Εντάξει, μπορεί να έχουν πιο ωραία κτίρια, παλάτια, κάστρα, Ελ Γκρέκο, Γκόγια και Πικάσο, αλλά δεν είναι και όλα καλύτερα στην Ισπανία. Τα ισπανικά τζιτζίκια κάνουν ένα μονότονο συνεχές «τζιιιιιιιι», σίγουρα λιγότερο περίτεχνο από το διακεκομμένο και σχεδόν μελωδικό «τζι-τζι-τζι» των ελληνικών. Το ασταμάτητο «τζιιιιι» των τζιτζικιών και το «τσίου τσίου τσίου» που ακούγεται στα φανάρια κάθε φορά που ανάβει πράσινο (θίου θίου θίου) είναι οι μοναδικοί ήχοι που ακούς το μεσημέρι, όταν οι πόλεις νεκρώνουν. Όλοι κλείνονται στα σπίτια τους και πέφτουν για ύπνο και τα πάντα σφαλίζουν – με εξαίρεση τα πολύ τουριστικά μαγαζιά, που δεν κλείνουν ποτέ. Και τα μουσεία. Από τις δύο, όταν όλοι εξαφανίζονται, μέχρι τις οκτώ, που αρχίζει να ζωντανεύει η πόλη και να επανέρχεται η κίνηση στους δρόμους, προλαβαίνεις να δεις σχεδόν ολόκληρο το Πράδο, αρκεί να έχεις φροντίσει να βγάλεις εισιτήριο online, γιατί η αναμονή με 40 βαθμούς μέσα στον ήλιο δεν αντέχεται. Την ημέρα που πήγαμε η ουρά ήταν τεράστια, σε ζιγκ-ζαγκ και κύκλους, κυρίως με ταλαίπωρα γκρουπ Ασιατών με μακρυμάνικα μπλουζάκια ή χέρια τυλιγμένα σε επιδέσμους μέχρι τον ώμο (γιαπωνέζικο τρεντ;), που κόντευαν να βγάλουν την μπέμπελη.

 

Το μουσείο έχει τα πιο γνωστά έργα του Γκόγια (την «Οικογένεια του Καρόλου του 4ου», τη «Γυμνή Μάγια δίπλα στην ντυμένη», τον «Θερισμό το Καλοκαίρι», το «Παρασόλι»), αλλά αυτά που είναι τα πιο προσωπικά του και μάλλον τα καλύτερα απ' όλα είναι οι 14 πίνακες που βρίσκονται στο ισόγειο του μουσείου, στις αίθουσες 64-67, οι Μαύροι Πίνακες.


Λεπτομέρεια από τον «Χάροντα που διασχίζει τον Στύγα ποταμό» του Joachim Patinir.
Λεπτομέρεια από τον «Χάροντα που διασχίζει τον Στύγα ποταμό» του Joachim Patinir.

Λεπτομέρεια από τον «Θρίαμβο του Θανάτου» του Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου.
Λεπτομέρεια από τον «Θρίαμβο του Θανάτου» του Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου.

Λεπτομέρεια από τον «Θρίαμβο του Θανάτου» του Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου.
Λεπτομέρεια από τον «Θρίαμβο του Θανάτου» του Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου.

 

