Είχε περάσει η μισή και πλέον δεκαετία του '80 όταν πήγα στη σχολική/μαθητική πορεία για το Πολυτεχνείο που «σημαδεύτηκε» από το όχι κακοπροαίρετο ερώτημα εκπροσώπων κάποιων άλλων σχολείων αν ήμασταν εκκλησιαστικό λύκειο, λόγω ονόματος («Ευαγγελική; Παπάδες είστε, ρε παιδιά;»). Ήδη τότε ο μύθος της κορυφαίας στιγμής του αντιδικτατορικού αγώνα είχε αρχίσει να θολώνει αμυδρά και να χάνει κάτι από την αίγλη που τον περιέβαλλε στα '70s και στην πρώιμη Μεταπολίτευση –χωρίς να αμφισβητείται ακόμα τότε ανοιχτά και δολίως από τους νοσταλγικούς χουντόσπορους που διατηρούσαν χαμηλό προφίλ–, κυρίως λόγω της πασιφανούς εκμετάλλευσής του από πάσης φύσεως κομματικούς και συντεχνιακούς φορείς και από την ανέλιξη στην εξουσία (πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη) διαφόρων, επιφανών και μη, εκπροσώπων της «γενιάς του Πολυτεχνείου».


Συγχρόνως είχε αρχίσει να εξελίσσεται σε μόδα (ή σε κάποιου είδους αντιδραστική νεανική τάση) η «γαλάζια γενιά», δείγμα του ότι η ιδεολογική, πολιτιστική και αισθητική ηγεμονία της αριστεράς στη νεολαία (αλλά και σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα) είχε αρχίσει να χάνει λάδια.


Μόλις λίγα χρόνια πριν (τον Νοέμβρη του 1983) είχε γράψει ο Μανόλης Αναγνωστάκης το ποίημα «Φοβάμαι», που ξεκινούσε ως εξής: «Φοβάμαι / τους ανθρώπους που εφτά χρόνια / έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι / και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου– / βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας / "Δώστε τη χούντα στο λαό"»...

 

Έχουμε μπλέξει ανάμεσα σε μια επιχείρηση αναστήλωσης του μετεμφυλιακού αυταρχισμού και σε έναν εξεγερσιακό φονταμενταλισμό που επίσης ανακαλεί εκτός πλαισίου τα εμφυλιακά πάθη και μαζί μ' εμάς έχει μπλέξει και η επέτειος του Πολυτεχνείου σ' αυτόν τον αλληλοσπαραγμό που, ευτυχώς, ακόμα διατηρείται κυρίως στο εικονικό πεδίο.


Υπήρχε, λοιπόν, από τότε μια τάση αμφισβήτησης ή, μάλλον, κυνικής προδιάθεσης απέναντι σε κάτι που από υπερβατικό είχε καταστεί –με την καθιέρωση του επίσημου εορτασμού της επετείου από την κυβέρνηση της Αλλαγής– θεσμικό, «γειωμένο» και, εν τέλει, άλλη μια στάση (αργία) στο ετήσιο εορτολόγιο. Καμία σχέση, όμως, με τη λαίλαπα «αναθεωρητισμού» όχι μόνο του Πολυτεχνείου αλλά κυρίως της ίδιας της απριλιανής δικτατορίας που ζούμε τα τελευταία χρόνια, ειδικά από το ξεκίνημα της κρίσης και μετά.

 

Αυτό το ντροπιαστικό ξέπλυμα της χούντας –που εκτέλεσε εν ψυχρώ νέους και εφήβους εκείνη τη νύχτα, την ώρα που ακουμπούσαν ένα αγνό και αγωνιστικό ιδεώδες που οι περισσότεροι δεν θα συναντήσουμε ποτέ– συντελείται παράλληλα με την κατάχρηση του όρου «χούντα» σε σχέση με αυταρχικού τύπου συμπεριφορές της τωρινής εξουσίας από νεαρά κυρίως άτομα που επιζητούν το «δικό τους Πολυτεχνείο», συγχέοντας κάθε τέτοιες μέρες τις ιστορικές συνθήκες.

 
Όχι ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν κάνει ό,τι μπορεί για να δώσει υπόσταση σε τέτοιου είδους «εύκολη» ρητορεία, με την εξοργιστικά μονότονη επίκλησή της στον νόμο και την τάξη, την αδιάκριτη θωπεία των χειρότερων εθνικιστικών και συντηρητικών ενστίκτων και την επιδεικτική και προκλητική συμπεριφορά των δυνάμεων καταστολής που έχουμε δει τις τελευταίες μέρες (εν όψει Πολυτεχνείου μάλιστα), στο πλαίσιο του συνθήματος «να τελειώνουμε με τις γιάφκες και την ανομία».


Από την άλλη, η χρόνια και παρακμιακή μπαχαλοποίηση πανεπιστημιακών ιδρυμάτων με το άλλοθι του ασύλου που καθιερώθηκε στη μνήμη των αγωνιστών του Πολυτεχνείου δεν βοηθάει σε τίποτα. Η αστυνομία δεν βρήκε ούτε «οπλοστάσιο» ούτε «γιάφκα» ακριβώς στην ΑΣΟΕΕ, βρήκε πάντως βεστιάριο με αξεσουάρ και σκεύη διαδηλωτή έτοιμου για όλα, που δεν θα έπρεπε να έχει λόγο ύπαρξης σε τέτοιο χώρο.


Έχουμε μπλέξει ανάμεσα σε μια επιχείρηση αναστήλωσης του μετεμφυλιακού αυταρχισμού και σε έναν εξεγερσιακό φονταμενταλισμό που επίσης ανακαλεί εκτός πλαισίου τα εμφυλιακά πάθη και μαζί μ' εμάς έχει μπλέξει και η επέτειος του Πολυτεχνείου σ' αυτόν τον αλληλοσπαραγμό που, ευτυχώς, ακόμα διατηρείται κυρίως στο εικονικό πεδίο (στα social media δηλαδή).


Το Πολυτεχνείο έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί ως φετίχ, μαυσωλείο, έθιμο, εργαλείο, άλλοθι, μοχλός ανέλιξης. Είναι αδύνατον, όμως, να ακυρωθεί, γιατί, πάνω απ' όλα, είναι σύμβολο υπέρβασης τέτοιων ευτελών «χρήσεών» του και ο καθένας μπορεί να το προσλαμβάνει με τον ρομαντικό ιδεαλισμό που ταιριάζει στη φύση και όχι στην ατζέντα του. Είμαστε τυχεροί που υπάρχει ως επέτειος κι ας δυσανασχετούμε για την αβάσταχτη τυποποίησή του ή τις προβλέψιμες εθιμικές συγκρούσεις και καταστροφές ανήμερα της «γιορτής» του.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.