Δύο άντρες προσπαθούν να ζεσταθούν δίπλα σε μια αυτοσχέδια φωτιά. Δεν τουρτουρίζουν μόνο αυτοί αλλά και εμείς: έχει, βλέπετε, πολύ κρύο, αληθινό όχι θεατρικό, αφού η τεράστια συρόμενη θύρα της αίθουσας υποχώρησε με την έναρξη της παράστασης, αφήνοντάς μας εκτεθειμένους στον χωματόδρομο αλλά και στον βραδινό ουρανό. Χώμα και άστρα: οι δύο άξονες του έργου χαράσσονται από την πρώτη στιγμή.


Οι φλόγες ξεπηδούν μετά μανίας από το τενεκεδένιο βαρέλι φωτίζοντας ελαφρά το σκοτάδι. Δύο εργάτες, ο Βασίλης (Β. Μπισμπίκης) και ο Λένος (Δημ. Δρόσος), ετοιμάζονται να κοιμηθούν. Σε λίγες ώρες θα πιάσουνε δουλειά στο μηχανουργείο που βρίσκεται εκεί κοντά. Δεν βλέπουμε τα πρόσωπα των ηθοποιών, γρήγορα όμως η σχέση του ασυνήθιστου αυτού ζεύγους ξεδιπλώνεται με θέρμη.

 

Ο σκηνοθέτης Βασίλης Μπισμπίκης και οι ηθοποιοί του όχι μόνο παίζουν πολύ καλά, αλλά καταφέρνουν να μετατρέψουν το κείμενο του νομπελίστα συγγραφέα (διασκευασμένο από τον ίδιο για το θέατρο το 1937) σε μια υπόθεση που μας αφορά συλλογικά, στο σήμερα, στην Ελλάδα που αγωνίζεται χωρίς ελπίδα και όπου η μοναδική έξοδος είναι μια αυτοσχέδια τρύπα στον γκρεμισμένο τοίχο του μηχανουργείου, από την οποία βγαίνεις, όπως και όλοι οι ηθοποιοί, σκύβοντας το κεφάλι.


Η τρυφερότητα που τους τυλίγει σ' έναν άρρηκτο δεσμό, η πατρική ανησυχία του Βασίλη για τον αθώο σύντροφό του που έχει νοητική υστέρηση, το ποντικάκι που ο τελευταίος έπνιξε κατά λάθος αλλά επιμένει να κουβαλάει στην τσέπη του για να χαϊδεύει κάτι μαλακό, ο θυμός του Βασίλη, το ξέσπασμα που καταλαγιάζει δίνοντας εκ νέου θέση στην οικειότητα και το νοιάξιμο, ο τρόπος που ο «μεγάλος» ταΐζει φασόλια τον «μικρό» από μια κονσέρβα, τα προσωπικά τους «παραμύθια» και αστεία, η φυσικότητα με την οποία γέρνει ο ένας πάνω στον άλλο για να ξεκουραστούν, τα όνειρα για ένα καλύτερο μέλλον, ένα δικό τους κτήμα, γεμάτο κουνέλια «χνουδωτά και ξεχνούδωτα», κότες και πολλά περιστέρια, μια ζωή χωρίς αφεντικά και στερήσεις, όπου οι άνθρωποι δεν ξεθεώνονται για τριακόσια ευρώ το μήνα και οι πτωχοί τω πνεύματι δεν έχουν κανέναν να φοβηθούν καθώς πλαγιάζουν αγκαλιά με τα ζωάκια τους.

 

Ο μικρόκοσμος του μηχανουργείου αποκτά σταδιακά σάρκα και οστά ενώπιόν μας. Φωτο: Γιώργος Καπλανίδης
Ο μικρόκοσμος του μηχανουργείου αποκτά σταδιακά σάρκα και οστά ενώπιόν μας. Φωτο: Γιώργος Καπλανίδης


Το εναρκτήριο αυτό δεκάλεπτο είναι ένα αριστούργημα από μόνο του – τόσο μεγάλη ικανοποίηση προσφέρει στον θεατή. Όταν ολοκληρώνεται, μεταφερόμαστε στη διπλανή αίθουσα, όπου ο θορυβώδης πυρετός ενός εργαστηρίου οξυγονοκόλλησης βρίσκεται ήδη σε απρόσκοπτη εξέλιξη.

