ΦΩΤΙΑ ΤΩΡΑ

Για την επετειακή επανέκδοση του «White Album» των Beatles

Για την επετειακή επανέκδοση του «White Album» των Beatles Facebook Twitter
Keystone/Getty Images
1

Το «Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band» μόνο επαίνους απέσπασε, αρετές διέθετε, ρεκόρ πωλήσεων και εβδομάδων στο Νο 1 έσπασε, νέα στάνταρ έθεσε και διαφορετικά μουσικά μονοπάτια άνοιξε. Σύμφωνοι. Πρώτοι απ' όλους οι Beatles ήταν εκείνοι που το κατάλαβαν, και επίσης πρώτη η μπάντα ένιωσε τις αλλαγές να έρχονται σαν σαρωτικοί τυφώνες μέσα σε έναν χρόνο από την κυκλοφορία του άλμπουμ που ακόμη και σήμερα φιγουράρει στις περισσότερες λίστες των ειδικών περιοδικών ως το πιο σημαντικό και επιδραστικό στην ιστορία του ροκ.

Ωστόσο, δεν είμαι ο μόνος που το αγαπώ πολύ, αλλά το εκτιμώ περισσότερο ‒ σαν τις ταινίες που το μυαλό αναγνωρίζει, αλλά η καρδιά χτυπάει σε άλλη γειτονιά. Το επόμενό τους, το απλά τιτλοφορημένο «The Beatles», κοινώς γνωστό ως «White Album», είναι εκείνο που προτιμώ και με πολλούς τρόπους ενώνει τον παλιότερο ήχο του συγκροτήματος με τον καινοτόμο που οι ίδιοι οριοθέτησαν, και ταυτόχρονα αναδίδει ελευθερία και μια κάποια αναρχία μέσα στην τεχνική πολυπλοκότητά του.

Χωρίς να φτάσει την οικουμενική, αντικειμενική θα έλεγα, αποδοχή του «Sgt Pepper» ή την επιτυχία του στους καταλόγους επιτυχιών, το «White Album» πήγε στο Νο 1 στις περισσότερες χώρες του κόσμου και έφτασε να έχει πουλήσει περισσότερα αντίτυπα στις ΗΠΑ από οποιοδήποτε άλλο άλμπουμ στην ιστορία του συγκροτήματος.

Ανάμεσα στις δύο κυκλοφορίες, από την άνοιξη του 1967 ως τις 22 Νοεμβρίου του 1968, το συγκρότημα, που σε πείσμα του ανταγωνισμού και του πλουραλισμού, παρέμενε στην κορυφή, κυκλοφόρησε το «All you need is love», το οποίο μεταδόθηκε δορυφορικά φτάνοντας σε 500 εκατομμύρια αποδέκτες (στρώνοντας το παγκόσμιο χωριό, που έλεγε και ο ΜακΛούαν, που θα κοινωνούσε ομαδικά την προσσελήνωση και τα επόμενα τηλεοπτικά global events), και με προτροπή του Πολ Μακάρτνεϊ γύρισαν το χριστουγεννιάτικο οδοιπορικό Magical Mystery Tour, που, παρά τη δισκογραφική του μεταφορά σε ένα διπλό EP στη Μεγάλη Βρετανία και ένα ειδικό Long Play στον υπόλοιπο κόσμο, δεν θεωρείται, και δικαίως, κομμάτι της επίσημης, τακτικής δισκογραφίας τους.

Η καθυστέρηση της καινούργιας συλλογής τραγουδιών τους οφείλεται κυρίως στη συλλογική τους απόφαση να μεταβούν στην Ινδία και να παρασυρθούν με την ψυχή τους στις διδαχές του Μαχαρίσι Μαχές Γιόγκι από τον Φεβρουάριο μέχρι και τον Απρίλιο του 1968. Υπό την επίδραση του υπερβατικού διαλογισμού, και όχι, όπως πιστεύεται, σκληρών ναρκωτικών (κατά τη διάρκεια του προηγούμενου άλμπουμ τους καταναλώθηκαν μεγάλες ποσότητες LSD, ενώ στην Ινδία κάπνιζαν μόνο μαριχουάνα), ακόμα και ο πιο επιρρεπής στη διάσπαση προσοχής Τζον Λένον στρώθηκε στη δουλειά και έγραψε τα περισσότερα κομμάτια απ' όλους, συνολικά 14.

Ήταν και ο τελευταίος που αναχώρησε από το Ρισικές, μαζί με τον Τζορτζ Χάρισον, ο οποίος με τη συνεισφορά και την πρόοδο που έκανε στην κιθάρα, μετά από δύο χρόνια συνεχούς ενασχόλησης με το σιτάρ, προβιβάστηκε με το σπαθί του σε ισάξιο μέλος της συνθετικής τριάδας. Ο πιο αδύναμος τραγουδοποιός της μπάντας, ο Ρίνγκο Σταρ, ήταν ο πρώτος που έφυγε, γιατί το στομάχι του δεν συμφώνησε ποτέ με το πικάντικο φαγητό της Ινδίας, ενώ ο Πολ τον ακολούθησε έναν μήνα αργότερα.

 

Beatles With The Maharishi (1968)

Ο κύριος λόγος της απότομης ρήξης των Beatles με τον Μαχαρίσι ήταν η βεβαιότητά τους πως ο γκουρού τους δεν ήταν και τόσο πνευματικός άνθρωπος, αφού παρενόχλησε σεξουαλικά μία από τις συμμαθήτριες και συνοδούς τους στο άσραμ, την Προύντενς Φάροου, μικρότερη αδελφή της Μία.

Εξού και το «Everybody's got something to hide», με το «Except me and my monkey» να προστίθεται αργότερα και, κυρίως, το «Dear Prudence» του αγανακτισμένου Λένον, αν και οι Μακάρτνεϊ και Χάρισον αργότερα έψαξαν την υπόθεση και έμαθαν πως δεν ευσταθούσε.

Πριν, όμως, κλειστούν στο στούντιο της Abbey Road, οι Beatles μαζεύτηκαν για πρώτη και τελευταία φορά κάποιες ημέρες, κανείς δεν ξέρει ποιες και πόσες ακριβώς, στα τέλη Μαΐου, σε έναν χώρο για να προβάρουν και να ηχογραφήσουν δοκιμαστικά, ακουστικά, σχεδόν ερασιτεχνικά, τους καρπούς της πολύμηνης παραμονής τους μακριά από τo comfort zone τους.

Ο Τζορτζ Χάρισον κάλεσε τους άλλους τρεις στο μικρό εξοχικό του στο Esher, στα περίχωρα του Surrey, και εκεί, περιτριγυρισμένοι από groovy ινδικό ντεκόρ και εξοπλισμένοι με ένα τετρακάναλο Ampex, κάθισαν αναπαυτικά στους δερμάτινους καναπέδες και τις πληθωρικές μαξιλάρες, έπιασαν τις κιθάρες και τα ντέφια, που ήταν και τα μόνα διαθέσιμα όργανα, και ηχογράφησαν στο άψε-σβήσε τον κύριο σκελετό του άλμπουμ, για του οποίου τη μορφή και την κατεύθυνση ακόμα δεν είχαν την παραμικρή ιδέα.

Για την επετειακή επανέκδοση του «White Album» των Beatles Facebook Twitter
The White Album (1968)

Αν και ο προσυμφωνημένος τρόπος σύνθεσης στο Ρισικές ήταν μοναχικός, ευνοώντας την ατομική εξέλιξη του καθενός, ανάλογα με τον τρόπο που αφομοίωναν τον διαλογισμό και την εμπειρία, τα βράδια επισκέπτονταν ο ένας τα ιδιωτικά διαμερίσματα του άλλου για συμβουλές και συνεργασία. Αυτός είναι ο λόγος που τα Esher sessions δεν ακούγονται ως πρόβες αλλά ως ολοκληρωμένα τραγούδια που θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν σε ακουστική μορφή, αν η φιλοδοξία που γέννησε το Sgt. Pepper δεν τους άνοιγε την όρεξη για ακόμη πιο τολμηρό sequel.

