ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ ότι το θέμα που κυριάρχησε την εβδομάδα αυτή στην πολιτική ζωή της χώρας ήταν η «υπόθεση Λιγνάδη», παρότι για την οικονομία, την πανδημία, την παιδεία και τα ελληνοτουρκικά χτυπάνε καμπάνες. Εξίσου βέβαιο είναι ότι θα συνεχίσει να μας απασχολεί και το επόμενο διάστημα.

 

Η κυβέρνηση, από τότε που άρχισαν να βγαίνουν στη δημοσιότητα καταγγελίες για τον άνθρωπο που είχε επιλέξει για τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, προσπαθεί να περιορίσει την επικοινωνιακή και πολιτική ζημιά, δείχνοντας ανήμπορη να κατανοήσει τα λάθη της και άρα να τα διορθώσει. Η εικόνα των υπουργών που βγήκαν να υπερασπιστούν την κυβέρνηση δεν ήταν αυτή του συντετριμμένου από τις αποκαλύψεις πολιτικού, αλλά του πολιτικού που ενδιαφέρεται να καλύψει τα λάθη του, αναζητώντας δικαιολογίες, με αρκετή δόση κυνισμού.

 

«Ένας ατυχής επικοινωνιακός χειρισμός δεν συνιστά λόγο αποπομπής. Η κυβέρνηση στηρίζει την κ. Μενδώνη» είπε η αναπληρώτρια κυβερνητική εκπρόσωπος κ. Αριστοτελία Πελώνη, που συνήθως βγαίνει στα δύσκολα. Με τη φράση αυτή μας έδωσε να καταλάβουμε ότι στην υπόθεση Λιγνάδη η κυβέρνηση αναγνωρίζει μόνο επικοινωνιακά λάθη. Η ουσία, δηλαδή η εσφαλμένη επιλογή της, δεν απασχόλησε –τουλάχιστον στον δημόσιο λόγο τους– κανέναν. Περιορίστηκαν στο «δεν γνωρίζαμε» και στο «ας μιλούσαν όσοι γνώριζαν», που φανερώνουν όχι μόνο κυνισμό αλλά και αλαζονεία.


Όμως και πριν από τα «δεν γνωρίζαμε», η αντίδραση της υπουργού Πολιτισμού ήταν κατώτερη των περιστάσεων. Αρχικά οχυρώθηκε πίσω από το ότι δεν υπήρχαν επώνυμες καταγγελίες για τον Λιγνάδη και επιχείρησε να τον καλύψει, επαναλαμβάνοντας αυτά που έλεγε ο ίδιος, αναφερόμενος σε «κλίμα φημών» που «δεν μπορούσε να αντέξει».

 

Φυσικά, η κ. