Ποιος θα λάβει την απόφαση για το τέλος του lockdown λόγω κορωνοϊού; Αυτό είναι σίγουρα ένα ερώτημα που έχει αρχίζει να συζητιέται ζωηρά, είτε είναι νωρίς ακόμη για κάποιες χώρες, είτε ακόμη και αν άλλες, εκτιμούν πως ίσως πλησιάζει η στιγμή.


Το BBC έθεσε την ερώτηση σε έναν καθηγητή σχετικά με το αν ένα τέλος των αυστηρών μέτρων περιορισμού, θα είναι μια πολιτική και οικονομική απόφαση ή μια απόφαση που θα βασίζεται στην επιστημονική και ιατρική έρευνα.

 

Οι αποφάσεις για lockdown ήταν απαραίτητες για τη συγκράτηση της εξάπλωσης του κορωνοϊού, αλλά προκαλούν τεράστιες διαταραχές και αγωνία σε ολόκληρο τον κόσμο.

 

Ο καθηγητής Stephen Powis του NHS England λέει ότι δεν πρόκειται να απαντήσει στο πολιτικό σκέλος της ερώτησης, αλλά λέει: «Είναι πολύ πιθανό ότι με την πάροδο του χρόνου ο ιός αυτός θα καθιερωθεί παγκοσμίως σε πληθυσμούς».

 

«Αυτό (α.σ. το τέλος των μέτρων) δεν θα ήταν ποτέ ένα "σπριντ" μέσα σε λίγες εβδομάδες. Έχουν περάσει μόνο μερικοί μήνες από τότε που εμφανίστηκε ο ιός. Μαθαίνουμε όλο και περισσότερο για τον ιό αυτό συνεχώς. Δεν θα είναι εύκολη η πορεία», λέει.

 

Η υπουργός Εσωτερικών της Βρετανίας Πρίτι Πατέλ λέει ότι η κυβέρνηση είναι «απολύτως δεσμευμένη» να ακολουθήσει τις επιστημονικές συμβουλές. «Θα πρέπει να λάβουμε αποφάσεις σε εύθετο χρόνο, αλλά τώρα το μήνυμα προς τη χώρα είναι να ακολουθήσει τις συμβουλές που προέρχονται από την κυβέρνηση, οι οποίες βασίζονται στις επιστημονικές και ιατρικές συμβουλές», λέει.

 

Οι θεμελιώδεις αρχές του ιού δεν έχουν αλλάξει: ένα άτομο που έχει μολυνθεί, χωρίς να υπάρχουν μέτρα, θα κολλήσει άλλους τρεις κατά μέσο όρο.

 

 

To ΒΒC αναλύει μερικές παραμέτρους, σε σχέση βέβαια πάντα με το πώς διαμορφώνεται η κατάσταση στη Βρετανία. Ωστόσο, καθώς το πρόβλημα είναι παγκόσμιο, είναι δόκιμη η προσέγγισή τους και από άλλες χώρες.

 

Σύντομα θα έρθει η ώρα που οι κυβερνήσεις θα κληθούν να λάβουν σημαντικές αποφάσεις για το πώς και πότε πρέπει να ενεργήσουν, ποιους περιορισμούς θα μπορέσουν να άρουν, πώς να περιορίσουν τον ιό και πώς να εξισορροπήσουν σήμερα τις ζωές που σώζονται με τις μακροπρόθεσμες βλάβες στην κοινωνία.

 

«Ουσιαστικά έχουμε πολλές όχι πολύ καλές επιλογές... Δεν θα έρθει μια μέρα και όλα θα αλλάξουν, αλλά τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν λίγο διαφορετικά», δήλωσε ο Dr. Adam Kucharski, από το London School of Hygiene and Tropical Medicine.

 

Δεν μπορούμε απλά να επανέλθουμε στο φυσιολογικό μετά από μια κορύφωση κρουσμάτων ή ακόμα και αφού μειωθούν σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Αυτή τη στιγμή εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να είναι ευάλωτοι στη μόλυνση. Αν τα lockdown αρθούν ή χαλαρώσουν, τότε μια άλλη έκρηξη είναι αναπόφευκτη.

 

Οι θεμελιώδεις αρχές του ιού δεν έχουν αλλάξει: ένα άτομο που έχει μολυνθεί, χωρίς να υπάρχουν μέτρα, θα κολλήσει άλλους τρεις κατά μέσο όρο.

 

Η μείωση αυτών των λοιμώξεων κατά 60-70% είναι αυτό που χρειάζεται για να συγκρατήσουμε τα κρούσματα. Προς το παρόν, αυτό σημαίνει να μειώσουμε την ανθρώπινη επαφή μας σε αυτό το ποσοστό. Αν χαλαρώσουν τα μέτρα κοινωνικής απομάκρυνσης, τότε πρέπει να έρθει κάτι άλλο να τα αντικαταστήσει για να καταστείλει τον ιό ή τουλάχιστον για να εμποδίσει τους ανθρώπους να καταλήγουν στις ΜΕΘ.

 

Γιατί δεν κάνουμε περισσότερους ελέγχους;


Η μαζική αύξηση τεστ επιτρέπει μια στρατηγική που ονομάζεται «seek and destroy».

 

Αυτό σημαίνει πως εντοπίζουμε τα κρούσματα. Γίνονται τεστ σε όλους όσους έχουν έρθει σε επαφή με κρούσμα και οι θετικοί απομονώνονται, πριν αρχίσουν να μολύνουν άλλους. Είναι εντυπωσιακά παρόμοια μέθοδος με την προσέγγιση που υιοθετήθηκε κατά την έναρξη της επιδημίας, όταν παρατηρήθηκαν σχετικά λίγα εισαγόμενα κρούσματα.

