Το φάντασμα του ευρωσκεπτικισμού πλανάται πάνω από την Ευρώπη. Όλοι συμφωνούν ότι η φετινή εκλογική αναμέτρηση είναι η πιο κρίσιμη για τη συνοχή και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η άνοδος της ακροδεξιάς, η οικονομική κρίση, το μεταναστευτικό, η ανεργία, η κλιματική αλλαγή και η ανασφάλεια βρίσκονται πολύ ψηλά στην ατζέντα αυτών των εκλογών, με αποτέλεσμα το Ευρωκοινοβούλιο να είναι πιο διαιρεμένο από ποτέ.


Από τις 23 μέχρι τις 26 Μαΐου του 2019 οι Ευρωπαίοι πολίτες ψηφίζουν για το επόμενο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε μια περίοδο που η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλές προκλήσεις. Τετρακόσια είκοσι επτά εκατομμύρια ψηφοφόροι αναμένεται να προσέλθουν στις κάλπες για να εκλέξουν τους 751 ευρωβουλευτές, καθιστώντας τις ευρωεκλογές τη δεύτερη μεγαλύτερη εκλογική διαδικασία στον κόσμο, μετά τις βουλευτικές εκλογές στην Ινδία.


Πάντως, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της MRB για το Ίδρυμα Κόνραντ Αντενάουερ, οι Έλληνες πολίτες, σε ποσοστό 64,1%, θεωρούν ότι η ένταξη της χώρας στην Ε.Ε. εδώ και 38 χρόνια την έχει ωφελήσει. Ένα 33,4% έχει αντίθετη γνώμη. Παράλληλα, σε ό,τι αφορά το ευρώ και το κατά πόσο οι πολίτες θέλουν να παραμείνουν σε αυτό, το 35,7% απάντησε ότι είναι σωστή η παραμονή σε αυτό, ενώ ποσοστό 43,7% θεωρεί ότι έχουμε εγκλωβιστεί.

 

Τετρακόσια είκοσι επτά εκατομμύρια ψηφοφόροι αναμένεται να προσέλθουν στις κάλπες για να εκλέξουν τους 751 ευρωβουλευτές, καθιστώντας τις ευρωεκλογές τη δεύτερη μεγαλύτερη εκλογική διαδικασία στον κόσμο, μετά τις βουλευτικές εκλογές στην Ινδία.


Στην ερώτηση «εάν η Ε.Ε. κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση» το 60% τοποθετείται αρνητικά, λέγοντας «μάλλον όχι» και «σίγουρα όχι». Όσο για τους λόγους που θα οδηγηθούν στην κάλπη αυτή την Κυριακή, σχεδόν οι μισοί, σε ποσοστό 46%, δήλωσαν ότι το κίνητρό τους είναι «να εκλέξουν το κόμμα και τα πρόσωπα που θα τους εκπροσωπήσουν στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο», ενώ το 40,9% επικαλέστηκε «καθαρά εθνικά κριτήρια».


Αναμφίβολα, η ανάδειξη των νέων μελών του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις των κρατών-μελών. Πόσες θέσεις θα πάρουν οι ευρωσκεπτικιστές; Μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να γεφυρώσει τη μεγάλη απόκλιση των διακρατικών συμφερόντων; Είναι ικανό το ευρωπαϊκό εγχείρημα να ξανακερδίσει τον δυναμισμό και τον προσανατολισμό του ή βρισκόμαστε εν όψει μιας μεγάλης ευρωπαϊκής κρίσης;

 

Βασιλική Γεωργιάδου

Αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Με επίκεντρο τις ευρωεκλογές, εστιάζουμε στην άνοδο της άκρας δεξιάς και των ποικίλης έντασης ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων που διαπερνούν την Ευρώπη απ' άκρου εις άκρον, κερδίζοντας σε επιρροή. Αισθήματα φόβου, θυμού, αγωνίας, εναντιωματικά αισθήματα για τον Άλλο είναι σε έξαρση σε αρκετές ομάδες εκλογέων, γεγονός που ευνοεί την ενίσχυση εκείνων που επενδύουν σε ένα ψυχικό υπόβαθρο απογοήτευσης των Ευρωπαίων από τους πολιτικούς θεσμούς, την πολιτική ηγεσία και εν τέλει τις αποφάσεις της Ε.Ε.