Το Πράδο είναι ένα φανταστικό μουσείο γεμάτο αριστουργήματα της περιόδου από τον 15ο ως τον 18ο αιώνα, όχι τόσο για τον τεράστιο αριθμό των έργων, αλλά για την ομορφιά τους (κάποια είναι εκθαμβωτικά). Εκτός από την αναδρομική έκθεση-αφιέρωμα στον Ιερώνυμο Μπος (που δεν είχε ούτε το 1/3 των έργων που περιλάμβανε η αντίστοιχη ολλανδική, αλλά είχε τον αυθεντικό «Κήπο των επίγειων απολαύσεων»), περιέχει μερικούς από τους πιο απίθανους πίνακες Ολλανδών ζωγράφων (τον «Χάροντα που διασχίζει τον Στύγα ποταμό» του Joachim Patinir, με τους Αγγέλους αριστερά και τον Κέρβερο δεξιά σε ένα μουντό τοπίο που φωτίζει ο λαμπερός ουρανός, τον «Θρίαμβο του Θανάτου» του Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου, τον πιο κοντινό στην τεχνοτροπία του Μπος πίνακα, με μια παραζάλη από φιγούρες σε μια μακάβρια σύνθεση, με τον Θάνατο θριαμβευτή πάνω στο άλογο να οδηγεί μια στρατιά από σκελετούς –σαν τους white walkers– που θερίζουν ανθρώπους, την αυτοπροσωπογραφία και το «Ο Αδάμ και η Εύα» του Άλμπρεχτ Ντίρερ, Rogier van der Weyden), Ιταλούς (Ραφαήλ, Τιτσιάνο, Καραβάτζιο), Ισπανούς (Βελάθκεθ, Χουάνες, Μόρο), πολλά έργα του Ελ Γκρέκο, Γκόγια και ένα σωρό άλλα.

 

 

Στον Μπος, παραδόξως, δεν γινόταν ο κακός χαμός που γινόταν στο Σέρτοχενμπος. Ο μόνος πίνακας που είχε συνέχεια κόσμο ήταν ο «Κήπος των Απολαύσεων», το πιο δημοφιλές έργο του μουσείου έτσι κι αλλιώς. Επιστρέψαμε αρκετές φορές στον πίνακα για να μπορέσουμε να τον πλησιάσουμε, κάποιοι είχαν εγκατασταθεί μπροστά του και κρατούσαν σημειώσεις για περισσότερο από 45 λεπτά.

 

 

Αυτό που με εντυπωσίασε στο μουσείο είναι ότι κανένας από τους φύλακες (οι οποίοι ήταν κολλημένοι στο κινητό τους, άπαντες) δεν μιλούσε αγγλικά. Κι ακόμα και αν καταλαβαίνουν τι τους ρωτάς, επιμένουν να απαντούν στα ισπανικά (τα οποία για έναν ανεξήγητο λόγο τα καταλαβαίνεις κι ας μην ξέρεις ούτε μια λέξη, ειδικά όταν σου τα δείχνουν ταυτόχρονα στη νοηματική). Μόνο στο ταμείο του καταστήματος υπήρξε μια κοπέλα που μπορούσε να αρθρώσει δυο λέξεις. Γενικά, είναι δύσκολο να βρεις ανθρώπους να μιλούν αγγλικά – ούτε στους σταθμούς του μετρό, ούτε στα περισσότερα μαγαζιά μιλάει κανείς, παρόλο που όλη μέρα συναναστρέφονται με τουρίστες. 

 

Ο "Κήπος των Απολαύσεων" είναι το πιο δημοφιλές έργο του μουσείου.
Ο "Κήπος των Απολαύσεων" είναι το πιο δημοφιλές έργο του μουσείου.

Το Πράδο είναι ένα φανταστικό μουσείο γεμάτο αριστουργήματα. Λεπτομέρεια από τον "Κήπο των Απολαύσεων" .
Το Πράδο είναι ένα φανταστικό μουσείο γεμάτο αριστουργήματα. Λεπτομέρεια από τον "Κήπο των Απολαύσεων" .

Αυτό που με εντυπωσίασε στο μουσείο είναι ότι κανένας από τους φύλακες (οι οποίοι ήταν κολλημένοι στο κινητό τους, άπαντες) δεν μιλούσε αγγλικά.
Αυτό που με εντυπωσίασε στο μουσείο είναι ότι κανένας από τους φύλακες (οι οποίοι ήταν κολλημένοι στο κινητό τους, άπαντες) δεν μιλούσε αγγλικά.

