Ο Γάλλος σύζυγός μου πέρασε τα πρώτα 18 καλοκαίρια της ζωής του σε ένα μικρό ελληνικό ψαροχώρι. Πριν από πέντε χρόνια φύγαμε από την Καλιφόρνια και εγκατασταθήκαμε μόνιμα στη Γερμανία, στο Μόναχο.

 

Παρόλ' αυτά ακόμα επισκεπτόμαστε αυτό το μικρό χωριό, εκεί όπου πολλοί κάτοικοί του τον γνωρίζουν από τότε που ήταν μωρό.


Αγαπάμε την Ελλάδα και τους Έλληνες για χίλιους λόγους και στεναχωριόμαστε τρομερά με τα οικονομικά προβλήματα που βιώνουν. Όπως συμβαίνει συνήθως σε πολλές χώρες που βρίσκονται σε κρίση, δεν υποφέρουν μόνο οι άνθρωποι αλλά και τα ζώα.


Η Ελλάδα σφύζει από αδέσποτα σκυλιά. Κατά τη διάρκεια των διακοπών μας, δύο χρόνια πριν, η 9χρονη κόρη μας αποφάσισε πως ήθελε να ταΐσει όλα τα αδέσποτα που θα συναντούσαμε στη διαδρομή μας.

 

Γεμίσαμε το ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο με τροφή για σκύλους -ζητώ συγνώμη σε όσους νοικιάσανε το αμάξι μετά από μας- και προμηθευτήκαμε ένα κάρο απολυμαντικά χεριών. Σε μια στάση βρήκαμε ένα κοκαλιάρικο καφέ κουτάβι που μετά βίας στεκόταν στα πόδια του.


«Τι κάνουμε;» ρώτησε ο άντρας μου κρατώντας την στην αγκαλιά του, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα του, ενώ η κόρη μου φώναζε ξανά και ξανά. «Πρέπει να την κρατήσουμε!». Τι θα μπορούσα να πω;

 

Εγκαταλείψαμε τις προσπάθειες αφού είχαμε αλλάξει τέσσερις εκπαιδευτές τους οποίους ο σύζυγος μου έκρινε ως ακατάλληλους. Η Νουτέλα δεν θα γινόταν ποτέ ένας σκύλος χωρίς λουρί. Αυτό βέβαια δεν είχε σημασία για τον άντρα και την κόρη μου που ήταν ερωτευμένοι μαζί της.


Πάντα επιστρέφω από την Ελλάδα με καρύδια, ελαιόλαδο και μέλι. Ήξερα ότι τώρα θα προστεθεί στον κατάλογο και ο σκύλος, είτε το ήθελα είτε όχι.


Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι της Μέσης Ανατολής, δεν υπήρξα ποτέ ιδιοκτήτης σκύλου. Μεγάλωσα με το να πιστεύω ότι τα σκυλιά είναι επικίνδυνα. Ζώντας στην Αμερική έμαθα να αγαπάω τους σκύλους αλλά ποτέ τόσο ώστε να αποκτήσω έναν. Πάντοτε πίστευα ότι ήταν παράξενο και ειλικρινά ανθυγιεινό να έχεις έναν σκύλο μέσα στο σπίτι.


Ο άντρας μου έβαλε το κουτάβι στο αμάξι και οδήγησε μέχρι τον πλησιέστερο κτηνίατρο. Δεν είχα ιδέα πώς θα αντιδράσει. Θα μας δαγκώσει; Μήπως έχει καμιά ασθένεια που μπορεί να μας κολλήσει; Λύσσα; Ψώρα; Μπορεί να μην είχα ποτέ σκύλο αλλά ήξερα όλες τις αρρώστιές τους.


Το κουτάβι βυθίστηκε στο κάθισμα και δεν κουνήθηκε. Πιο πολύ φοβόταν αυτό εμάς, παρά εμείς αυτό.


Όταν φτάσαμε στον κτηνίατρο ενημερωθήκαμε ότι το κουτάβι με το κοντό τρίχωμα, που πλέον αποκαλούμε Νουτέλα, βαφτισμένη από την κόρη μας, ήταν τεσσάρων μηνών και χρειαζόταν φαρμακευτική αγωγή για τις λοιμώξεις της. Αμέσως έσπευσα να δείξω τις κόκκινες πληγές στην κοιλιά της. «Αυτές είναι οι θηλές της» μου απάντησε ο κτηνίατρος.


Μετά από έναν μήνα που πέρασε η Νουτέλα στον κτηνίατρο, την πήραμε στο διαμέρισμα μας στο Μόναχο.

 

Η πόλη μας είναι γεμάτη από εξαιρετικά, καλά εκπαιδευμένα σκυλιά. Τα σκυλιά εδώ συνοδεύουν τους ιδιοκτήτες τους στα μέσα μαζικής μεταφοράς, σε εστιατόρια και στα γραφεία τους.

 

Δεν επιτρέπονται στα καταστήματα τροφίμων οπότε περιμένουν υπομονετικά έξω, μερικά σε λουριά κι άλλα ελεύθερα. Είναι εντυπωσιακό θέαμα να βλέπεις ένα λυμένο σκυλί να στέκεται έξω από το κρεοπωλείο, ενώ οι πόρτες ανοιγοκλείνουν αυτόματα, περιμένοντας υπομονετικά τον ιδιοκτήτη του, χωρίς να υποκύπτει σε κανέναν πειρασμό.


Λαμβάνοντας υπόψη τα υψηλά στάνταρ των σκυλιών της γειτονιάς, βάλαμε αμέσως τη Νουτέλα σε τμήμα εκπαίδευσης σκύλων. Κάθε εβδομάδα τα άλλα κουτάβια εκτελούσαν άψογα τις εντολές ενώ η Νουτέλα το μόνο που έκανε ήταν να τρέχει γύρω γύρω, αψηφώντας κάθε προσπάθεια να φερθεί πολιτισμένα. Ο σύζυγος μου προσπαθούσε να την υπερασπιστεί. «Γνωρίζει τις εντολές της αλλά προτιμά να μη δείχνει ότι τις ξέρει».


«Ίσως απλά δεν είναι έξυπνη» έλεγα εγώ.


«Τραυματίστηκε τους τέσσερις πρώτους μήνες της ζωής της. Για αυτό προτιμά να κάνει αυτό που θέλει εκείνη» εξηγούσε ο άντρας μου.


«Ίσως απλά δεν είναι έξυπνη» ξαναέλεγα.


Σύντομα ανακαλύψαμε ότι τα «μέλη» της τάξης συναντιόντουσαν και έξω από το μάθημα μαζί με τα σκυλιά τους. Εμάς δεν μας καλούσαν ποτέ. «Είναι επειδή δεν μιλάμε γερμανικά» είπε ο σύζυγος μου.


«Είναι επειδή όλοι μισούν το σκυλί μας» του απάντησα.


Μετά από μερικές εβδομάδες ο εκπαιδευτής μας πρότεινε να αγοράσουμε μια ειδική σφυρίχτρα σκυλιών και να τη συνδυάσουμε με λιχουδιές. Απελπισμένοι να έχουμε εκπαιδευμένο σκύλο και ίσως μερικούς φίλους κάναμε αμέσως ό,τι μας είπε. Η Νουτέλα ήταν τελείως αδιάφορη για το σφύριγμα, αν και πολλά άλλα σκυλιά στο Μόναχο ανταποκρίθηκαν αμέσως.


Τότε ο εκπαιδευτής πρότεινε να αγοράσουμε ακριβά συκωτάκια. «Τα σκυλιά κάνουν τα πάντα για αυτά» μας διαβεβαίωσε. Μεταξύ της επιλογής να εκτελέσει μια εντολή ώστε να πάρει τη λιχουδιά ή να τρέχει πέρα δώθε σαν δραπέτης, η Νουτέλα επέλεγε πάντα το δεύτερο.


«Αυτό το σκυλί έχει αξιοπρέπεια», έλεγε ο σύζυγός μου, «δεν μπορείς να την εξαγοράσεις με λίγο συκωτάκι».


Εγκαταλείψαμε τις προσπάθειες αφού είχαμε αλλάξει τέσσερις εκπαιδευτές τους οποίους ο σύζυγος μου έκρινε ως ακατάλληλους. Η Νουτέλα δεν θα γινόταν ποτέ ένας σκύλος χωρίς λουρί. Αυτό βέβαια δεν είχε σημασία για τον άντρα και την κόρη μου που ήταν ερωτευμένοι μαζί της.


Εγώ δεν ήμουν ερωτευμένη μαζί της. Στο πάρκο της γειτονιάς μας η Νουτέλα είχε αποκτήσει το ψευδώνυμο «το άγριο σκυλί». Έμαθα αρκετά γερμανικά ώστε να μπορώ να εξηγώ ότι η Νουτέλα ήταν απλά ενθουσιώδης και ήθελε να παίξει.

 

Αλλά η προσέγγιση της Νουτέλα ήταν το πρόβλημα. Συνήθως έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα προς ανυποψίαστους σκύλους και μέχρι τη στιγμή που θα έφτανε να τους μυρίσει, ο σκύλος και ο ιδιοκτήτης θα είχαν κάνει φτερά από το πάρκο.

 

Η ζωή μου στη Γερμανία ήταν ήδη περίπλοκη και η Νουτέλα, το πιο αντιδημοφιλές σκυλί στο Μόναχο, την έκανε ακόμα πιο περίπλοκη.

 

Σαν να μην έφτανε αυτό, η Nουτέλα που ζύγιζε έξι κιλά όταν την βρήκαμε συνέχιζε να μεγαλώνει. Κι εγώ που όχι μόνο δεν ήθελα ποτέ σκυλί, σίγουρα δεν ήθελα ένα σκυλί που να ζυγίζει 45 κιλά. Ανέφερα ότι ζούμε σε διαμέρισμα;


Έναν χρόνο μετά από την υιοθεσία της, ο σύζυγός μου άρχισε να ταλαιπωρείται από δυνατούς πονοκεφάλους. Για πρώτη φορά στα 32 χρόνια που τον γνώριζα, δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Η Νουτέλα κούρνιασε δίπλα στο κρεβάτι και δεν κουνήθηκε.


Τις πρώτες δύο μέρες υπέθεσα πως αυτό είναι απλή σύμπτωση. Έτσι και αλλιώς ήταν ένα άγριο σκυλί. Όταν ο σύζυγος μου σηκώθηκε μετά από αρκετή προσπάθεια, η Νουτέλα τον ακολούθησε αθόρυβα. Αρνιόταν να αφήσει την πλευρά του στο κρεβάτι για δύο εβδομάδες. Δεν ήθελε καν να πάει στο πάρκο για την αγαπημένη της δραστηριότητα, να τρομοκρατεί πολιτισμένα σκυλιά.


Η μετάλλαξη της Νουτέλα από το πιο-ανίκανο-σκυλί-στην-τάξη στο πιο-τρυφερό-για-τους-ανθρώπους ήταν εκπληκτική. Ποιος χρειάζεται κοσμικές εντολές όπως «κάτσε» και «μείνε», όταν είσαι αρκετά έξυπνος να γνωρίζεις την πιο σημαντική: «δείξε αγάπη»!


Ο σύζυγός μου ανέκαμψε πλήρως, κάτι που αποδίδει κυρίως σε αυτό το πλάσμα του οποίου η ζωή ήταν κάποτε κυριολεκτικά άνευ αξίας. Κατά τη διάρκεια αυτών των δύο εβδομάδων ήταν που συνειδητοποίησα γιατί οι άνθρωποι θεωρούν οικογένεια τα κατοικίδια τους. Τώρα το καταλαβαίνω.


Μερικές φορές σκέφτομαι ότι η Νουτέλα κάποια στιγμή θα πεθάνει και δάκρυα κυλούν στο πρόσωπό μου. Τι βάρος να αγαπάς ένα σκυλί. Και πόσο θλιβερό που πέρασα τα πρώτα πενήντα χρόνια της ζωής μου χωρίς αυτό το ευλογημένο βάρος.

 

Το κείμενο αποτελεί απόδοση στα ελληνικά του άρθρου με το τίτλο «The Most Unpopular Dog in Germany» της Firoozeh Dumas που δημοσιεύτηκε στους New York Times.