 

(Ξανα)παίρνουμε τις θέσεις μας. Ο Βασίλης και ο Λένος πιάνουν δουλειά. Ο μικρόκοσμος του μηχανουργείου αποκτά σταδιακά σάρκα και οστά ενώπιόν μας.

 

Γνωρίζουμε τους ήρωες: τον Γιώργο –που τον φωνάζουν Γέρο– με το κομμένο χέρι, τον Μάνο που έχει κάνει δέκα χρόνια φυλακή αλλά είναι «σπαθί», το Αφεντικό που έχει εμμονή με τη νεαρή υπερσέξι σύζυγό του, τη Νικολέτα, που κάνει τους εργάτες ν' αναστενάζουν κάθε φορά που εμφανίζεται, τον ευέξαπτο, ετοιμοπόλεμο Θάνο, τον Τούρκο που κανένας δεν του μιλάει και ζει απομονωμένος σ' ένα δωματιάκι γεμάτο βιβλία και καημούς. Ποιοι είναι τελικά οι άνθρωποι και ποια τα ποντίκια;

 

Ένας κόσμος όπου το γέρικο σκυλί πρέπει να εξοντωθεί, η γυναίκα πρέπει να φροντίζει να μην προκαλεί κι ο μετανάστης να μένει μουλωχτός στη γωνιά του. Ένας κόσμος ασφυκτικός, γεμάτος με απογοήτευση και φόβο, εργασιακή ανασφάλεια, εκρήξεις ρατσισμού και σεξισμού.


Ένας κόσμος όπου το υπερχείλισμα τεστοστερόνης μετασχηματίζεται ενίοτε σε μια γλυκιά συντροφικότητα, που απαλύνει τον εφιάλτη των έγκλειστων εργατών. Εκεί όπου οι παραπεταμένοι της κοινωνίας μπορούν να έχουν το θάρρος να φαντάζονται ένα καλύτερο αύριο κι ας ξέρουν ενδόμυχα ότι οι πιθανότητες υλοποίησής του είναιελάχιστες.

 

Η σκηνή όπου ο Λένος, ο Τούρκος, ο Γέρος και ο Βασίλης –ένας άνθρωπος με νοητική υστέρηση, ένας αλλοδαπός, ένας ανάπηρος κι ένας «κανονικός»– παίζουν δυνατά μουσικές, πίνουν και διασκεδάζουν σε μια καμαρούλα μια σταλιά συνιστά μια γοητευτική αλληγορία για την ανθρώπινη φιλία και ομορφιά που μπορεί να γεννηθεί κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες.

 

Το ιδιαίτερο χιούμορ της παράστασης, μοναδικό προϊόν της αυτοσχεδιαστικής διάθεσης των ηθοποιών, έρχεται να προσφέρει κωμική ανακούφιση, αλλά και να εμπλουτίσει τον «ελληνικό» χαρακτήρα της διασκευής. Φωτο: Γιώργος Καπλανίδης
Το ιδιαίτερο χιούμορ της παράστασης, μοναδικό προϊόν της αυτοσχεδιαστικής διάθεσης των ηθοποιών, έρχεται να προσφέρει κωμική ανακούφιση, αλλά και να εμπλουτίσει τον «ελληνικό» χαρακτήρα της διασκευής. Φωτο: Γιώργος Καπλανίδης


Μέσα σε αυτό το ακραία νεο-νατουραλιστικό τοπίο –όπου όλα είναι πέρα για πέρα «αληθινά», από το πορτοκάλι που τρώει ο Βασίλης μέχρι τα εργαλεία οξυγονοκόλλησης–, το ιδιαίτερο χιούμορ της παράστασης, μοναδικό προϊόν της αυτοσχεδιαστικής διάθεσης των ηθοποιών, έρχεται να προσφέρει κωμική ανακούφιση, αλλά και να εμπλουτίσει τον «ελληνικό» χαρακτήρα της διασκευής.

