ΝΑ ΦΑΜΕ ΩΣ
«άρθρο γνώμης» ή είδηση κάποια στήλη που μοιάζει διαρκώς με κομματικό φυλλάδιο; Να φάμε το τεκμήριο αθωότητας και τις τεράστιες κατακτήσεις του νομικού μας πολιτισμού, όπως oι προθεσμίες και το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου για ειδεχθείς πράξεις, γιατί «σ' αυτούς αξίζει θάνατος»; Ή μήπως να φάμε κανέναν άνθρωπο απλώς και μόνο επειδή έτυχε να φωτογραφηθεί πλάι στον-ούτε πρώτο-ούτε τελευταίο-κατηγορούμενο για κακούργημα;

 

Μήπως να φάμε οποιονδήποτε έχει συνεργαστεί με τον κατηγορούμενο ή, καλύτερα, να ξεκινήσουμε τρώγοντας με κτηνώδη τρόπο όσους «ήξεραν και δεν μιλούσαν»; Να φάμε μήπως ως «είδηση που φέρνει σοκ!» ανέλεγκτα κουτσομπολιά; Ή να φάμε όποιον βρεθεί μπροστά μας στα σόσιαλ και διαφωνεί μαζί μας ή αρνείται να εκχωρήσει στα γραφεία τύπου του ενός ή του άλλου κόμματος το προνόμιο της σκέψης; Σε κάθε περίπτωση, να φάμε κάτι.


Αναρωτιέμαι όμως από πού κι ως πού θεωρείται λογικό (σχεδόν υπάρχει η σχετική προσδοκία) να σκέφτονται οι πολίτες σαν να είναι υπεύθυνοι επικοινωνίας κομμάτων. Και γιατί μας φάνηκε φυσιολογικό που οι άνθρωποι του χώρου της τέχνης επέλεξαν να μιλήσουν για τον πρώην διευθυντή του Εθνικού μας Θεάτρου και νυν κατηγορούμενο για τέλεση αξιόποινων πράξεων σε πρωινάδικα και μεσημεριανάδικα και όχι σε κάποια «σοβαρή» δημοσιογραφική εκπομπή με παρουσιάστρια κάποιον μεγάλο δημοσιογραφικό εγκέφαλο, απ' αυτούς που μπερδεύουν τον ανακριτή με τον εισαγγελέα, την ευθύνη του θύτη με το δίκιο του θύματος, την απευθείας ανάθεση με τον διαγωνισμό ή την ευπρεπή κόμμωση με την αξιοπρέπεια. Οk, απάντησα μόνη μου.

 

Οι γυναίκες που συνήθως παρουσιάζουν μεσημεριανές εκπομπές θεωρούνται, στερεοτυπικά, χαζές όμορφες. Κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν ασφαλή τόπο, όπου θύματα κακοποίησης είπαν την ιστορία τους. Ακούστηκαν χωρίς να διακόπτονται, χωρίς να ερωτηθούν «τι γύρευες στο σπίτι του;» και «τώρα το θυμήθηκες;». Η «σοβαρή» δημοσιογραφία πού ήταν;


Τον τελευταίο καιρό νιώθω ότι πληρώνουμε τη χαμένη αξιοπρέπεια της δημοσιογραφίας. Ζούμε τώρα τις συνέπειες της έλλειψης ρεπόρτερ που κάνουν έρευνα και ρεπορτάζ (και δεν εννοώ ως ρεπορτάζ τη μανιώδη αναζήτηση στο Ίντερνετ φωτογραφιών του «τερατόμορφου» με πολιτικά πρόσωπα ώστε να πέσει κράξιμο), τη μετατροπή μέσων ενημέρωσης σε γραφεία Τύπου κομμάτων ή πολιτικών προσώπων, τις εύκολες διχαστικές λογικές που σου εξασφαλίζουν ένα «μπετοναρισμένο» οπαδικό κοινό το οποίο απλώς συμφωνεί ό,τι κι αν πεις, την έλλειψη εμπιστοσύνης του κόσμου στους θεσμούς, την κρίση αυτών των θεσμών, την «ενημέρωση» που κάνει πιστευτά τα πιο ακραία σενάρια που διακινεί κάθε πικραμένος στο Ίντερνετ ή που δίνει χώρο για «αναλύσεις» που θα ζήλευε ο τελευταίος κουτσομπόλης του χωριού, όταν ηδονίζεται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες κοιτώντας απ' την online κλειδαρότρυπα.