Η άκρα δεξιά κερδίζει έδαφος από το δημοκρατικό έλλειμμα στην Ε.Ε., από την αναποτελεσματικότητα στη διαχείριση του προσφυγικού αλλά και από τις πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας που επιβάλλονται στα κράτη-μέλη και γίνονται ιδιαίτερα αισθητές στα κράτη που χτυπήθηκαν από την οικονομική κρίση. Οι ευρωεκλογές αποτελούν την κατεξοχήν αρένα προκειμένου να αναπτυχθεί μια τέτοια δυναμική, όπου δηλαδή προϋπάρχουσες αρνητικές διαθέσεις των πολιτών, οι οποίες εδράζονται και επιτείνονται από υπαρκτές αδυναμίες της Ε.Ε., εργαλειοποιούνται από κομματικούς σχηματισμούς, στόχος των οποίων δεν είναι να βελτιώσουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα αλλά να το περιορίσουν, ακόμα και να το αποδομήσουν.


Μένοντας σε αυτή την εικόνα, αντικρίζουμε τη μία –τη σκοτεινή– πλευρά της Ε.Ε. Ευτυχώς, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση παραμένει ένα σχέδιο στο οποίο εξακολουθεί να πιστεύει σημαντικό μέρος των Ευρωπαίων πολιτών. Η Ευρώπη των δικαιωμάτων, της ευαισθησίας απέναντι στο περιβάλλον, της επικουρικότητας, της ανοικτότητας και, προπάντων, των πολλαπλών ευκαιριών παραμένει ό,τι ακριβώς προσδοκούμε από την Ε.Ε.


Κόντρα στις δυνάμεις του εθνικολαϊκισμού που νοσταλγούν την επιστροφή στο παρελθόν των ερμητικά κλειστών εθνών-κρατών, κυρίως μια νέα γενιά πολιτών από χώρες της Ε.Ε. εστιάζει στα ζητήματα του περιβάλλοντος, προβληματίζεται για το κοινό μας μέλλον, θέτει θέματα αειφορίας στη δημόσια ατζέντα και αναμετριέται με τις ψηφιακές, ενεργειακές και άλλες, κομβικού χαρακτήρα προκλήσεις της νέας εποχής.


Η άκρα δεξιά ενισχύεται, αλλά, αν θέλουμε να αφηγηθούμε όλο το story της Ευρώπης σήμερα, πρέπει να προσπαθήσουμε να ακούσουμε και πέρα από τις κούφιες φωνές των λαϊκιστών· οι τελευταίοι κάνουν πάντα φασαρία, ενώ οι δημιουργικοί παίκτες είναι συνήθως περισσότερο σιωπηλοί. Στην παρούσα συγκυρία, ελπίζουμε ότι οι τελευταίοι θα επικρατήσουν στη μάχη των ιδεών αλλά και στην κάλπη και θα μπορέσουν να ορίσουν το πολιτικό μέλλον της Ε.Ε. για την επόμενη πενταετία.

 

Την ερχόμενη Κυριακή καλούμαστε να ψηφίσουμε τους εκπροσώπους μας στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκείνες και εκείνους που θα διαχειριστούν το μέλλον μας στην Ευρώπη.
Την ερχόμενη Κυριακή καλούμαστε να ψηφίσουμε τους εκπροσώπους μας στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκείνες και εκείνους που θα διαχειριστούν το μέλλον μας στην Ευρώπη.


Δημήτρης Χριστόπουλος

Καθηγητής Παντείου Πανεπιστήμιου και πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Η πρώτη αντικειμενική διαφορά που διαχωρίζει τις ευρωεκλογές του 2019 από αυτές του 2014 είναι ότι έχουμε περάσει πέντε χρόνια στην Ευρώπη πλησιάζοντας τον τοίχο. Δύο είναι, λοιπόν, τα επίδικα πλέον: αν και πότε η Ευρώπη θα χτυπήσει και με τι ταχύτητα. Κακά τα ψέματα: άλλο να χτυπάς τον τοίχο με 200 χιλιόμετρα κι άλλο με 50. Η δεύτερη διαφορά, υποκειμενική, καθώς αφορά την πρόσληψη των πραγμάτων, σχετίζεται με την επίγνωση του κινδύνου.

 

Πλέον, η συναίσθηση ότι το πράγμα δεν πάει καλά δεν περιορίζεται σε ένα μικρό τμήμα του αριστερού ριζοσπαστικού ή «πράσινου» εκλογικού ακροατηρίου της Ε.Ε. αλλά έχει διεισδύσει και στις παραδοσιακές δυνάμεις των Ευρωπαίων φιλελευθέρων, των σοσιαλιστών αλλά και σε ένα τμήμα της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς. Αυτό κυρίως εκφράζεται στο πρόσωπο του απερχόμενου προέδρου της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ. Αυτό είναι θετικό.

 

Ένα άλλο τμήμα της ευρωπαϊκής δεξιάς βρήκε ως εκφραστή τον υποψήφιο πρόεδρο της Κομισιόν, Βέμπερ, ο οποίος παρουσιάζει τον γνωστό στραβισμό ως προς τον εντοπισμό του προβλήματος: θεωρεί ότι το πρόβλημα είναι γενικά ο λαϊκισμός –δεξιός και αριστερός– και όχι η άκρα δεξιά, δηλαδή ο εθνικισμός, ο ρατσισμός, ο φυλετισμός, η ομοφοβία και όλα τα παρεπόμενα. Αυτό είναι το πρόβλημα του Βέμπερ και όχι, φυσικά, ότι είναι «ανθέλληνας», όπως ακούω εσχάτως σε μερικά αριστερά καφενεία.

 

Με μια κουβέντα, δηλαδή, το πρόβλημα μετά τις εκλογές της Κυριακής δεν είναι τόσο καθαυτή η εκλογική ενίσχυση της άκρας δεξιάς, διότι αυτή, λίγο ως πολύ, είναι δεδομένη. Εννοείται πως όσο μικρότερη είναι τόσο καλύτερα. Το μείζον θέμα είναι τι είδους πολιτικές στρατηγικές θα αναπτύξει ο όμορος προς αυτήν χώρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος που είναι ευρωπαϊκά πλειοψηφικός και πολιτικά ηγεμονικός στις περισσότερες εθνικές κοινότητες της Ε.Ε. Θα δείξει αντανακλαστικά Γιουνκέρ –δηλαδή επίγνωση ότι το κακό πλησιάζει– ή αντανακλαστικά Βέμπερ, Κουρτς κ.λπ., που την ίδια στιγμή που ξορκίζουν το κακό το επωάζουν; Ειδικά στα καθ' ημάς, τέλος, μείζονα σημασία έχει τι θα κάνει η ελληνική συντηρητική παράταξη, η οποία, έως σήμερα –δυστυχώς για εκείνην και για όλους μας‒ έχει πάρει τον λάθος δρόμο.


Λαμπρινή Ρόρη

Επίκουρη καθηγήτρια Πανεπιστημίου του Exeter

Οι πολίτες 28 κρατών-μελών της Ε.Ε. ψηφίζουν 23-26 Μαΐου τα 751 μέλη του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με θητεία πενταετή. Κάθε χώρα εκπροσωπείται αναλογικά με τον πληθυσμό της από ευρωβουλευτές που ομαδοποιούνται σε οκτώ οικογένειες κομμάτων με βάση ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Παρά τη διαδεδομένη αδιαφορία των πολιτών για την ευρωπαϊκή ατζέντα, η σκιά του Brexit, της ανόδου του εθνικισμού και του ευρωσκεπτικισμού αλλά και της συμμετοχής ακροδεξιών κομμάτων σε κυβερνήσεις σειράς ευρωπαϊκών κρατών αυξάνει τη σημασία των εκλογών αυτών που παραδοσιακά θεωρούνται δεύτερης τάξης ή χαλαρής ψήφου.