Δεν κατέληξαν και τα 27 τραγούδια του Esher στο «Λευκό Άλμπουμ»: το «Polythene Pam» και το «Mean Mr. Mustard» περιλήφθηκαν στο «Abbey Road», το «Junk» του Πολ και τα «Circles» και «Not Guilty» του Τζορτζ μπήκαν σε προσωπικές τους δουλειές, ενώ o Τζον μετέτρεψε το «Child of Nature» στο «Jealous Guy», αλλάζοντας τελείως τους στίχους.

Στο επετειακό, πολυτελές πακετάρισμα για τα 50 χρόνια γαρνίρεται, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, με outtakes και εκεί φαίνεται η ποιοτική διαφορά με τις ξεδιαλεγμένες εκδοχές τραγουδιών που δεν προτιμήθηκαν έναντι της τελικής, εγκεκριμένης μορφής που όλοι γνωρίζουμε, και μιας αλλιώτικης ματιάς, πρώιμης και ζωηρής, σε γνωστές μελωδίες, με έμφαση ακριβώς στη μελωδία που τις οδηγεί.

 

Dear Prudence

Ακόμα και η stripped down κυκλοφορία του «Let it be», χωρίς το γνωστό ηχητικό τείχος του Φιλ Σπέκτορ, δεν συλλαμβάνει τη συμπαγή οργανοπαιξία των Esher Demos, ακριβώς γιατί κουβαλάει ακόμα την ένταση που αναγκαστικά φωλιάζει στο στούντιο καθώς και την απόσταση που χαρακτήριζε τους Beatles στα τέλη των '60s.

Η συνεύρεση των «μυθικών τεσσάρων» είναι και φαίνεται ευτυχής, μια χαρούμενη και αβίαστη συλλογική προσπάθεια που συνοδεύεται από διάσπαρτες κουβεντούλες στην αποδρομή των κομματιών, αυθόρμητα γέλια και ομόνοια πνεύματος και καλλιτεχνικού οίστρου μιας παρέας που ξαφνικά θυμήθηκε όλους τους λόγους που την ένωσαν, πέρα από τις κορυφές που κατέκτησαν και τα χρήματα και τη φήμη που απέκτησαν.

Ακούστε, για παράδειγμα, το «Bungalow Bill», αυτήν τη φορά με τον Ρίνγκο πιο ενεργό και παρόντα, για να διαπιστώσετε πώς δαμάζουν μια ανάλαφρη μπαλάντα με μπρίο, αρμονίες, παλαμάκια και σαρδόνιο χιούμορ ‒ άντε, και λίγα overdubs, γιατί μπορούσαν.

Η αλήθεια είναι πως η πολυσυλλεκτική ιδιομορφία του «White Album» δεν φαίνεται καθαρά στην ακουστική χροιά των demos. Στις 30 Μαΐου, το συγκρότημα μπήκε για τα καλά στο στούντιο και επί τρεις μήνες χτυπιόταν, με ατελείωτες λήψεις και φημολογούμενη εχθρότητα, να δώσει σχήμα σε όσα από τα κομμάτια πέρασαν το τεστ από την τετράδα και τον απογοητευμένο παραγωγό τους Τζορτζ Μάρτιν, ο οποίος, στο διάστημα των 18 μηνών που μεσολάβησαν, είδε το πειθήνιο γκρουπ που κάποτε «μάντρωνε» μπροστά από τις κονσόλες του και καθοδηγούσε με την τεχνική επιμέλεια ενός master και την πατρική φροντίδα του ανθρώπου που πραγματικά αγαπούσε αυτούς και τη μουσική τους να απομακρύνεται από το ραβδί του, να αυτοσχεδιάζει, να φέρνει συζύγους και συντρόφους στο στούντιο, σπάζοντας με το έτσι θέλω το επαγγελματικό πρωτόκολλο και μάλιστα με τη Γιόκο να μοιράζεται το μικρόφωνο με τον Τζον‒, να χειραφετείται ανεπιστρεπτί και, φευ, να πειραματίζεται με συνεχόμενες απαιτήσεις, που διογκώθηκαν σε 10.000 ώρες ηχογραφήσεων!

