στο οικοδομικό συγκρότημα του αείμνηστου Συγγρού.
Οι κάτοικοι των φρουρίων του Μεσαίωνα δεν θα είχαν να ζηλέψουν τίποτε από τους μετέπειτα συναδέλφους τους των φυλακών Συγγρού. Το ίδιο στρίμωγμα σε στενούς χώρους, η ίδια μούχλα, «όμοια η φρίκη του μπερδέματος καταδίκων κάθε λογής με εγκαθείρκτους τυπικών νομικών παραβάσεων, η αυτή μαρτυρική στέρηση τροφής, αέρος και φωτός».
Ο ίδιος εφιάλτης ύπνου, όπως στην εποχή των μαρτυρίων, που οι κατάδικοι δεν αφήνονταν να κοιμηθούν από τους πραιτοριανούς, για να καταντήσουν σκέλεθρα και να αδειάσουν μια ώρα αρχύτερα τον χώρο των φυλακών.
Στις φυλακές Συγγρού δεν συνέβαινε βέβαια αυτό, αλλά επειδή ο χώρος δεν επαρκούσε, καθώς σε έναν χώρο που ήταν προορισμένος για 450 στοιβάζονταν περίπου 1.000, ο διευθυντής των φυλακών τούς έβαζε να κοιμούνται ανά βάρδιες, πέντε ώρες οι μισοί και άλλες πέντε οι άλλοι.
«Υπό τους όρους αυτούς, εννοείται, ποιο μαύρο Πάσχα πέρασαν οι εκατοντάδες των εγκαθείρκτων του. Ο διευθυντής των φυλακών κ. Νίκου, άνθρωπος προ παντός, έκαμε τα πάντα να τους δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της χαράς για τη μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης».
Τους έφερε σφαχτά και, στον μεγάλο περίβολο της φυλακής, ενώ οι σκοποί φαντάροι τούς παραμόνευαν από τις υπερώες σκοπιές τους βλοσυροί και με τα όπλα πάντοτε ανά χείρας, τους έβαλε να τα ψήσουν. Παλιοί μερακλήδες της σούβλας, χωρικοί κατάδικοι, όπως ο ληστής Κατσίφας, προσέθεσαν την ψηστική σοφία τους.
Την επόμενη ημέρα, τη Δευτέρα της Λαμπρής, επετράπησαν και ζυγιές από βιολιά και σαντούρια.
«Χορευταράς δεινός ο πολύς Αγόρος ή Καραγκιόζης κ.λπ., ο αρχιτεχνίτης των διαρρήξεων, που μαζί με τη Μαλάμω του είχε κουβαλήσει στο γιαπί της πλατείας των Αγάμων παντός είδους προϊόντα των εδωδιμοπωλείων και των εμπορικών καταστημάτων. Αυτός με τον Σαρίκα, τον υπαίτιο του φόνου του Γυφτοδημοπούλου, έλυωσε τα παπούτσια του, ή μάλλον τις πατούνες του, γιατί σόλες σχεδόν δεν υπήρχαν, επάνω στο χώμα της αυλής με τους καλαματιανούς και τους χασάπικους. Βοηθοί και συναγωνιστές στο κοπάνισμα της γης, όλοι οι γνωστοί άσσοι της αστυνομικής πιάτσας, παλιοί πρεζάκηδες που δύσκολα συγκρατούν τη λύσσα πάθους τους».
Στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ
«Το υπόδειγμα για την Ελλάδα ίδρυμα λαμποκοπούσε περισσότερον από κάθε άλλη φορά. Αι εκατόν τριάντα γυναίκες της αμαρτίας κατάδικοι και υπόδικοι είχαν καθαρίσει από της προηγουμένης κελλιά, διαδρόμους και προαύλια, με την ίδια λαχτάρα προκοπής, όπως οι καλές νοικοκυρές».
Την ώρα που ο Θωμόπουλος έφτασε, πλησίαζε μεσημέρι. Καλοστρωμένα τα τραπέζια της τεράστιας σάλας του φαγητού, μοσχοβολούσαν από τις μερίδες του ψητού, το φρέσκο τυρί και τη μαρουλοσαλάτα.
«Ένα μπουκέτο κυριών και δεσποινίδων είχαν κρίνει ως καλύτερον “αντράκτ” της συνηθισμένης των κοσμικής απασχολήσεως να φθάσουν εις το μέρος των αποκλήρων γυναικών, με άπειρα δώρα και χαμόγελα καλωσύνης. Και πρέπει να πιστεύετε ότι κάτι καλό έκαμαν εις το πλήθος των πικραμένων αυτών γυναικών. Το καλό να πιστέψουν για λίγες στιγμές, ότι οι φυλακισμένες δεν είναι τέρατα, όπως η καταδίκη τους τας εχαρακτήρισε».