 

Σπάνια συναντά κανείς τόση πρωτοτυπία και φαντασία στη χρήση της λέξης «αρχίδι/α»: μια απολαυστική ποιητική της βωμολοχίας και της αργκό, που ξεπηδάει αβίαστα από τα στόματα των ηθοποιών λειτουργώντας τόσο σε ένα πρώτο ρεαλιστικό όσο και σε ένα δεύτερο, σχεδόν σουρεαλιστικό επίπεδο. («Έχεις κάψει μύτη!» λέει ο Μάνος στον Βασίλη που καπνίζει με υπερβάλλοντα ζήλο το «τσιγάρο»τους.)


Το σύνολο απαρτίζουν μερικές εξαιρετικές σκηνές (όπως αυτές της αρχής και του τέλους ή ο μονόλογος του Γέρου για τον σκύλο του, όλες βαθύτατα συγκινητικές), αλλά και μερικές λιγότερο επιτυχημένες ως προς τη σκηνική εκτέλεσή τους (το χάιδεμα των μαλλιών της Νικολέτας και ο ακούσιος φόνος της), ενώ δραματουργική αδυναμία παρουσιάζει η εξομολόγηση της Νικολέτας που θυμίζει ελαφρώς σαπουνόπερα.


Εν κατακλείδι, παρόλο που στο δεύτερο μέρος το ενδιαφέρον μας ξεφουσκώνει ελαφρώς, έχουμε να κάνουμε με μια επιτυχημένη μεταφορά του έργου του Στάινμπεκ στην ελληνική πραγματικότητα. Ο σκηνοθέτης Βασίλης Μπισμπίκης και οι ηθοποιοί του –Δημήτρης Δρόσος, Νικολέτα Κοτσαηλίδου, Στέλιος Τυριακίδης, Μάνος Καζαμίας, Γιώργος Σιδέρης, Γιανμάζ Ερντάλ, Θάνος Περιστέρης, Αγγέλα Πατσέλη– όχι μόνο παίζουν πολύ καλά, αλλά καταφέρνουν να μετατρέψουν το κείμενο του νομπελίστα συγγραφέα (διασκευασμένο από τον ίδιο για το θέατρο το 1937) σε μια υπόθεση που μας αφορά συλλογικά, στο σήμερα, στην Ελλάδα που αγωνίζεται χωρίς ελπίδα και όπου η μοναδική έξοδος είναι μια αυτοσχέδια τρύπα στον γκρεμισμένο τοίχο του μηχανουργείου, από την οποία βγαίνεις, όπως και όλοι οι ηθοποιοί, σκύβοντας το κεφάλι.


Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Αλεξίας Θεοδωράκη επιτυγχάνουν το ιδεώδες ως προς αυτού του είδους την παράσταση: μοιάζουν δηλαδή σαν να βρίσκονταν πάντα εκεί.

 

Φωτο: Γιώργος Καπλανίδης
Φωτο: Γιώργος Καπλανίδης

 

Info

Άνθρωποι και ποντίκια, Τζον Στάινμπεκ

Μετάφραση - Ελεύθερη απόδοση: Σοφία Αδαμίδου

Δραματουργική επεξεργασία - Σκηνοθεσία: Βασίλης Μπισμπίκης

Σκηνικά - Κοστούμια: Αλεξία Θεοδωράκη

Φωτισμοί: Λάμπρος Παπούλιας

Κινησιολογία: Αγγέλα Πατσέλη

Βοηθός Σκηνοθέτη: Στεφανία Βλάχου

Υπεύθυνη Παραγωγής: Φαίη Τζήμα

Τεχνική Υποστήριξη: Δημήτρης Κουτάς, Δημήτρης Σαρρής

Κατασκευή Σκηνικού: Ομάδα Cartel

Παίζουν: Βασίλης Μπισμπίκης, Δημήτρης Δρόσος, Νικολέτα Κοτσαηλίδου, Στέλιος Τυριακίδης, Μάνος Καζαμίας, Γιώργος Σιδέρης, Γιανμάζ Ερντάλ, Θάνος Περιστέρης, Αγγέλα Πατσέλη

 

Παραστάσεις:

Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή στις 21:15

Διάρκεια: 120' με διάλειμμα

Τιμές εισιτηρίων: 12 ευρώ γενική είσοδος, 10 ευρώ μειωμένο, 5 ευρώ για ανέργους

Τεχνοχώρος Cartel (Μικέλη 4 & Αγ. Άννης Βοτανικός - Στάση μετρό Ελαιώνας - τηλ. 693 9898258)

Facebook, http://www.carteltexnoxoros.com