 

Αν αυτό γίνει αρκετά επιτυχώς, θα μειώσει την ικανότητα του ιού να εξαπλωθεί και θα σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε τόσο σκληρά μέτρα περιορισμών στην καθημερινή ζωή.

 

«Αυτή τη στιγμή χρειάζεστε, κατά μέσο όρο, μείωση κατά 60-70% των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων για να σταματήσουμε την αύξηση της εστίας», δήλωσε ο Δρ Kucharski. «Αν μπορούμε να το φτάσουμε κάτω από το 30% θα έχουμε πολλές δυνατότητες». «Αλλά ακόμη και τα μαζικά τεστ δεν θα επαναφέρουν τη ζωή στο φυσιολογικό«, σημειώνει το άρθρο του BBC.

 

Θα χρειαστούμε άλλα μέτρα για να διατηρήσουμε την ασθένεια υπό έλεγχο και αυτά θα πρέπει να διατηρηθούν μακροπρόθεσμα, καθώς τα βασικά στοιχεία (ένας ιός που εξαπλώνεται και ένας ευάλωτος πληθυσμός) δεν θα αλλάξουν. «Είναι μια πιο μετριοπαθής εκδοχή του πώς είμαστε τώρα», δήλωσε ο Δρ. Kucharski.

 

Σύντομα θα έρθει η ώρα που οι κυβερνήσεις θα κληθούν να λάβουν σημαντικές αποφάσεις για το πώς και πότε πρέπει να ενεργήσουν ή ποιους περιορισμούς θα μπορέσουν να άρουν.

 

Η ενισχυμένη θωράκιση

 

Μια άλλη στρατηγική ονομάζεται «ενισχυμένη θωράκιση». Αντί να προσπαθούμε να νικήσουμε τον κορωναϊό σε κάθε τμήμα της κοινωνίας, προσπαθούμε να σταματήσουμε εντελώς την απειλή για όσους βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Η ηλικία και οι άλλες ιατρικές καταστάσεις αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο θανάτου από Covid-19.

 

Το lockdown εμποδίζει το να γεμίζουν οι ΜΕΘ, αλλά μια εγγύηση ότι οι ευάλωτες ομάδες δεν θα μολύνονται, θα μπορούσε να επιτύχει τον ίδιο στόχο, ακόμα και αν τα κρούσματα εξαπλώνονταν ευρύτερα στους νέους και τους υγιείς.

 

Ο καθηγητής Mark Woolhouse, από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, δήλωσε: «Είναι πολύ σκληρό για το 80% από εμάς που δεν είμαστε ευάλωτοι. Είναι ένας δυσάρεστος ιός, είναι σίγουρα ένα σημαντικό πρόβλημα υγείας, αλλά δεν θα συντρίψει το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης. Δεν κλειδώνουμε την κοινωνία. Αν πραγματικά ενισχύσουμε αυτή την θωράκιση, χτίζουμε μια πολύ ισχυρή ασπίδα και αυτό θα μας δώσει πολύ περισσότερο χώρο και μπορεί να σημαίνει ότι θα χαλαρώσουμε μερικά μέτρα μόνιμα».

 

Για να προστατευθούν ήδη οι ευάλωτοι τους ζητείται να παραμείνουν στο σπίτι για 12 εβδομάδες. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι όλο το προσωπικό σε νοσοκομεία, γηροκομεία και επιχειρήσεις που εμπλέκονται με ηλικιωμένους, κάνουν συχνά τεστ για να βεβαιωθούμε ότι είναι απαλλαγμένοι από τον ιό. 

 

Ποια μέτρα μπορούν να χαλαρώσουν

 

«Υπάρχουν ορισμένες αλληλεπιδράσεις και δραστηριότητες που είναι γενικά λιγότερο επικίνδυνες», δήλωσε ο Δρ Kucharski.

 

Υποστηρίζει ότι η άρση διαφόρων περιορισμών μπορεί να τεθεί σε τρεις ευρείες κατηγορίες: χαμηλού, μέτριου και ουσιαστικού κινδύνου  αύξησης της μετάδοσης του ιού. Ο χαμηλός κίνδυνος περιλαμβάνει την άσκηση σε εξωτερικούς χώρους, η οποία έχει περιοριστεί σε ορισμένες χώρες.

 

Μέτριο σε κίνδυνο, κατά τον Δρ Kucharski, θα ήταν να αφήσουμε κάποια μη βασικά καταστήματα να ανοίξουν ή να έχουν συγκεντρώσεις ανθρώπων.

 

Στην τρίτη όμως κλίμακα, τοποθετεί την άρση συμβουλών για εργασία από το σπίτι, την εκ νέου έναρξη σχολείων ή την άρση απομόνωσης ασθενών σε καραντίνα.

 

Αλλά, το ποια μέτρα θα αρθούν, θα είναι μια δύσκολη άσκηση εξισορρόπησης. Θα πρέπει να είναι ένας συνδυασμός των ωφελειών για την κοινωνία και την οικονομία χωρίς την απειλή της εξάπλωσης.

 

Ο καθηγητής Neil Ferguson, από το Imperial College London, δήλωσε: «Θέλουμε να βρούμε μια ομάδα αποφάσεων που να διατηρούν την καταστολή αυτού του ιού. Χωρίς αμφιβολία, τα μέτρα θα στοχεύουν πιθανότατα κατά ηλικία, γεωγραφικά και θα πρέπει να εισαγάγουμε, κατά τη γνώμη μου, μεγαλύτερα επίπεδα τεστ σε κοινοτικό επίπεδο για να απομονώσουμε πραγματικά τις περιπτώσεις πιο αποτελεσματικά και να εντοπίσουμε πού υπάρχει μετάδοση».

 

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr