Στο Centro de Arte Reina Sofia (το μουσείο σύγχρονης τέχνης της Μαδρίτης) φτάσαμε σχεδόν εξαντλημένοι από το ταξίδι, τις βόλτες στο κέντρο και την ανυπόφορη ζέστη –σε μια πόλη που χαίρεσαι να την περπατάς: τεράστιοι δρόμοι, άπλα, πάρκα, ωραία κτήρια, όμορφος κόσμος, πεντακάθαρος και μοσχομυριστός. Αν κάποιος βρωμάει, σίγουρα δεν είναι madrileňo. Οι γιαγιάδες και οι παππούδες που κάθονταν το πρωί και αργά το απόγευμα στα παγκάκια κόβοντας την κίνηση ήταν φρέσκοι και παρφουμαρισμένοι, στο δρόμο και στο μετρό οι άνθρωποι μοσχοβόλαγαν καθαριότητα, νέοι, γέροι, μου έκανε μεγάλη εντύπωση η μυρωδιά τους. Οι μυρωδιές γενικώς. Η Μαδρίτη έχει γύρω στα 15 χιλιάδες μαγαζιά που σερβίρουν τάπας, οπότε η σκορδίλα και η μυρωδιά του τηγανητού μπακαλιάρου και του καλαμαριού είναι διάχυτες παντού, ακόμα και μέσα στα μουσεία, στις αγορές και στα πάρκα -περνάς έξω από μικροσκοπικά μπαρ και οι ευωδιές σε τρελαίνουν.

 

Το μουσείο μοντέρνας τέχνης που μέχρι τον 18ο αιώνα ήταν νοσοκομείο και σήμερα είναι ένα σύμπλεγμα τριών κτηρίων από γρανίτη, με λευκούς τοίχους και γυάλινα ασανσέρ που σε ανεβάζουν μέχρι τον τέταρτο όροφο, δημιουργώντας την αίσθηση ότι αιωρείσαι στο χάος, περιέχει ένα σωρό ονόματα της ισπανικής σύγχρονης τέχνης: Juan Gris, Jorge Oteiza, Pablo Gargallo, Julio Gonzales, Eduardo Chillida, Antoni Tàpies δίπλα σε Γκόγια, σε Νταλί, Μιρό και Πικάσο. Μοντερνισμός, κονστρουκιβισμός, κυβισμός, ντανταϊσμός, σουρεαλισμός, εξπρεσιονισμός, μινιμαλισμός, οι –ισμοί σε όλο τους το μεγαλείο και σε παρέλαση η εξέλιξη της μοντέρνας τέχνης. Η «Γκερνίκα» του Πικάσο είναι το πιο δημοφιλές από τα εκθέματα, τεράστια, εντυπωσιακή, ένας καμβάς  3,54 x 7,82 μέτρων για «την απανθρωπιά, τη βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου», στη μόνη αίθουσα που γίνεται λαϊκό προσκύνημα, ειδικά μετά τις 7 το απόγευμα που το μουσείο είναι δωρεάν.

 

 

 

Εκτός από τα γλυπτά και τους πίνακες το μουσείο έχει μια μεγάλη συλλογή από ταινίες, από τα πρώτα φιλμ των Lumiere Brothers μέχρι σημερινά αφαιρετικά βίντεο, που προβάλλονται σε μικρές αίθουσες σε κάθε όροφο. Εντελώς τυχαία, σε μια αίθουσα που καθίσαμε εξαντλημένοι από το περπάτημα, παιζόταν το Las Hurdes: Land Without Bread, το μοναδικό ντοκιμαντέρ που γύρισε ο Luis Buňuel το 1933, το οποίο ακόμα και σήμερα προκαλεί την οργή των κατοίκων της μικρής ορεινής πόλης La Alberca, την ζωή των οποίων κατέγραψε πριν από 83 χρόνια με τρόπο υπερβολικό και σκληρό. Το 27λεπτο εθνογραφικό ντοκιμαντέρ, ένα είδος που ήταν πολύ δημοφιλές εκείνη την εποχή- είναι η πρώτη ταινία που γύρισε ο Bunuel χωρίς τη συνεργασία του Νταλί, με σοκαριστικές λεπτομέρειες που σήμερα, σε μια περίοδο που η πολιτική ορθότητα έχει φτάσει στα άκρα, πολύ πιθανό να την μπλόκαραν οι φιλοζωϊκές οργανώσεις. Οι ορεσίβιοι κάτοικοι της περιοχής Las Hurdes ζούσαν σε συνθήκες πρωτόγονες και απάνθρωπες, δεν είχαν ρεύμα, δεν είχαν δρόμους (το χωριό συνδεόταν με τον πολιτισμένο κόσμο μόνο με ένα μονοπάτι), ήταν παραμορφωμένοι από τις αιμομιξίες, υποσιτισμένοι, με τα παιδιά να πεθαίνουν από τις αρρώστιες και την πείνα. Η εξαθλίωση που καταγράφει ο Bunuel είναι αδιανόητη. «Αυτά τα άχαρα βουνά με γοήτευσαν, το ίδιο και η φτώχια και η εξυπνάδα των κατοίκων» έγραφε μετά από χρόνια, «με εξέπληξαν με την λυσσώδη προσκόλλησή τους στην άγονη γη, την ‘άψωμη’. Το φρέσκο ψωμί ήταν κάτι που δεν το είχαν ούτε καν ακούσει, μόνο κανένα ξερό καρβέλι έφτανε μέχρι εκεί, που έφερνε μαζί του κάποιος που γύρναγε από την Ανδαλουσία». Κι ο τόπος χωρίς ψωμί είναι ένας τόπος χωρίς Θεό, αυτό δηλαδή που κατάφερε να δείξει στην ταινία του σε τέτοιο βαθμό, που γίνεται ενοχλητική η παρακολούθησή της. Στην αρχή, σε μια αιματηρή τελετουργία που συνδέεται με το γάμο, οι γαμπροί, τρέχοντας πάνω σε άλογα, προσπαθούν να κόψουν -τραβώντας το με το χέρι- το κεφάλι ενός κόκορα που κρέμεται δεμένος (και ζωντανός) στην πλατεία του χωριού. Στη συνέχεια, μια κατσίκα πέφτει και γκρεμοτσακίζεται (εντελώς αληθινά) στο απότομο μονοπάτι –μάλιστα, μια μελέτη για την ταινία αναφέρει ότι κάποιος την πυροβολεί για να τραυματιστεί και να είναι σίγουρη η πτώση της. Και το αποκορύφωμα: ένας γάιδαρος θυσιάζεται για τη σκηνή με τις μέλισσες (τον αλείφουν με μέλι και τον αφήνουν στο έλεος των επιθετικών εντόμων που τον τσιμπούν μέχρι θανάτου). Το εξωφρενικό είναι ότι ενώ οι εξαθλίωση των ανθρώπων παρουσιάζεται με απάνθρωπες λεπτομέρειες, αυτό που σοκάρει είναι η θυσία των ζώων, -βγαίνοντας από την αίθουσα αισθανόμουν παράξενα για την εξοικείωση με την ανθρώπινη δυστυχία και τον πόνο -σε βαθμό που σού ναρκώνει τα συναισθήματα.
Αυτή είναι ολόκληρη η ταινία:

 

 

Μετά τη στάση για πηχτή σοκολάτα και churros στην περίφημη San Gines, την σοκολατερία που βρίσκεται κοντά στην πλατεία Sol από το 1894, πήγαμε στο Κοιμητήριο του Σαν Αντόνιο Δε Λα Φλόριδα, όπου υπάρχει ο τάφος του Γκόγια. Ο Γκόγια είναι θαμμένος εκεί ακέφαλος, το κεφάλι του αγνοείται, κάποιος το έκλεψε στο Μπορντό όπου πέθανε αυτοεξόριστος. Η νεοκλασική εκκλησία που χτίστηκε λίγο πριν το τέλος του 18ου αιώνα από τον Ιταλό Φρανσίσκο Μοντάνα δεν έχει, φυσικά, ενδιαφέρον για τον τάφο του Γκόγια, αλλά για τον εκπληκτικό θόλο που έχει ζωγραφίσει χρηματοδοτούμενος από τον βασιλιά Κάρολο τον IV και δείχνει τον Άγιο Αντώνιο της Padua να ανασταίνει έναν νεκρό άντρα. Απίθανα «φρέσκο» που έχουν συντηρηθεί πρόσφατα και αρκετά τολμηρά για την εποχή τους –οι φιγούρες είναι όλες ντυμένες με σύγχρονα ρούχα (της εποχής του Γκόγια) και παραείναι φυσικές για θρησκευτική τοιχογραφία. Δίπλα στο νεκρό, αυτός με τον μαύρο μανδύα είναι ο ίδιος ο ζωγράφος. Η είσοδος στο Κοιμητήριο είναι δωρεάν και δεν έχει ποτέ κόσμο γιατί ελάχιστοι οδηγοί τον αναφέρουν ως αξιοθέατο.

 

Εκτός από την εικονογράφηση του Γκόγια, τo Κοιμητήριο του Αγίου Αντωνίου είναι γνωστό για μια τελετή που γίνεται κάθε χρόνο στις 13 Ιουνίου, κατά την οποία οι γυναίκες που ψάχνουν σύντροφο έρχονται να προσευχηθούν και να κάνουν το πείραμα με τις 13 καρφίτσες: αν κάποια καρφωθεί στο δάχτυλό τους είναι σίγουρο ότι θα παντρευτούν μέχρι την επόμενη γιορτή. Είναι επίσης γνωστό για την «ταφή της σαρδέλας», άλλη μια τελετή που σημαίνει το τέλος του Καρναβαλιού (και ζωγράφισε ο Γκόγια στον ομώνυμο πίνακα).     

 

Τα churros στην San Gines υποτίθεται ότι είναι τα καλύτερα στην πόλη, αλλά στην πραγματικότητα είναι τηγανητά μακρουλά κομμάτια ζύμης σαν πελώριοι λουκουμάδες (μόνο που οι λουκουμάδες είναι αντικειμενικά πολύ καλύτεροι). Οι ντόπιοι τα τρώνε από συνήθεια και οι τουρίστες επειδή επιβάλλεται να φωτογραφηθούν μπουκωμένοι με ένα τσούρο. Η αλήθεια είναι ότι και να μην δοκιμάσεις τσούρος στη Μαδρίτη, δεν χάνεις και τίποτα. Το καλύτερο που σερβίρει η San Gines είναι παγωτό.

 

 

 

Τα γλυκά της Μαδρίτης δεν είναι και να τρελαίνεσαι, κανένα από όσα δοκιμάσαμε δεν συγκρίνεται με τα γλυκά του Παρισιού ή της Ρώμης (δυο πόλεις που θυμίζει αρκετά). Παρόλο που όποιον ντόπιο κι αν ρωτήσεις θα σε στείλει στην La Mallorquina, το παλιό ζαχαροπλαστείο της πλατείας Sol, το καλύτερο γλυκό το φάγαμε σε έναν μικρό φούρνο που έφτιαχνε pasteles de belem, τις εκπληκτικές μικροσκοπικές τάρτες που δεν υπάρχουν στα μεγάλα ζαχαροπλαστεία επειδή είναι γλυκό των Πορτογάλων. Ούτε τα γλυκά των μοναστηριών -τα οποία μου περιέγραφε ως ανεπανάληπτα μια Αγγλίδα food blogger- έλεγαν και πολλά. Στην καλύτερη των περιπτώσεων ήταν μέτρια, σαν βουτήματα κακού συνοικιακού ζαχαροπλαστείου, σχεδόν άγευστα μπισκότα και κουλούρια και εντελώς αδιάφορα αμυγδαλωτά. Η παλαιότητα των συνταγών και το γεγονός ότι τα φτιάχνουν καλόγριες δεν προσθέτουν καμιά νοστιμάδα.

 

Αντιθέτως, το φαγητό στη Μαδρίτη είναι πολύ καλό. Και όχι μόνο σε χιψτερομάγαζα όπως το StreetXO του David Muňoz που έχει τρία αστέρια μισελέν -στο οποίο τρως με 25 ευρώ εξαιρετικά τάπας εμπνευσμένα από την ασιατική κουζίνα, μιλάμε για μικρά μπαρ που σερβίρουν εδώ και χρόνια απίθανα παραδοσιακά πιάτα, αλλά δεν θα αξιωθούν ποτέ με αστέρια και διακρίσεις. Σε ένα από αυτά, στην περιοχή της υπαίθριας αγοράς El Rastro η οποία κάθε Κυριακή πρωί σφύζει από ζωή ακόμα και τον Αύγουστο, δοκιμάσαμε ortiguillas de mar, θαλάσσιες ανεμώνες (τις οποίες τις λένε και ortiguillas de Cadiz, από τον κόλπο που τις μαζεύουν), μαριναρισμένες σε ξίδι και τηγανισμένες σε κουρκούτι, σαν κροκέτες με έντονη γεύση θάλασσας. Η ηλικιωμένη κυρία που είχε το μαγαζί δεν ήξερε γρι αγγλικά και δεν μπορούσε να μας δώσει πληροφορίες, αλλά μας έστειλε στην αγορά Mercado de San Miguel, τον νιρβάνα των γκουρμέ δίπλα στην Plaza Mayor, με δεκάδες μικρά και εξειδικευμένα μαγαζάκια να πουλάνε σε πάγκους μια τεράστια ποικιλία από τάπας, από κάθε είδους ψαρικά και θαλασσινά μέχρι τυριά, αλλαντικά και μπακαλιάρο μαγειρεμένο με ένα σωρό τρόπους. Ανεμώνες της θάλασσας δεν ξαναβρήκαμε, αλλά ανάμεσα στους αχινούς, τα καβούρια, τα στρείδια και τα χτένια υπήρχαν κάτι περίεργα οστρακοειδή που οι Ισπανοί ονομάζουν percebes και μοιάζουν με εξωγήινα όντα. Ή σαν πόδι δεινόσαυρου. Τα percebes οι Άγγλοι τα λένε goose barnacles, ενώ στα ελληνικά μεταφράζονται ως βάλανοι ή βαλανόστρακα –έτσι μοιάζουν όταν φύγει το κέλυφος και εμφανιστεί η τρυφερή, κυλινδρική σάρκα. Μαγειρεμένα θυμίζουν κάτι ανάμεσα σε χταπόδι και αστακό, με το στόμα σου να γεμίζει με τη γεύση του ωκεανού. Και τη στιγμή που τσιμπάς το μαλακό κέλυφος για να αποκαλυφθεί η σάρκα, μια ριπή νερού σε πιτσιλάει στο πρόσωπο ή στο στήθος. Μια γευστική εμπειρία που έχει μεγάλη δόση χυδαιότητας και σε κάνει να χαμογελάσεις. Στον απέναντι πάγκο τα σέρβιραν με σκορδάτη σάλτσα.

 

 

 

Η αγγλική τους ονομασία, «goose barnacle», προέρχεται από τον μεσαίωνα, πριν οι άνθρωποι αντιληφθούν ότι τα πουλιά μεταναστεύουν. Αφού κανείς στην Ευρώπη δεν είχε δει ποτέ χήνες να φωλιάζουν και να γεννούν αυγά (ζευγαρώνουν στην Αρκτική) παρά μόνο στη θάλασσα όπου έβλεπαν και τα μικρά αυτά μαλακόστρακα, πίστευαν ότι τα percebes ήταν οι μικρές χήνες πριν μεταμορφωθούν σε πουλιά και αρχίσουν να πετούν. Έτσι η λάθος ονομασία τους έμεινε για πάντα. Τα βρίσκεις κολλημένα στα βράχια σε ολόκληρες αποικίες, όπως τα μύδια.

 