Για την επετειακή επανέκδοση του «White Album» των Beatles Facebook Twitter
Η καθυστέρηση της καινούργιας συλλογής τραγουδιών τους οφείλεται κυρίως στη συλλογική τους απόφαση να μεταβούν στην Ινδία και να παρασυρθούν με την ψυχή τους στις διδαχές του Μαχαρίσι Μαχές Γιόγκι από τον Φεβρουάριο μέχρι και τον Απρίλιο του 1968.
 

Η πολύχρωμη μπάντα του «Sgt. Pepper» με τα πλουμιστά κοστούμια και το συγκεκριμένο concept έμεινε να παίζει αενάως στα Ηλύσια Πεδία και το ολόλευκο εξώφυλλο του «White Album» δεν είναι παρά η βιτρίνα αυτής της διαφοροποίησης. Από το απλό («απλοί ήμασταν, αλλά ποτέ ταπεινοί», όπως είχε δηλώσει ο Πολ) «Blackbird», μακρινό απόηχο της εποχής που χτυπιόντουσαν γύρω από τρία ακόρντα, μέχρι το ιδιοφυώς εκτροχιασμένο «Helter Skelter», οι Bealtes του '68 ήταν και φαίνονταν περισσότερο ρόκερ παρά ποπ είδωλα.

Αν σκεφτεί κανείς πως μόλις τέσσερα χρόνια πριν ήταν τα μπιτλάκια με τα ομοιόμορφα μαλλιά και τα κοφτά κοστουμάκια, η απόσταση που διένυσαν ήταν τεράστια, σε δυσανάλογα μικρό χρόνο. Παρά το δυσθεώρητο δισεκατομμύριο που είχαν πουλήσει σε μικρούς και μεγάλους δίσκους, οι Beatles δούλεψαν σκληρά για το «White Album» και κάποιοι υποστηρίζουν πως το κλίμα δεν ήταν τόσο κακό όσο διαδιδόταν: η απόδειξη ήταν η δουλειά που έβγαλαν, που δεν θα ήταν τόσο αποτελεσματική αν δεν μιλιόντουσαν ή αν διαφωνούσαν σε κάθε πλευρά της πραγμάτωσής της.

Η αλήθεια όμως παραμένει πως το τρίμηνο εκείνο σηματοδότησε την αρχή του τέλους. Ο Μάρτιν έφυγε για διακοπές για να μην καταρρεύσει από την κούραση και την ταλαιπωρία, παρατώντας τους στα χέρια των νεότερων συνεργατών του. Ο συνήθως στωικός και ανώδυνος Ρίνγκο Σταρ έφτασε στο σημείο να παραιτηθεί για 11 μέρες, επιστρέφοντας με μισή καρδιά για να ολοκληρώσει. Ο Τζορτζ ανδρώθηκε και προφανώς σκεφτόταν πως είναι πλέον ικανός να σταθεί στα πόδια του ‒ ήταν εκείνος που θα έκανε πρώτος μια ολοκληρωμένη προσωπική δουλειά, όχι ως αντίδραση ή ως απωθημένο, το «All things must pass».

Για την επετειακή επανέκδοση του «White Album» των Beatles Facebook Twitter
Ο Λένον με τη Γιόκο Όνο.

