Θα είναι σαν να έχεις πάρει πολλά (και «καθαρά» και υψηλής περιεκτικότητας) ναρκωτικά, αλλά δεν θα έχεις πάρει. Όχι απαραίτητα, τουλάχιστον.

 

Κάπως έτσι θα μπορούσε να συνοψιστεί, αφαιρετικά αλλά τίμια, η εμπειρία παρακολούθησης της σειράς φαντασίας (ή μήπως εναλλακτικής πραγματικότητας;) που τυπικά βασίζεται στο ομώνυμο κόμικ της Marvel, αλλά δεν έχει καμία σχέση με οποιαδήποτε άλλη μεταφορά κόμικ στην οθόνη αλλά και με οποιαδήποτε άλλη σειρά γενικώς.

 

Ακόμα και το Twin Peaks μπορεί ενδεχομένως να μοιάζει με στεγνό, ρεαλιστικό δράμα σε σύγκριση με τον εικαστικό, ψυχοτρόπο οίστρο που χαρακτηρίζει το ντελιριακό αισθητικά δημιούργημα του Noah Hawley (υπεύθυνου για το τηλεοπτικό Fargo, μεταξύ άλλων) που μπήκε στον δεύτερο κύκλο του με μπόλικη φόρα και σαφή πρόθεση να κάψει ακόμα περισσότερους εγκεφάλους από τον πρώτο, τον οποίο τρόπον τινά «ακυρώνει», δηλώνοντας μας με το καλημέρα πως ό,τι είδαμε εκεί δεν ήταν αυτό που πιστέψαμε ότι είδαμε.

 

Το οπτικοακουστικό παραλήρημα συνεχίζεται ακάθεκτο και στον δεύτερο κύκλο και μάλιστα με την προσθήκη κεφαλαίων με τίτλους όπως «Η τρέλα του πλήθους» ή «Ψευδαισθήσεις» και τη φωνή του από μηχανής Θεού (δηλαδή του Τζον Χαμ, του πρωταγωνιστή του Mad Men) να εξηγεί τα ανεξήγητα που διαδραματίζονται μπροστά στα έκθαμβα μάτια μας.

 

 

Ήταν προϊόν της φαντασίας μας και αποτέλεσμα διανοητικής χειραγώγησης, εγκλωβισμένοι καθώς ήμασταν κι εμείς οι θεατές σ' ένα σύνδρομο της Στοκχόλμης ή σ' ένα ψυχεδελικό τρελάδικο πολυτελείας σαν αυτό που (νόμιζαν ότι) ήταν τρόφιμοι οι κεντρικοί χαρακτήρες της σειράς – οι οποίοι δεν έγινε ποτέ σαφές αν είναι μεταλλαγμένοι εκπρόσωποι του σύμπαντος των X-Men με τρομακτικά ψυχοκινητικά χαρίσματα ή απλά είναι εντελώς για τα σίδερα, σ' ένα πλαίσιο όμως όπου η έντονη ψυχική / νοητική διαταραχή λειτουργεί ως μια μορφή υπερδύναμης.


Η αλήθεια είναι ότι αυτό το σκηνικό απερίγραπτης οπτικοακουστικής φαντασμαγορίας και διέγερσης όπου όλα μοιάζουν ρευστά και λειτουργούν σε πολλαπλά επίπεδα «ανάγνωσης», κατέβαλε κάποιους θεατές που εγκατάλειψαν κάποια στιγμή, αδυνατώντας να βγάλουν άκρη.

 

Προσωπικά το βρίσκω απελευθερωτικό μάλλον παρά ενοχλητικό: ξεκολλώντας από τις ιδιοσυγκρασίες, τις αμφισημίες και τις μαύρες τρύπες της πλοκής, μπορεί κάποιος να αφοσιωθεί εντελώς απερίσπαστος στους υψηλής αισθητικής έμπνευσης πειραματισμούς του σεναρίου του Hawley, της κινηματογραφίας των Dana Gonzales και Craig Wrobleski, του σχεδιασμού παραγωγής του Michael Wylie και των κουστουμιών της Carol Case.

 

Ας δούμε όμως λίγο πώς φτάσαμε στον δεύτερο κύκλο παρόλο που στην πραγματικότητα το νήμα μπορεί να το πιάσει κανείς και χωρίς να έχει δει τον «παραπλανητικό» πρώτο, ο οποίος ακολούθησε τον κεντρικό ήρωα Ντέιβιντ, έναν μεταλλαγμένο με πανίσχυρες τηλεκινητικές δυνάμεις που έχει περάσει τη ζωή του πιστεύοντας ότι είναι σχιζοφρενής και βρίσκεται μαζί με άλλους «χαρισματικούς», στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και η μεγάλη καψούρα του, η Σιντ (Μπάρετ το επώνυμο, για όποιον είχε αμφιβολίες για το ψυχεδελικό ύφασμα της σειράς), σε ένα μυστικό «τρελάδικο» πολυτελείας, για να συνειδητοποιήσει τελικά ότι ο οργανισμός του έχει μολυνθεί από ένα παρασιτικό πνεύμα του κακού με το όνομα Αμάλ Φαρούκ, γνωστός και ως Βασιλιάς της Σκιάς, γνωστός επίσης και ως Άνθρωπος με τα Κίτρινα Μάτια.

 

 

 

Όλα αυτά είναι σχετικά όμως και λαμβάνουν χώρα σε ονειρικά art deco σκηνικά ή σε φιλμάκια βωβού τύπου σινεμά όπως εκείνη η απίστευτη σκηνή στον πρώτο κύκλο με μόνη υπόκρουση μια ηλεκτρονική βερσιόν του Μπολερό του Ραβέλ.

 

Το οπτικοακουστικό παραλήρημα συνεχίζεται ακάθεκτο και στον δεύτερο κύκλο και μάλιστα με την προσθήκη κεφαλαίων με τίτλους όπως «Η τρέλα του πλήθους» ή «Ψευδαισθήσεις» και τη φωνή του από μηχανής Θεού (δηλαδή του Τζον Χαμ, του πρωταγωνιστή του Mad Men) να εξηγεί τα ανεξήγητα που διαδραματίζονται μπροστά στα έκθαμβα μάτια μας.

 

Δεν έχει νόημα να αποκαλύψει κανείς περισσότερα για τα τεκταινόμενα σ' αυτόν τον δεύτερο και ακόμα πιο αποφασιστικό στη φιλοδοξία του να αναποδογυρίσει όλες τις γνωστές αφηγηματικές / κινηματογραφικές μεθόδους, κύκλο, όχι για να μη σκορπίσει spoilers της πλοκής, αλλά γιατί πρέπει κανείς να το δει για να το πιστέψει. 'Η να μην το πιστέψει. Όλα στο μυαλό είναι.