 

H πρόσφατη συγκρότηση ακροδεξιάς ευρω-ομάδας υπό τον Ματέο Σαλβίνι μοχλεύει δυνάμεις, πολλαπλασιάζει μηνύματα και συμβολίζει το πέρασμα σε μια φάση διάβρωσης των ευρωπαϊκών θεσμών «εκ των έσω». Η άνοδος του κόμματος του Brexit υπό τον Nάιτζελ Φάρατζ δίνει στις εκλογές αυτές μορφή δεύτερου δημοψηφίσματος για το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ τα κόμματα της Mαρίν Λεπέν στη Γαλλία και του Σαλβίνι στην Ιταλία αναμένεται να είναι τα πλέον κερδισμένα στον χώρο της ακροδεξιάς, με τις τελευταίες προβλέψεις να δίνουν συνολικά στην ευρω-ομάδα τους 74 έδρες.

 

Μετά από δέκα χρόνια συνεχών κρίσεων στην Ε.Ε. και σε επιμέρους κράτη-μέλη που, παρά την ανθεκτικότητα, ανέδειξαν ρωγμές στη λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών, η αδυναμία των Ευρωπαίων πολιτικών να νοηματοδοτήσουν σύμβολα και ιδέες που να κρατούν ζωντανή την κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση, καθώς στρέφει το προεκλογικό ενδιαφέρον στο εσωτερικό των χωρών, τροφοδοτεί την ψήφο διαμαρτυρίας για εθνικά διακυβεύματα ή ευρωπαϊκές πολιτικές. Η εποχή της διεύρυνσης και της ενσωμάτωσης έχει περάσει στη συλλογική μνήμη. Η προστασία είναι πλέον το ζητούμενο στην καρδιά του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

 

Όσοι ψηφίζουμε, και ειδικά οι νέοι 17 ετών, απαντάμε σε ένα σημαντικό και κρίσιμο δίλημμα για περισσότερες ή λιγότερες κατακτήσεις στο παρόν και στο μέλλον, με τα όποια προβλήματα και τις αντίστοιχες αδυναμίες, ή για μια Ευρώπη με φράχτες και εθνικές περιχαρακώσεις.
Όσοι ψηφίζουμε, και ειδικά οι νέοι 17 ετών, απαντάμε σε ένα σημαντικό και κρίσιμο δίλημμα για περισσότερες ή λιγότερες κατακτήσεις στο παρόν και στο μέλλον, με τα όποια προβλήματα και τις αντίστοιχες αδυναμίες, ή για μια Ευρώπη με φράχτες και εθνικές περιχαρακώσεις.


Νίκος Παναγιώτου

Επίκουρος καθηγητής Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Σε αυτές τις εκλογές το κεντρικό διακύβευμα είναι το αίτημα-δίλημμα για περισσότερη ή λιγότερη Ευρώπη, όχι ως μια αφηρημένη και γενική θεώρηση αλλά με πολύ συγκεκριμένα και απτά ερωτήματα. Για τους νέους, εάν θέλουν ανάπτυξη ή περιστολή προγραμμάτων όπως το Erasmus, δηλαδή περισσότερες ή λιγότερες ευκαιρίες να ζήσουν και να πραγματοποιήσουν μέρος των σπουδών τους σε όλη την Ευρώπη.

 

Για τους εργαζόμενους, περισσότερες ή λιγότερες ευκαιρίες εργασίας, αλλαγής πλαισίου ή και αμοιβών, για τους επιχειρηματίες περισσότερες ή λιγότερες αγορές, καθόλου ή πολλή γραφειοκρατία και τελωνειακές διατυπώσεις. Για τους πολίτες, περισσότερα ή λιγότερα αναπτυξιακά έργα ‒ που άλλαξαν ριζικά τη χώρα μας. Για όλους μας, εάν θέλουμε το σήμερα και ένα καλύτερο αύριο ή επιθυμούμε την επιστροφή στις εθνικές περιχαρακώσεις του '60. Τα διλήμματα, λοιπόν, είναι όλα αυτά που δεν παρουσιάστηκαν, που δεν εξηγήθηκαν και που πάντα απουσιάζουν από τις προεκλογικές καμπάνιες των κομμάτων τα τελευταία χρόνια σε κάθε αντίστοιχη εκλογική αναμέτρηση.

 

Όμως, οι εκλογές του 2019 για το ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχουν μια πολύ συγκεκριμένη και σημαντική ιδιαιτερότητα: για όλα αυτά που συνειδητά δεν έχουν συζητήσει ή συζητούν τα κατεστημένα πολιτικά κόμματα «συζητούν» τα άκρα και οι αντιευρωπαϊκές δυνάμεις, υπερ-προβάλλοντας τις αδυναμίες της Ε.Ε. ή κατασκευάζοντας φανταστικά εθνικά παρελθόντα, υποτιθέμενης εθνικής «ανεξαρτησίας» και υπερηφάνειας, όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει στο Ηνωμένο Βασίλειο.


Όσοι ψηφίζουμε, και ειδικά οι νέοι 17 ετών, απαντάμε σε ένα σημαντικό και κρίσιμο δίλημμα για περισσότερες ή λιγότερες κατακτήσεις στο παρόν και στο μέλλον, με τα όποια προβλήματα και τις αντίστοιχες αδυναμίες, ή για μια Ευρώπη με φράχτες και εθνικές περιχαρακώσεις.


Εμμανουέλα Δούση

Αναπληρώτρια καθηγήτρια του ΕΚΠΑ

Την ερχόμενη Κυριακή καλούμαστε να ψηφίσουμε τους εκπροσώπους μας στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκείνες και εκείνους που θα διαχειριστούν το μέλλον μας στην Ευρώπη. Είναι μια κορυφαία δημοκρατική διαδικασία, εφόσον το Ε.Κ. είναι το μόνο θεσμικό όργανο της Ε.Ε. όπου τα μέλη του εκλέγονται με άμεση καθολική ψηφοφορία. Ο ρόλος του είναι καίριος όχι μόνο για την ψήφιση και εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας αλλά και για τον σεβασμό των θεμελιωδών αρχών και αξιών στις οποίες βασίζεται το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Οι αποφάσεις που λαμβάνει με άλλα θεσμικά όργανα επηρεάζουν την καθημερινότητά μας σε πολύ μεγάλο βαθμό.


Η Ε.Ε. έχει σήμερα πολλές ανοιχτές προκλήσεις, τόσο στο εσωτερικό της όσο και στο διεθνές περιβάλλον: πώς να συμφιλιώσει την προστασία των πολιτών με τον σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πώς να αντιμετωπίσει τη φτώχεια και τις αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες, πώς να προσδιορίσει εκ νέου την αλληλεγγύη ανάμεσα στα κράτη-μέλη ώστε να διαχειριστεί καλύτερα το προσφυγικό ζήτημα, πώς να διαχειριστεί το κρίσιμο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής, τους εμπορικούς πολέμους και τις διάφορες κρίσεις που ταλαιπωρούν την ευρύτερη γειτονιά της.


Οι εκπρόσωποί μας θα πρέπει να έχουν τουλάχιστον στοιχειώδη γνώση αυτών των θεμάτων, καθώς και των πολύπλοκων ευρωπαϊκών διαδικασιών για να μπορέσουν να υπερασπιστούν τα ελληνικά συμφέροντα και να συνδιαμορφώσουν αποφάσεις και πολιτικές.


Με νωπές ακόμα τις πληγές που μας άφησε η κρίση, θα πρέπει να αναλογιστούμε το κοινό ευρωπαϊκό μας μέλλον σε μια ισχυρή Ευρώπη και να αγνοήσουμε τις λαϊκιστικές φωνές και τους αρνητές της ευρωπαϊκής ιδέας. Εδώ και σχεδόν εβδομήντα χρόνια η ευρωπαϊκή οργάνωση αποτελεί την πλέον πετυχημένη απόπειρα συνδιαχείρισης κοινών υποθέσεων και προώθησης κοινών συμφερόντων. Η μελλοντική της πορεία θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από εκείνους που θα εργαστούν τα επόμενα χρόνια μέσα στο ευρωπαϊκό σύστημα. Και σε αυτή την επιλογή έχουμε λόγο κι εμείς.

 

Με νωπές ακόμα τις πληγές που μας άφησε η κρίση, θα πρέπει να αναλογιστούμε το κοινό ευρωπαϊκό μας μέλλον σε μια ισχυρή Ευρώπη και να αγνοήσουμε τις λαϊκιστικές φωνές και τους αρνητές της ευρωπαϊκής ιδέας.
Με νωπές ακόμα τις πληγές που μας άφησε η κρίση, θα πρέπει να αναλογιστούμε το κοινό ευρωπαϊκό μας μέλλον σε μια ισχυρή Ευρώπη και να αγνοήσουμε τις λαϊκιστικές φωνές και τους αρνητές της ευρωπαϊκής ιδέας.