Παράλληλα, στην Ινδία ανακάλυψε τον κωδικό για το επέκεινα, το μάντρα που κυνηγούσε μια ζωή στη σκιά των δύο συνεργατών και μεντόρων του. Ο Λένον είχε ήδη βρει στο πρόσωπο της Γιόκο Όνο, εκτός από την εξωτική μούσα του, το εφαλτήριο για τις πολιτικές ανησυχίες και τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις του, στο περιθώριο μιας μπάντας που τον περιόριζε.

Είχε προλάβει να χωρέσει στο πρόγραμμά του το προσωπικό του μανιφέστο υπό μορφή άλμπουμ, το «Two Virgins», αμέσως μετά το διαζύγιό του με τη Σίνθια, και υπονοούσε συνεχώς πως οι Beatles είχαν τελειώσει ως concept για εκείνον, χωρίς, όπως έσπευδαν να ερμηνεύσουν οι επικαιρογράφοι, να μισεί τους παλιούς του φίλους.

Ο δε Πολ, συγκεντρωτικός και ελεγκτικός όπως συνήθιζε να είναι, ακόμη και τη Γιόκο καλοδέχτηκε στο πλαίσιο των καλών του τρόπων (το είπε η ίδια, και μάλιστα δεδομένων των «θερμών» γεγονότων της περιόδου) και προφανώς προσπαθούσε να καταλάβει αν όντως το ταξίδι είχε φτάσει στο τέρμα ή αν υπήρχαν περιθώρια για συνέχεια. Ανέλαβε περισσότερη δράση και άνοιξε τα μάτια του για να ακούσει τις δονήσεις και να διακρίνει τις αποκλίσεις που συνέβαιναν με ταχύτητα.

Χωρίς να φτάσει την οικουμενική, αντικειμενική θα έλεγα, αποδοχή του «Sgt Pepper» ή την επιτυχία του στους καταλόγους επιτυχιών, το «White Album» πήγε στο Νο 1 στις περισσότερες χώρες του κόσμου και έφτασε να έχει πουλήσει περισσότερα αντίτυπα στις ΗΠΑ από οποιοδήποτε άλλο άλμπουμ στην ιστορία του συγκροτήματος.

 

The Beatles - Back In The U.S.S.R.

Η κριτική του αποτίμηση στην αρχή, αν και θετική, δεν ήταν ομόφωνη. Κάποιοι μουσικογράφοι παραπονέθηκαν για την απουσία πολιτικής συνείδησης στα σκωπτικά τραγούδια εν μέσω σαρωτικών κοινωνικών αναταράξεων ‒ για να λέμε την αλήθεια, το «Obladi-Oblada» απέχει έτη φωτός από το Μάη του '68, αλλά η κριτική είναι άδικη και μάλλον άσχετη, γιατί μέσα από την εκπληκτική συνθετική πολυμορφία και την «τσίτα» στον ήχο και το instrumentalisation, οι Beatles διατρέχουν τα είδη και ορίζουν εκ νέου το μουσικό ρεύμα, συνδυάζοντας σχόλιο, βιώματα και φαντασία με τουλάχιστον 50 από τα μεστότερα μουσικά λεπτά στο σύνολο των 93 που διαρκούν τα δύο βινύλια, ή τα δύο CD.

Κυρίως πρόκειται για μια συλλογή που δεν γίνεται ποτέ βαρετή, ένα άθροισμα του επιμέρους που φτιάχνει ένα καινούργιο σύνολο. Είναι οι Beatles που ξέρουμε, αλλά αλλιώς, με τις προσωπικότητες να σολάρουν και να ενώνονται ακροβατικά και θεαματικά. Συνιστούν τραχιά απόλαυση, με μερικές ήσυχες και πολλές παραμορφωμένες στιγμές, ποτέ μελιστάλαχτη πότε κολλώδη, σύγχρονη και τελικά φρέσκια, παρά την έλλειψη αυθορμητισμού στο στούντιο, όσο καμιά άλλη στη δισκογραφία τους.