 

Δεν μας αξίζει η τόσο χάλια δημοσιογραφία. Την ίδια ώρα, κατακίτρινα «ρεπορτάζ» τροφοδοτούν τα πιο «ζουμερά», αστήριχτα και εμετικά στερεότυπα για τον χώρο της τέχνης («το θέατρο μαζεύει μόνο ανώμαλους») ή για τα «κυκλώματα» που στήνουν οι «ανώμαλοι» της πολιτικής (χωρίς καθόλου φαντασία, εννοείται, αφού παρόμοια σενάρια διακινούνται από συνωμοσιολόγους σε πολλές χώρες).

 

Χρειάζεται αξιόπιστη και αξιοπρεπής, έγκαιρη και ανεξάρτητη ενημέρωση, για να ανακτήσουμε ένα στοιχειώδες επίπεδο που θα μας επιτρέπει να συνομιλούμε. Απέχουμε, δυστυχώς, αλλά ας είμαστε αισιόδοξοι.


Δεν μπορούμε να αναθέτουμε τα προβλήματά συνολικά στο δικαστικό μας σύστημα, αφού, εξ ορισμού, το νομικό κομμάτι μιας υπόθεσης είναι συγκεκριμένο και οριοθετημένο. Τα δικαστήρια δεν κάνουν πολιτική, δεν μπορούν να αναλάβουν συζητήσεις που πρέπει να κάνουμε εμείς ως πολίτες, για παράδειγμα αναφορικά με τη λεγόμενη κουλτούρα του βιασμού στους εργασιακούς χώρους. Καλό θα ήταν ο καθένας να παίξει τον ρόλο του. Για παράδειγμα, η εισαγγελία δεν είναι newsroom και το newsroom δεν είναι δικαστήριο.


Οι γυναίκες που συνήθως παρουσιάζουν μεσημεριανές εκπομπές θεωρούνται, στερεοτυπικά, χαζές όμορφες. Κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν ασφαλή τόπο, όπου θύματα κακοποίησης είπαν την ιστορία τους. Ακούστηκαν χωρίς να διακόπτονται, χωρίς να ερωτηθούν «τι γύρευες στο σπίτι του;» και «τώρα το θυμήθηκες;». Η «σοβαρή» δημοσιογραφία πού ήταν;


Το κράτος δικαίου κινδυνεύει, αν η δημοσιογραφία συνεχίσει να σέρνεται έτσι. Οι πολίτες, παραδομένοι στα σόσιαλ, ταΐζουν με κλικ και προσοχή ιστορίες για αγρίους όπου τα δικαιώματα του κατηγορουμένου υποχωρούν προ της λαϊκής οργής (κάτι, προφανώς, απαράδεκτο).

 

Φυσικά, οι απλοί πολίτες, σε αντίθεση με τους φορείς εξουσίας, έχουν πλήρη ελευθερία να λένε ό,τι τους κατέβει. Μπορούν να φωνάζουν και να οργίζονται, να φοβούνται για τα παιδιά τους και να το εκφράζουν.

 

Όμως, οι ρεπόρτερ και οι δημοσιογράφοι έχουν άλλα καθήκοντα. Το να χαϊδεύουν τους φόβους και την οργή των πολιτών δεν είναι ανάμεσα σ' αυτά. Έχουμε τεράστια ανάγκη από καθαρή, αξιόπιστη ενημέρωση. Έτσι, ο κόσμος θα αισθάνεται ότι ζει σε μια δίκαιη χώρα, όπου τα πολιτικά πρόσωπα ελέγχονται αυστηρά στο πλαίσιο του δημόσιου, δημοκρατικού διαλόγου.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.