Μέσα στο προαύλιο χίλια συναισθήματα πλανιόνταν στις μορφές των αποκλήρων. Στο κέντρο της αυλής ένας μεγάλος κύκλος από τις νεαρότερες γυρόφερνε τον καλαματιανό. Τον έσερνε η Ζάλη, «μια συμπαθητική διαβολογυναίκα, που η αδιόρθωτη ψυχοσύνθεσίς της τη φέρνει, κάθε που θα ξεσκαπουλάρει τα σίδερα της φυλακής, να ξαλαφρώνει πορτοφόλια».
Επί χρόνια τη συναντούσε ο Θωμόπουλος, πότε στο τμήμα Ασφαλείας πότε στα κελιά των γυναικείων φυλακών. Χοροπηδά με κέφι.
«Δεν είναι η πρώτη μας Λαμπρή δα», ξεφώνησε όταν ο δημοσιογράφος τής εξέφρασε την έκπληξή του.
Της κρατά το μαντίλι η «λωποδύτρια Αννούλα, αλλόκοτο πλάσμα ομορφιάς και εξυπνάδας». Και έπονταν κοντά της, «καμαροφρύδα και γελαστή, η μικρή τσιγγάνα, που απησχόλησε τελευταία την Ασφάλεια». Ακολουθούσαν άλλες που αποτελούν η καθεμιά και από μία «φρικτή ιστορία έρωτος και αίματος». Ανάμεσά τους και η θρυλική Μοντεσάντου. Η δηλητηριάστρια ολόκληρου χωριού που, παρά τα 75 της χρόνια, ακολουθούσε τις σβελτοπόδες κατάδικες στον χορό τους.
«Εδώ πια θ’ αφήσω τα κόκκαλά μου! Ξέρω αν θα ζω του χρόνου;»
Η Ζάλη κάποτε κουράζεται. Η Αννούλα με τη μικροσκοπική τσιγγάνα φθάνουν κοντά στον επισκέπτη. Γνέφουν πως θα του χρωστούν τη μεγαλύτερη χάρη αν τους δώσει τσιγάρο. Αλλά πώς; Η διευθύντρια των φυλακών Καλμούχου ήταν κοντά τους και ο κανονισμός της φυλακής απαγόρευε τέτοιου είδους δώρα.
«Τα δυο διαβολοθήλυκα όμως έχουν τον τρόπο». Και σε μια στιγμή, ενώ μιλάει με τη διευθύντρια, ένα χέρι εισχωρεί στη δεξιά του τσέπη. Άφαντο το πακέτο σε διάστημα ενός δευτερολέπτου. Φτάνει, από χέρι σε χέρι, έξω από την εκκλησία των φυλακών. Εκεί το παραλαμβάνει το «δουλικό που εσκότωσε τον αρραβωνιαστικό της πέρυσι και κατεδικάσθη προ μηνών εις εφταετή φυλάκισιν», για να το εξαφανίσει κάτω από την ευρύχωρη μπλούζα της. Η Ζάλη, που αντιλήφθηκε τα «διαδραματισθέντα», ειδοποίησε απειλητικά «εις την ακατανόητο διάλεκτό της: “Λάχανο το τσίστε. Τζίβα μη το μπινελιάσω”», που σημαίνει: «Βουτήξατε τα τσιγάρα. Μερτικό, μην το προδώσω!».
Η διευθύντρια, που καταλάβαινε τη διάλεκτο, αντελήφθη τι έγινε, αλλά λόγω της ημέρας «κάμνει ότι δεν επήρε είδησι τι συνέβη».
Δεν είναι όμως αυτή η χαρά και αγαλλίαση που συνέχει το πλήθος. Εκτός από τις κρατούμενες που χόρευαν, οι υπόλοιπες, «σουρωμένες κυριολεκτικώς μέσα στις γκρίζες ρόμπες τους, μας παρακολουθούν άφωνες, με τα μάτια σχεδόν δακρυσμένα».
