Τζάκι: Πώς μπόρεσες και τον ψήφισες, Ροζάν;

Ροζάν: Μιλούσε για δουλειές, Τζάκι.

 

Όσο καλοδεχούμενος κι αν είναι πάντα ο βραχύβιος ήχος φυσαρμόνικας που ακούγεται ως μουσικό θέμα έναρξης κάθε επεισοδίου της σειράς που αφηγείται τις περιπέτειες της οικογένειας Κόνερ στο σύμπαν των μη προνομιούχων, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς: Γιατί;

 

Γιατί να αναστηθεί τώρα η ιστορική κωμική σειρά, τριάντα ακριβώς χρόνια μετά την πρεμιέρα της και είκοσι σχεδόν από τη λήξη του προηγούμενου, ένατου, κύκλου ο οποίος είχε κάνει τα πάντα για να τρελάνει το κοινό και να εξασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει ποτέ συνέχεια...

 

Τελικά όμως ήταν προφανώς ένα κακό όνειρο εκείνος ο κύκλος κατά τον οποίο οι Κόνερ κέρδιζαν το λαχείο αποσταθεροποιώντας έτσι όλο το κοινωνικό πλαίσιο και στο τέλος πέθαινε ο Νταν, ο διστακτικός πατριάρχης της οικογένειας με την πληθωρική μορφή του Τζον Γκούντμαν.

 

Οι κεντρικοί χαρακτήρες είναι και πάλι όλοι εδώ με το βασικό ψυχοδυναμικό καλούπι τους αναλλοίωτο, σα να μην πέρασε μια μέρα.

 

Οι άγριες πλάκες και οι δολοφονικοί σαρκασμοί έπεφταν και πέφτουν κατά ριπάς, η σειρά όμως έμοιαζε σαφώς πιο ρεαλιστική από τον λούμπεν και φαρσικό μηδενισμό του «Παντρεμένοι με παιδιά» φερ' ειπείν.

Ακόμα και τα γέλια – κονσέρβα «ενώπιον ζωντανού κοινού» ακούγονται ξανά μετά τις «μια στο καρφί και μια στο πέταλο» ατάκες, παρότι αυτό εκλαμβάνεται πλέον ως παρωχημένο, φορμουλαϊκό και «στοιχειωμένο» συστατικό παλιότερων εποχών της τηλεοπτικής κωμωδίας καταστάσεων.

 

Ροζάν Μπαρ και Τζον Γκούντμαν
Ροζάν Μπαρ και Τζον Γκούντμαν


Σίγουρα πάντως δεν μπορείς να καταλογίσεις στην αναδυόμενη από τις στάχτες της σειρά ότι στερείται λόγο ύπαρξης επειδή το ύφος και το ήθος της έχει ξεπεραστεί προ πολλού από την πολιτική / πολιτισμική επικαιρότητα και συγκυρία.

 

Ακριβώς το αντίθετο ισχύει. Πάντα ίσχυε και μάλιστα μπορεί να ισχυριστούν οι υπεύθυνοι της σειράς ότι το βλέπανε από παλιά πού πήγαινε η δουλειά με τις κατά συρροή απογοητεύσεις και αποξενώσεις που βίωνε η λευκή εργατική τάξη από την αλαζονική στάση του προοδευτικού / φιλελεύθερου κατεστημένου απέναντί της.

 

Η σειρά ήταν και παραμένει κωμική, αλλά τα έλεγε πάντα χύμα όχι μόνο περί οικονομικής ανισότητας και πολιτισμικού χάους μεταξύ προνομιούχων και «πλέμπας» και περί των έντονων διχαστικών τάσεων στην κοινωνία, αλλά και για περί παντός επιστητού, από την ενδοοικογενειακή βία και την αντισύλληψη μέχρι τον εθισμό σε ναρκωτικές ουσίες, την πρώτη περίοδο των κοριτσιών και τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης.

 

Οι άγριες πλάκες και οι δολοφονικοί σαρκασμοί έπεφταν και πέφτουν κατά ριπάς, η σειρά όμως έμοιαζε σαφώς πιο ρεαλιστική από τον λούμπεν και φαρσικό μηδενισμό του «Παντρεμένοι με παιδιά» φερ' ειπείν.

 

Και τώρα ακόμα, στην επιστροφή της, μοιάζει πολύ πιο αληθινή και «αυθεντική» από σύγχρονες οικογενειακές σειρές σαχλής σάτιρας τάσεων, κλινικής κορεκτίλας και νοσηρού κλεισίματος του ματιού στον θεατή, σαν το «Modern Family».

 

Σάρα Γκίλμπερτ, Λόρι Μέτκαλφ και Ροζάν Μπαρ στην αναβίωση της σειράς.
Σάρα Γκίλμπερτ, Λόρι Μέτκαλφ και Ροζάν Μπαρ στην αναβίωση της σειράς.


Όλοι οι χαρακτήρες είναι (προφανώς) μια εικοσαετία μεγαλύτεροι, αλλά αυτό δεν είναι εντελώς σαφές με την πρώτη ματιά.

 

Η Ροζάν και η αδελφή της η Μπέκι εξακολουθούν να σκοτώνονται αλύπητα και για οτιδήποτε, από τις πολιτικές ταυτότητας μέχρι τη θέση της φρουτιέρας στο τραπέζι.

 

Ο Νταν εξακολουθεί να αποτραβιέται στο γκαράζ συντροφιά με τις μπύρες του.

 

Η άνεργη Νταρλίν έχει μετακομίσει ξανά στο πατρικό και παραμυθιάζεται ότι το κάνει για να φροντίσει τους γονείς της ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, και η αδελφή της λέει ψέματα ότι είναι δέκα χρόνια νεότερη για να πείσει μια προοδευτική πλουσία να γίνει παρένθετη μητέρα για λογαριασμό της και να πάρει πενήντα χιλιάδες μπας και ξεχρεώσει.

 

Μόνο όταν αρχίζουν οι έντονες αντιδικίες για τον Τραμπ (τον οποίο ψήφισε και στην πραγματικότητα η Ροζάν Μπαρ) ως αντανάκλαση των αδιανόητα ακραίων επίπεδων που έχει φτάσει το διχαστικό κλίμα στις ΗΠΑ, υπενθυμίζεται στον θεατή ότι δεν είμαστε πια στα ανέμελα 90's.

 

Το πιο «φρέσκο» σύγχρονο στοιχείο σ' αυτόν τον δέκατο κύκλο της σειράς εκπροσωπείται από την είσοδο στην αφήγηση του 10χρονου εγγονιού της Ροζάν και του Νταν (και δεύτερου παιδιού της Νταρλίν), του Μαρκ, ενός χαρισματικού «άφυλου» αγοριού (που αρνείται τέλος πάντων τις «έμφυλες νόρμες», όπως αποκαλούνται πλέον περιφραστικά τέτοιες περιπτώσεις αμφιταλάντευσης, ειδικά στην προεφηβεία) που αρχικά φρικάρει τον παππού και τη γιαγιά – κυρίως επειδή ανησυχούν για την ασφάλειά του στο δημόσιο σχολείο που πάει - αλλά τελικά επικρατεί φυσικά η κατανόηση και η μυστήρια αρχέγονη φύση των οικογενειακών δεσμών πρώτου βαθμού.