 

Δημήτρης Παπαδημητρίου

Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ

Είναι πλέον ελάχιστοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι το σημερινό status quo στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι διατηρήσιμο. Όλοι αναγνωρίζουν ότι η Ευρώπη χρειάζεται να βρει ένα νέο δρόμο για τη Δαμασκό, αλλά η πυξίδα του καθενός δείχνει σε διαφορετική κατεύθυνση.
Η περαιτέρω εμβάθυνση της ΕΕ μνημονεύεται συχνά από τα επίσημα Ευρωπαϊκά όργανα, είναι, όμως, προφανές ότι τα συμφέροντα των κρατών μελών δεν έχουν ακόμα συγκλίνει προς την κατεύθυνση αυτή. Ο δρόμος για τη Δαμασκό, αν ποτέ βρεθεί, θα είναι τεθλασμένος και αργός. Θα μοιάζει με καλντερίμι ελληνικού νησιού, όχι με δυτικοευρωπαϊκό μπουλεβάρτο.


Στην παρούσα συγκυρία η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει να επιλύσει τρία βασικά θέματα: την οικονομική διακυβέρνηση της Ευρωζώνης, την ευρωπαϊκή πολιτική άμυνας και ασφάλειας και το μεταναστευτικό. Η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων αυτών δεν είναι κοινά αποδεκτή από τα κράτη μέλη. Ο ευρωπαϊκός Νότος αγωνιά για μεγαλύτερη ανακατανομή πόρων στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, η Γαλλία, εν μέρει, συμπάσχει, όμως, η Γερμανία εξακολουθεί να πετάει τη μπάλα στην εξέδρα. Στην πολιτική ασφάλειας η ΕΕ έχει πλέον αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι η Δύση, ως κοινότητα αξιών και συν-αντίληψης, έχει πλέον κατατμηθεί, όμως οι Ευρωπαίοι ηγέτες διστάζουν να επωμιστούν το κόστος μιας ανεξάρτητης ευρωπαϊκής άμυνας. Στο μεταναστευτικό οι προοπτικές μιας ορθολογικότερης διαχείρισης βρίσκουν απέναντι συμμαχίες που τέμνουν γεωγραφικά και ιδεολογικά την ΕΕ στη μέση.


Σε αυτό το σταυροδρόμι τα συμφέροντα μας ταυτίζονται, εν πολλοίς, με την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ο διάβολος, βέβαια, βρίσκεται στις λεπτομέρειες. Με δεδομένες τις εσωτερικές διαιρέσεις στην ΕΕ η στρατηγική μας χρειάζεται βάθος χρόνου και διαβαθμισμένες προτεραιότητες. Αν κάτι μας διδάσκει η τελευταία δεκαετία είναι η τραγική αφέλεια μας στην ανάγνωση του Ευρωπαϊκού τοπίου: ονειρευτήκαμε νότιο-ευρωπαικές συμμαχίες κατά τις λιτότητας, βρήκαμε σωτηρία στην εκλογή Ολάντ, υπερεκτιμήσαμε το φαινόμενο Podemos, επενδύσαμε δυσανάλογα στην καλή χημεία με τη Μέρκελ ή τον Βέμπερ. Την Κυριακή ο καθένας μας θα στείλει με την ψήφο του το μήνυμα του στη κυβέρνηση και την αντιπολίτευση.


Ας μην ξεχάσουμε, όμως, να ρωτήσουμε υποψήφιους και κόμματα για τις προτεραιότητες τους και, κυρίως, πώς σκέφτονται να μετουσιώσουν τα ευρωπαϊκά ευχολόγια σε εθνικό -και ευρωπαϊκό- κεφάλαιο.