Κατά τ' άλλα, τάπας παντού. Είναι κουλτούρα, είναι γαστρονομική πανδαισία, είναι τρόπος ζωής. Τα σερβίρουν σε μία ολόκληρη Ιβηρική χερσόνησο, από τον βορά μέχρι το νότο σε τεράστια ποικιλία, με πολύ ειδικές και περίεργες γεύσεις, ακόμα και αν έχουν πλέον ομογενοποιηθεί και τουριστικοποιηθεί για να ταιριάζουν στα γούστα του ανίδεου. Τα tapeos είναι οι χώροι όπου οι Ισπανοί συναντιούνται και αντανακλούν την ισπανική προσέγγιση για τη ζωή. Σε μια χώρα που η σπιτική διασκέδαση είναι ασυνήθιστη τα tapa bars λειτουργούν de facto ως καθιστικά όπου οι άνθρωποι διασκεδάζουν, χαλαρώνουν, συναντούν φίλους, βλέπουν αγώνες ποδοσφαίρου, πίνουν το ποτό τους. Στα μικρά χωριά το τοπικό μπαρ ή το καφέ είναι ακόμα πιο σημαντικά, κάτι σαν τα ελληνικά καφενεία μέχρι πριν τα ’90s. Οι βόλτες στο paseo τα βράδια είναι μια τελετουργία, ένα τελετουργικό σουλάτσο χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, απλά ένα πέρασμα από την τοπική ταβέρνα, από δύο ταβέρνες ή περισσότερες. Κάτι σαν μπαρότσαρκα. Σε κάθε στάση παραγγέλνεις ένα συγκεκριμένο πιάτο, την σπεσιαλιτέ του μαγαζιού, με ένα ποτήρι μπίρα ή κρασί. Οι Ανδαλουσιανοί δεν στέκονται στο μπαρ, κάθονται σε τραπέζι και γευματίζουν κανονικά, ενώ τα τάπας στο βορά είναι κάτι σαν ορεκτικό πριν το κύριο δείπνο.

 

Τα τάπας έχουν μεγάλη ιστορία και υπάρχουν διάφορες εκδοχές για το πώς άρχισαν να γίνονται δημοφιλή. Μία λέει ότι ο Καστιλιάνος βασιλιάς Αλφόνσο X El Sabio υπέφερε από μια αρρώστια και ο γιατρός του τον συμβούλεψε να τρώει πολλά μικρά γεύματα την ημέρα, συνοδεία κρασιού. Μόλις έγινε καλά, έδωσε εντολή στις ταβέρνες να σερβίρουν μικρά πιάτα με μεζέδες μαζί με το κρασί. Ο Θερβάντες στον Δον Κιχώτη τα αναφέρει σαν llamativos, μεζεδάκια που είχαν σκοπό να ανοίξουν την όρεξη ή να μεγαλώσουν τη δίψα. Η πιο πιστευτή ιστορία πάντως λέει ότι τα τάπας όπως τα ξέρουμε κατάγονται από την Ανδαλουσία του 19ου αιώνα, όπου τοποθετούσαν μικρά πιατάκια πάνω στα ποτήρια για να εμποδίσουν τις μικρές μύγες να πέσουν μέσα στο κρασί. Μετά έβαλαν έναν μικρό μεζέ μέσα στο πιάτο γιατί κάποιος πρόσεξε ότι έτσι αυξανόταν η ποσότητα του ποτού που κατανάλωναν. Και ήταν δωρεάν, όπως ακόμα σε ελάχιστα μπαρ της νότιας Ισπανίας. Κάτι σαν τα τσιπουράδικα του Βόλου. Σήμερα τα τάπας σπάνια είναι δωρεάν αλλά υπάρχουν πάνω από χίλια διαφορετικά πιάτα και κάθε περιοχή, πόλη και μπαρ έχουν τις δικές τους σπεσιαλιτέ, από ψητά χτένια μέχρι γεμιστές πιπεριές και μπακαλιάρο με χυμό νεραντζιού. Υπάρχουν και γαστρονομικοί διαγωνισμοί που γίνονται κάθε χρόνο για τα πιο ευφάνταστα και πρωτότυπα πιάτα, ο πιο σημαντικός είναι αυτός που γίνεται κάθε Νοέμβριο από την Διεθνή Σχολή Μαγειρικής στην Valladolid. Tapas λένε και το πιο σημαντικό γαστρονομικό περιοδικό της Ισπανίας. Στο τελευταίο (αγγλόφωνο) τεύχος τα έχει βάλει με τα αστέρια μισελέν (No More Michelin, Sorry but here’s what we really think of their guide είναι ο τίτλος του άρθρου) και έχει ένα εξαιρετικό θέμα για το γκουρμέ φαγητό στο Αλκατράζ…

 

(συνεχίζεται)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Percebes.
Percebes.

Pasteles de belem.
Pasteles de belem.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Θαλάσσιες ανεμώνες.
Θαλάσσιες ανεμώνες.

Και θαλάσσιες ανεμώνες τηγανητές.
Και θαλάσσιες ανεμώνες τηγανητές.

Βαλανόστρακα.
Βαλανόστρακα.