Ο Θωμόπουλος νιώθει ένα τράβηγμα από το χέρι. Ήταν μιας όμορφης ψηλής γερόντισσας, της Γεράκη, που έβαλε φωτιά στο σπίτι της στην Εύβοια, για να εκδικηθεί τη νύφη της. Πολύ λίγο είχε καταδικασθεί, αλλά έκλαιγε πολύ. «Λυπηθείτε με», του φώναζε, «άδικα καταδικάσθηκα. Είμαι γριά γυναίκα, γράφτε να βγω από ’δω μέσα! Άδικα!». Της έλεγε ό,τι ήταν δυνατόν για να παρηγορηθεί, μα παρηγοριά δεν είχε. Έκλαιγε σαν μικρό παιδί, «ενώ η αιωνία τσούχτρα, η Ζάλη, βρίσκει πάλι ευκαιρία να καταναλώσει το πνεύμα της. “Ασ’ τα καμώματα, γρηά. Πέρασες τους ανθρώπους για ποντικούς στην τσάκα και τώρα θες συχώρεση”».
Πέντε λεπτά αργότερα, ο ρεπόρτερ βρέθηκε στην τραπεζαρία, όπου «σαν καλές μαθήτριες φόνισσες, λωποδύτριες, κόρες της απωλείας, με τις καθαρές τους μπλούζες» προσεύχονταν όρθιες μπροστά στα μακριά τραπέζια. Η αρχιφύλακας απήγγελλε το «Χριστός Ανέστη».
Η στιγμή ήταν συγκινητική. Όλες σταυροκοπιούνταν με βαθιά ζωγραφισμένη στο πρόσωπο τη θεοσέβεια. Η ματιά του δημοσιογράφου έπιασε τη διαβόητη λωποδύτρια Παναγκίνη, πιο πέρα μια μαμή, που είχε «κάμει το μαιευτήριο της προ χρόνων μηχανοστάσιο εκτρώσεων». Στην άλλη άκρη ίστανται με θρησκευτική κατάνυξη μια Θρακιώτισσα λησταρχίνα, που τρία χρόνια πριν, μαζί με τον εραστή της, είχε ληστέψει και κομματιάσει τον άνδρα της.
Στο τελευταίο θρανίο, αδιάφορα καθισμένες, επτά κομμουνίστριες. Μασουλούσαν ήδη το ψητό τους στην καραβάνα χωρίς να προσέχουν ούτε τη στάση των άλλων ούτε την παρουσία της διευθύντριας.
Οι φυλακές των εφήβων
Δίπλα από το «δεσμωτήριο των αμαρτωλών γυναικών» ήταν οι φυλακές «των πρώτων λουλουδιών της αμαρτίας».
Οι έφηβοι κρατούμενοι υποδέχτηκαν τον ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις» με πρόσχαρα και ειλικρινή ξεφωνίσματα. Μόλις είχαν ψήσει τα αρνιά τους και ήθελαν να του προσφέρουν μεζέ και να τσουγκρίσει αυγά μαζί τους.
«Αμέριμνοι με δυο λέξεις, σχεδόν απληροφόρητοι μέσα τους για το κατάντημά τους, γιορτάζουν, όπως και οι ελεύθεροι χριστιανοί».
Λίγοι ήταν εκείνοι, μάλλον οι μεγαλύτερης ηλικίας, που καθισμένοι στα πεζούλια, είχαν βυθιστεί σε πρόωρους ρεμβασμούς. Μελαγχολικότερος ήταν ο «δράστης της Εύβοιας», ο νέος που έναν μήνα νωρίτερα είχε καταδικαστεί από το Κακουργιοδικείο Αθηνών σε ισόβια. «Χρόνια πολλά, Γεώργο. Πώς είσαι τώρα;». Ύψωσε τους ώμους με ένα αορίστου υπολείμματος φωνής «ευχαριστώ», υποδηλώνοντας ότι δεν ήθελε συζήτηση. Συζήτηση ήθελε ο νεαρός συνεχιστής της βεντέτας των Χονδροκουκαίων-Μπαρμπαγιανναίων.
Περίμενε τη δίκη του και φοβόταν μήπως η καταδίκη του είναι βαριά. «Έκαμα την προσευχή μου στον Χριστό να μη την πάθω πολύ», λέει. «Μετανοείς τώρα;» Ένα βλέμμα θλιβερό ήταν η απάντησή του. «Έχει, προφανώς, μετανοιώσει και καταριέται την ώρα που, από αλλόκοτο φανατισμό στο φρικτό έθιμο, ξάπλωσε νεκρό τον ατυχή γυμνασιόπαιδα».
Τρία «κακότυχα βλαστάρια της αμαρτίας» κατευόδωσαν τον Θωμόπουλο ως τη μεσόπορτα. Γελαστοί και πρόσχαροι οι τρεις διαρρήκτες που «προ διμήνου είχαν ρημάξει τα μαγαζιά και τα σπίτια της Αθήνας».