 

 

Το μουσείο έχει τα πιο γνωστά έργα του Γκόγια (την «Οικογένεια του Καρόλου του 4ου», τη «Γυμνή Μάγια» δίπλα στην «ντυμένη», τον «Θερισμό το Καλοκαίρι», το «Παρασόλι»), αλλά αυτά που είναι τα πιο προσωπικά του και μάλλον τα καλύτερα απ' όλα είναι οι 14 πίνακες που βρίσκονται στο ισόγειο του μουσείου, στις αίθουσες 64-67, οι Μαύροι Πίνακες. Τους ζωγράφισε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, από το 1819 μέχρι το 1823, όταν σε ηλικία 72 ετών μετακόμισε σε ένα σπίτι έξω από τη Μαδρίτη, στις όχθες του ποταμού Μανθανάρες, που ονομαζόταν «Η έπαυλη του κουφού» (Quinta del Sordo). Το σπίτι είχε ήδη ονομαστεί από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη που ήταν κουφός, αλλά και ο Γκόγια ήταν σχεδόν κουφός όταν μετακόμισε, εξαιτίας μιας αρρώστιας που τον είχε ταλαιπωρήσει λίγο πριν από τα 50. Τα χρόνια στην Έπαυλη του Κουφού ήταν μια περίοδος που ο καλλιτέχνης δεν ήταν και στα καλύτερά του από ψυχολογικής άποψης: είχε βιώσει τους Ναπολεόντειους Πολέμους και τον εμφύλιο που μάστιζε την Ισπανία, συν δυο αρρώστιες που κόντεψαν να του κοστίσουν τη ζωή, και είχε γίνει υποχόνδριος, αγχωτικός, με κρίσεις πανικού. Έτσι, απομονώθηκε στο νέο του σπίτι, απογοητευμένος από τους ανθρώπους. Ο ψυχικός του κόσμος και η διάθεσή του φαίνονται στους σκοτεινούς, τρομακτικούς πίνακες που ζωγράφισε με λάδι απευθείας στους τοίχους του σπιτιού για τον εαυτό του και προφανώς δεν είχε σκοπό να τους εκθέσει δημοσίως. Σε κανέναν δεν έδωσε τίτλο, τους σημερινούς τους έδωσαν οι ιστορικοί τέχνης τα επόμενα χρόνια. 

 

Στον τοίχο της τραπεζαρίας ζωγράφισε τον πιο γνωστό από τους Μαύρους Πίνακες, τον Κρόνο να καταβροχθίζει τον γιο του με μια αγριότητα που σε ξαφνιάζει, σε μαύρο φόντο, με το κεφάλι και τα πόδια του Κρόνου να ξεπροβάλουν από τα σκοτάδια, με μάτια γουρλωμένα και λευκά που τονίζουν την τρέλα και το κεφάλι του παιδιού και το δεξί χέρι μισοφαγωμένα. Το μόνο που έχει χρώμα μέσα στη μαυρίλα και τη νεκρική απόχρωση του άψυχου σώματος είναι η ματωμένη σάρκα. Ο Γκόγια έτρωγε έχοντας αυτή την εικόνα να του ανοίγει την όρεξη. Ανάμεσα στην αγριότητα και στη βιαιότητα των υποβλητικών έργων όπως το «Σάββατο των Μαγισσών» ή η «Μάχη με τα ρόπαλα» υπάρχει ένας μακρόστενος πίνακας στα χρώματα του σταχυού και του χώματος που δείχνει έναν μικρό μαύρο σκύλο να επιπλέει στο νερό, χαμένο στην απεραντοσύνη της εικόνας. Ο πίνακας που ο Antonio Saura έχει χαρακτηρίσει ως «την πιο όμορφη εικόνα στον κόσμο», «Ο Σκύλος», έχει μια συγκλονιστική απλότητα, με τον σκύλο παραδομένο στη μοίρα του, τη μουσούδα ανεβασμένη και τα αυτιά κατεβασμένα, πασχίζοντας να επιζήσει. Διαφέρει από τους υπόλοιπους, αν και είναι το ίδιο στενόχωρος και θλιμμένος.

 

Οι πίνακες μεταφέρθηκαν σε καμβά 50 χρόνια μετά την αποχώρηση του Γκόγια από την Ισπανία. Έφυγε το 1824, μετά την εγκαθίδρυση της απολυταρχικής μοναρχίας στην Ισπανία με τον Φερδινάνδο τον 7ο, κι εγκαταστάθηκε στο Μπορντό της Γαλλίας, όπου και έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο νέος ιδιοκτήτης της Έπαυλης του Κουφού, ο βαρόνος Emile d' Erlanger, δώρισε του πίνακες στο ισπανικό κράτος το 1881 και από τότε εκτίθενται στο Μουσείο ντελ Πράδο.

