Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ είδε συγκλονισμένη τις τελευταίες μέρες τους Αρμένιους κατοίκους του Ναγκόρνο Καραμπάχ να βάζουν φωτιά στα σπίτια τους και στα υπάρχοντά τους πριν γίνουν πρόσφυγες, όπως απαιτεί το σύμφωνο που υπέγραψε το Ερεβάν με τη Μόσχα και το Μπακού, προκειμένου να πάψει ο πόλεμος. Αυτή η απόφαση εξόργισε τόσο τους Αρμένιους της διασποράς όσο και εκείνους της μικρής χώρας του Καυκάσου, η οποία υπερασπίστηκε όσο μπορούσε τα πατρώα εδάφη του θύλακά τους στο Αζερμπαϊτζάν, της Δημοκρατίας του Αρτσάχ, όπως αποκαλούν τη χώρα τους οι Αρμένιοι του Ναγκόρνο Καραμπάχ, αλλά μπροστά σε μια νέα εκατόμβη νεκρών προτίμησαν να συμβιβαστούν.


Οι Αρμένιοι του Αρτσάχ, όμως, δεν θρήνησαν μόνο το ότι αναγκάστηκαν να κάψουν τα σπίτια τους αλλά και το μέλλον των ιστορικών μνημείων, των εκκλησιών και των μοναστηριών ιστορίας δύο χιλιάδων ετών της παλιότερης χριστιανικής χώρας στον κόσμο και των θησαυρών που κρύβουν μέσα τους.

 

Έτσι, με λειτουργίες, αφαίρεση των λιγοστών εικόνων (έτσι κι αλλιώς, η αρμενική εκκλησία δεν χαρακτηρίζεται από αγιογραφίες) και δάκρυα στα μάτια οι πιστοί αποχαιρέτησαν τους τόπους λατρείας τους, που αφήνονται βορά στους κατακτητές Αζέρους, με την ελπίδα ότι μια μέρα θα επιστρέψουν. Οι μοναχοί αρνούνται να εγκαταλείψουν τη Μονή Νταντεβάνκ του 13ου αι., αφήνοντας τη ζωή τους στην κρίση του Θεού, όπως λένε.

 

Η πρόταση του υποδιευθυντή της Ουνέσκο, Ερνέστο Οτόνε Ραμιρέζ, και προς τις δύο πλευρές να επιτρέψουν στον οργανισμό να επισκεφθεί το Ναγκόρνο Καραμπάχ έπεσε στο κενό.

 

Η αρχέγονη κληρονομιά, όμως, δεν περιορίζεται στις παμπάλαιες εκκλησίες και στα μοναστήρια, είναι πολλά περισσότερα. Πρόκειται για έναν τόπο ο οποίος ανέκαθεν κατοικούνταν από αρμενικό πληθυσμό, κάτι που εξακολουθούσε να ισχύει από τον πόλεμο του 1994 –τον οποίο κέρδισαν– μέχρι σήμερα, αλλά μετά από 7 εβδομάδες άνισου πολέμου με το Αζερμπαϊτζάν, και με τη στήριξη της Τουρκίας, της σύγχρονης τεχνολογίας και πιθανότατα τους εκατοντάδες μισθοφόρους, όπως κατήγγειλε το Ερεβάν, συνετρίβη.

 

Το παιχνίδι όμως δεν χάθηκε μόνο εδαφικά, έχει και πολιτισμικές συνέπειες. Για παράδειγμα, η ιστορική εκκλησία στη Σούσι, την πόλη-κλειδί που έκρινε τη θλιβερή για τους Αρμένιους έκβαση, ο Καθεδρικός Ναός Γκαζάντσετσοτς τους Σωτήρος, κτίσμα του 19ου αι., ένας από τους μεγαλύτερους αρμενικούς ναούς διεθνώς, βομβαρδίστηκε με αποτέλεσμα να καταστραφεί μέρος της οροφής.

 

Επίσημα το Αζερμπαϊτζάν αρνείται ότι επιτέθηκε, ισχυριζόμενο ότι σέβεται τις διεθνείς συμφωνίες προστασίας των ιστορικών μνημείων, αλλά το αρμενικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας έδωσε φωτογραφίες από τη μεγάλη καταστροφή στη δημοσιότητα. Οι καταγγελίες συνεχίστηκαν, όπως στην περίπτωση της ελληνιστικής πόλης Τιγκρανακέρτ –ενός από τους καλύτερα συντηρημένους αρχαιολογικούς χώρους–, η οποία, σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Άμλετ Πετροσιάν, επίσης βομβαρδίστηκε από τις αζέρικες δυνάμεις.