Μιχαήλ Καραφύλλης

Φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης - ΕΚΠΑ

Στην Ελλάδα η πολιτική ένταση έχει προσδώσει στις ευρωεκλογές, αφενός αναμενόμενα, αφετέρου στοχευμένα, πολύ διαφορετικά νοήματα από αυτά που αφορούν στις κοινές ευρωπαϊκές προκλήσεις. Η ψήφος, όμως, πρέπει να εκληφθεί και να νοηματοδοτηθεί όχι ως δημοψήφισμα ή δημοσκόπηση αλλά ως αυτό που όντως συνιστά, επιλογή για την πορεία της Ε.Ε. τα επόμενα πέντε χρόνια, που θα αναγγείλουν και τη μετέπειτα εξέλιξή της. Πιο συγκεκριμένα, το πραγματικό κριτήριο της απόφασης, απαλλαγμένο από τα εσωτερικά στρατηγικά βαρίδια, είναι το ποιος θα καθορίσει αυτή την πορεία, ποιοι συσχετισμοί θα διαμορφωθούν εντός του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και αν θα σχηματιστεί ευρύς πόλος αντιτιθέμενος στη συντηρητική απραξία, εκπροσωπώντας τις προτεραιότητες του ευρωπαϊκού «δήμου».


Το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης φαίνεται να βρίσκεται σε τέλμα και να έχει χάσει τη γοητεία του, μπορεί όμως να ενισχυθεί η προσπάθεια για δημοκρατική εμβάθυνση. Διαδικασία αμφίδρομη που απαιτεί μεν τη συμμετοχή, προϋποθέτει όμως την ενημέρωση σε μια κοινή δημόσια σφαίρα με επιθυμητό αποτέλεσμα τη διάπλαση ευρωπαϊκής δημοκρατικής ταυτότητας. Έτσι, ενώ η εκάστοτε εθνική συνείδηση παραμένει σε εθνοκρατικό πλαίσιο, η ιδιότητα του πολίτη διαχέεται και απευθύνεται στους ενωσιακούς θεσμούς. Εδώ εγείρεται το δίπολο εθνογένεσης - εθναφύπνισης, μεταφερόμενο όμως στο ευρωπαϊκό επίπεδο ως δίπολο δημιουργίας των κοινών αξιών ή συνειδητοποίησης της ύπαρξης τους, χωρίς οι δύο έννοιες να αποκλείουν η μία την άλλη.


Σίγουρα, η διαδρομή είναι μεγάλη και τα βήματα πολλά. Τίθεται, όμως, ως ερώτημα στην κάλπη το αν θα ενταθεί η δημοκρατικοποίηση ή θα συνεχιστεί η διαδικασία διάβρωσης, με ακόμα περισσότερους εκφραστές, θιασώτες ενός φοβικού εθνικισμού που τρέφεται από την άγνοια και συνάμα επενδύει σ' αυτήν. Δεν μένει, επομένως, παρά το αντίδοτο της ευρείας και οπλισμένης με γνώση συμμετοχής σε μια εκλογική αναμέτρηση, όπου το βάρος της ψήφου μεγαλώνει ακόμα περισσότερο λόγω του ενισχυμένου νομοθετικού και εποπτικού ρόλου του Ευρωκοινοβουλίου.


Παρά την όποια πρόθεση αξιολογικής ουδετερότητας, δεν γίνεται να μην παρατηρηθεί η αδράνεια κυρίαρχων συντηρητικών ομάδων στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή σχετικά με την υπερθέρμανση του πλανήτη και την ενεργειακή μετάβαση. Κανενός είδους ευαισθησία ή ορθολογισμός με πρόσχημα την κοινωνική βιωσιμότητα δεν δικαιολογεί την αποφυγή άμεσων και δραστικών μέτρων απεξάρτησης από τον άνθρακα και το πλαστικό και περαιτέρω μείωσης των εκπομπών ρύπων.


Τελικά, αν μπορεί να τεθεί ένα ξεκάθαρο δίλημμα σχετικά με αυτές τις ευρωεκλογές, αυτό είναι συνεισφορά ή απροθυμία, τόλμη ή στασιμότητα. Η νέα γενιά που κατανοεί και αναπτύσσει την προσωπικότητά της εντός της Ευρώπης επιλέγει την αποφασιστικότητα, κι ας υπάρχουν εντός της διαφορετικά περιεχόμενα και κατευθύνσεις. Αυτό, άλλωστε, είναι η δημοκρατία.