 

Μάχη με ρόπαλα (Duelo a garrotazos), από τους Μαύρους Πίνακες του Γκόγια.
Μάχη με ρόπαλα (Duelo a garrotazos), από τους Μαύρους Πίνακες του Γκόγια.

Το Σάββατο των Μαγισσών, από τους Μαύρους Πίνακες του Γκόγια.
Το Σάββατο των Μαγισσών, από τους Μαύρους Πίνακες του Γκόγια.

Η γυναίκα με τα μούσια, Jusepe de Ribera, 1631.
Η γυναίκα με τα μούσια, Jusepe de Ribera, 1631.

 

Στο μεταξύ, μετά την ολοκλήρωση μιας μελέτης πάνω στους Μαύρους Πίνακες, ο καθηγητής τέχνης Juan José Junquera αμφισβητεί τη γνησιότητά τους. Το σπίτι που κληρονόμησε ο εγγονός του Γκόγια, ο Μαριάνο, περιγράφεται στο συμβόλαιο ως μονώροφο, ο δεύτερος όροφος προστέθηκε μετά τον θάνατο του Γκόγια, και οι Μαύροι Πίνακες βρέθηκαν και στους δύο ορόφους του κτιρίου. Ο Janquera επίσης υποστηρίζει πως δεν υπάρχει καμία αναφορά στους Μαύρους Πίνακες από συγχρόνους του Γκόγια. Σύμφωνα με τον καθηγητή, «οι πίνακες πιθανόν να είναι έργα του γιου του Γκόγια, Javier, που είχε πλήρη πρόσβαση στην έπαυλη και γνώριζε το έργο και την τεχνική του μεγάλου ζωγράφου. Παρουσιάστηκαν ως πίνακες του Γκόγια από τον γιο του Javier, Mariano, ο οποίος περιγράφεται ως διεφθαρμένος ή ίσως ο ίδιος ο Javier να χρησιμοποίησε τους πίνακες (ακόμα και αν δεν τους ζωγράφισε ο ίδιος) για να πετύχει μια καλύτερη τιμή για το σπίτι».

 

Και ο «Σκύλος» είναι έργο του δεύτερου ορόφου. Ακόμα και αν δεν είναι του ίδιου του Γκόγια, η καλλιτεχνική του αξία παραμένει η ίδια. Δεν έχει καμία σημασία η υπογραφή.

 

Ο "Σκύλος", ο πίνακας που ο Antonio Saura έχει χαρακτηρίσει ως «την πιο όμορφη εικόνα στον κόσμο»
Ο "Σκύλος", ο πίνακας που ο Antonio Saura έχει χαρακτηρίσει ως «την πιο όμορφη εικόνα στον κόσμο»

 

Κατά τ’ άλλα, χαζεύοντας τους πίνακες με τα πορτρέτα του οίκου των Αψβούργων, πρόσεξα ότι όλοι οι άντρες έχουν προγναθισμό, σε σημείο να θυμίζουν τον Άβερελ από τους Ντάλτον. Και όντως, είχαν όλοι παραμορφωμένο σαγόνι, το βρήκα κάνοντας google σε ένα θέμα από το «Βήμα» για την αιτία που τους εξαφάνισε (την αιμομιξία, η οποία ήταν υπεύθυνη και για τις σωματικές παραμορφώσεις): «Υπέφεραν, επίσης, από συχνότερη εμφάνιση σωματικών παραμορφώσεων, το καλύτερο παράδειγμα των οποίων αποτελεί ο διάσημος “προγναθισμός των Αψβούργων”». Λέγεται ότι η γλώσσα του Καρόλου Β' ήταν τόσο μεγάλη για τη στοματική του κοιλότητα, που δυσκολευόταν να μιλήσει και του έτρεχαν σάλια. Είχε υπερβολικά μεγάλο κεφάλι, εντερικές διαταραχές, σπασμούς και, σύμφωνα με την πρώτη του σύζυγο, πρόωρη εκσπερμάτιση. «Μέχρι την ηλικία των τεσσάρων ετών δεν ήταν σε θέση να μιλήσει και μέχρι τα οκτώ δεν ήταν σε θέση να περπατήσει. Ήταν κοντός, αδύναμος και αρκετά αχαμνός και λεπτός. Τον περιέγραφαν ως άτομο με ελάχιστο ενδιαφέρον για το περιβάλλον του», λέει ο καθηγητής Άλβαρεθ. «Έδειχνε γέρος όταν ήταν 30 ετών, έπασχε από οιδήματα στα πόδια, τα χέρια, την κοιλιά και το πρόσωπο. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της ζωής του μόλις που μπορούσε να σταθεί όρθιος και υπέφερε από παραισθήσεις και σπασμούς».