Τα Esher Demos διέρρευσαν μέσα στα χρόνια σε bootlegs που αποκαλούνταν χαϊδευτικά «beatlegs» και κάποια από τα κομμάτια εντάχθηκαν σε μία από τις μεταγενέστερες ανθολογίες τους. Ψηφιακά επεξεργασμένα πλέον, με τη φροντίδα του Γκάιλς Μάρτιν, γιου του Τζορτζ, λάμπουν για πρώτη φορά, αυτούσια και ατόφια, ελεύθερα και ωραία.

Pulp Fiction
1

ΦΩΤΙΑ ΤΩΡΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ιστορίες Εγκλεισμού: H Berlinale στον ρυθμό του κορονοϊού

Pulp Fiction / Ιστορίες Εγκλεισμού: H Berlinale στον ρυθμό του κορονοϊού

Επαγγελματίες απ' όλο τον κόσμο έγιναν κοινωνοί ταινιών απ' όλο τον κόσμο, αψηφώντας μια επιδημία που ξεκινούσε τα φονικά της βήματα στην Ευρώπη, και απουσίαζε ο Ιρανός Μοχάμεντ Ρασούλοφ που έμελλε να κερδίσει το κορυφαίο βραβείο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Κεν Λόουτς: Τo μελό στην υπηρεσία του πολιτικού σινεμά

Αποκλειστική συνέντευξη / Κεν Λόουτς: Τo μελό στην υπηρεσία του πολιτικού σινεμά

Ο πολυβραβευμένος Βρετανός σκηνοθέτης Κεν Λόουτς μιλά αποκλειστικά για τη νέα του ταινία αλλά και για τη χρυσή ευκαιρία που του έδωσε η κρατική τηλεόραση να στρώσει μια μεγάλη καριέρα σε έναν χώρο που έχει καταληφθεί ανεπιστρεπτί από την εφηβοκεντρική ψυχαγωγία.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Έργο χωρίς δημιουργό: η περίπτωση του Γερμανού σκηνοθέτη Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ

Pulp Fiction / Έργο χωρίς δημιουργό: η περίπτωση του Γερμανού σκηνοθέτη Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ

Ο σκηνοθέτης του εξαιρετικού «Οι ζωές των άλλων» και του «Μη χαμηλώνεις το βλέμμα», που προβάλλεται αυτές τις μέρες στις αίθουσες, μιλά στον Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
O Μίκης Θεοδωράκης στο σινεμά

Pulp Fiction / O Μίκης Θεοδωράκης στο σινεμά

Η συνεργασία του με τον Μιχάλη Κακογιάννη στις τρεις τραγωδίες, η προέλευση του πιο γνωστού μουσικού θέματος που συνέθεσε στην καριέρα του, που δεν είναι άλλο από το συρτάκι στον Ζορμπά, και η προοπτική μιας χολιγουντιανής σταδιοδρομίας που δεν συνέβη ποτέ.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Τσερνόμπιλ: το χρονικό μιας τραγωδίας έγινε μια εξαιρετική μίνι σειρά

TV & Media / Τσερνόμπιλ: το χρονικό μιας τραγωδίας έγινε μια εξαιρετική μίνι σειρά

Βουτηγμένο στον πράσινο, μουχλιασμένο τρόμο ενός Φίντσερ, μακάβρια κλειστοφοβικό, στημένο σαν προλεταριακή επιστημονική φαντασία, το «Τσερνόμπιλ» ποντάρει στο απροσποίητο σασπένς
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Βέρνερ Χέρτσογκ: Ο μεγάλος τυχοδιώκτης του σινεμά στη Στέγη

Pulp Fiction / Βέρνερ Χέρτσογκ: Ο μεγάλος τυχοδιώκτης του σινεμά στη Στέγη

Ένας από τους πιο ασυμβίβαστους καλλιτέχνες της εποχής μας έρχεται στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση για μια ζωντανή συζήτηση, ενώ μερικές από τις σημαντικότερες ταινίες του θα προβάλλονται παράλληλα. Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος συγκεντρώνει μερικά πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για εκείνον και το έργο του.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