 

Το Αζερμπαϊτζάν, βέβαια, δεν χαρακτηρίζεται ως δημοκρατία και ως εκ τούτου δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και τα μουσεία συμμετείχαν στον πόλεμο του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Μοιάζει αδιανόητο για τη Δύση, αλλά αρχές Οκτωβρίου το Εθνικό Μουσείο Τέχνης και το Εθνικό Μουσείο Ταπητουργίας του Μπακού ανακοίνωσαν δωρεές υπέρ του εθνικού στρατού και του πολέμου για την ανάκτηση των εδαφών του Ναγκόρνο Καραμπάχ.

 

Οι Αρμένιοι της διασποράς εκφράζουν τον φόβο τους ότι σύντομα θα επαναληφθεί η ίδια ιστορία με τη δυτική Αρμενία, δηλαδή την ανατολική Τουρκία, όταν η τελευταία, μετά τη γενοκτονία του 1915 και την υφαρπαγή των εδαφών της Αρμενίας, εξαφάνισε όλα τα ίχνη της μακραίωνης ιστορίας του αρμενικού έθνους εκεί, λεηλατώντας και καταστρέφοντας μνημεία, εκκλησίες και μοναστήρια. Επειδή για μια ακόμα φορά έχασαν τα εδάφη τους από έναν μουσουλμανικό και τουρκογενή λαό, περιμένουν ότι θα επαναληφθούν παρόμοια γεγονότα.


Είναι γνωστό ότι το Αζερμπαϊτζάν στην περιοχή Νακχισεβάν κατέστρεψε 89 μεσαιωνικές εκκλησίες, 5.840 χατσκάρ (παραδοσιακοί αρμενικοί σταυροί) και 22.000 ταφόπλακες. Αυτά συνέβησαν μεταξύ 1997 και 2006 και ενώ η Αρμενία κατήγγειλε το γεγονός στην Ουνέσκο, ο διεθνής οργανισμός δεν έδειξε να συγκινείται, ως εκ τούτου καμία καταδίκη δεν είδε το φως της δημοσιότητας. Οπότε αναρωτιέται κανείς τι μπορεί να περιμένει να συμβεί στους περίπου 4.000 παραδοσιακούς οικισμούς του Ναγκόρνο Καραμπάχ, σε σημαντικά μνημεία στην πόλη Αμάρας ή στο Μαυσωλείο του Αγίου Γρηγορίου, οίκημα του 5ου αι.

 

Οι εκκλήσεις του υπουργού Πολιτισμού της Αρμενίας, Αραγίκ Χαρουτινιάν, στην Ουνέσκο σχετικά με τις νέες καταστροφές μνημείων εξαιτίας των στρατιωτικών επιχειρήσεων, που θα έπρεπε να προστατεύονται από το Σύμφωνο Προστασίας Ιστορικών Μνημείων της Χάγης, οδήγησαν σε δημόσια καταδίκη στην επίσημη ιστοσελίδα του, η οποία περιλάμβανε νουθεσίες και για τις δύο πλευρές. Επόμενο, αν λάβει υπόψη του κανείς ότι το Αζερμπαϊτζάν πρόσφερε το ποσό των 5 εκατομμυρίων δολαρίων στον διεθνή οργανισμό μετά το πάγωμα της χρηματοδότησής του από τις ΗΠΑ το 2013 και τις φιλικές διασυνδέσεις των δύο προηγούμενων διευθυντών, Κοϊσίρο Ματσούρα και Ιρίνα Μπόκοβα, με την πρώην σοβιετική δημοκρατία.

 

Η «Guardian» αποκάλυψε το 2017 ότι ο σύζυγος της Μπόκοβα, Καλίν Μιτρέβ, εισέπραξε μισό εκατομμύριο δολάρια ως σύμβουλος για τη συνεισφορά του σε εταιρεία δημοσίων σχέσεων που διοχέτευσε 3 δισεκατομμύρια δολάρια σε οργανισμούς επιρροής και ιδιώτες ώστε να προβάλει την κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν στη διεθνή σκηνή. Ο Μιτρέβ δεν αρνήθηκε τη σχέση του αυτή, αλλά επέμεινε ότι επρόκειτο για νόμιμη συναλλαγή.


Πάντως, η ετήσια συνάντηση της επιτροπής της Ουνέσκο για την παγκόσμια κληρονομιά το 2019 έγινε στο Μπακού, την πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν. Η πρόταση του υποδιευθυντή της Ουνέσκο, Ερνέστο Οτόνε Ραμιρέζ, προς τις δύο πλευρές να επιτρέψουν στον οργανισμό να επισκεφθεί το Ναγκόρνο Καραμπάχ έπεσε στο κενό.

 

Με πληροφορίες από το The Art Newspaper