 

Αυτά δεν φαίνονται στους πίνακες προφανώς, γιατί οι ζωγράφοι το ήθελαν το κεφάλι τους (έπεφτε φουλ το photoshop), αλλά έχει ενδιαφέρον να μαθαίνεις γιατί ήταν όλοι τόσο άσχημοι. 

 

Στη Μαδρίτη έχει πιο πολλά φαρμακεία απ’ ό,τι ψιλικατζίδικα και σε κάθε οικοδομικό τετράγωνο υπάρχει και ένα πολυ-οδοντιατρείο. Έχει πιο πολλά φαρμακεία ακόμα και από την Αθήνα. Στον δρόμο για το Botin (το οποίο σήμερα λέγεται Sobrino de Botin) μετρήσαμε πάνω από 20 – θα πρέπει να είναι τα πιο δημοφιλή μαγαζιά της Μαδρίτης (απ' όσα ήταν ανοιχτά).  

 

Το Botin είναι (για το βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες) το πιο παλιό εστιατόριο του κόσμου, με συνεχή λειτουργία, σερβίροντας σχεδόν το ίδιο μενού –ψητό γουρουνόπουλο γάλακτος (τόσο μικρό, που ένα γουρουνάκι βγάζει το πολύ τέσσερις μερίδες)– και παλιές καστιλιάνικες συνταγές. Στο μαγαζί που αναφέρει ο Χέμινγουεϊ στο βιβλίο του «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά», και στο οποίο δούλεψε για λίγο ο Γκόγια ως λαντζέρης, συρρέουν οι τουρίστες με τη σέσουλα και όλοι οι οδηγοί συστήνουν να κάνεις κράτηση πριν πας. Φαντάζομαι, εννοούν το βράδυ και τα Σαββατοκύριακα. Εμείς πήγαμε Πέμπτη μεσημέρι και βρήκαμε θέση αμέσως. Το κρέας είναι μαλακό και καλοψημένο, αλλά πληρώνεις και την ιστορία του μαγαζιού: κάνει σχεδόν 25 ευρώ η μερίδα, δηλαδή για τα ελάχιστα θέλεις 40 ευρώ το άτομο. Στο ισόγειο και σε δημόσια θέα ψήνουν τα γουρουνόπουλα σε ξυλόφουρνο, σε ταβάδες, ολόκληρα ή κομμένα στη μέση, και, φεύγοντας, μένεις με την εικόνα της γενοκτονίας και του μακελειού.   

 

(συνεχίζεται)

 

Το Botin είναι (για το βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες) το πιο παλιό εστιατόριο του κόσμου, σερβίροντας σχεδόν το ίδιο μενού –ψητό γουρουνόπουλο γάλακτος (τόσο μικρό, που ένα γουρουνάκι βγάζει το πολύ τέσσερις μερίδες)– και παλιές καστιλιάνικες συνταγές.
Το Botin είναι (για το βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες) το πιο παλιό εστιατόριο του κόσμου, σερβίροντας σχεδόν το ίδιο μενού –ψητό γουρουνόπουλο γάλακτος (τόσο μικρό, που ένα γουρουνάκι βγάζει το πολύ τέσσερις μερίδες)– και παλιές καστιλιάνικες συνταγές.

Στο Botin.
Στο Botin.

Στο Botin.
Στο Botin.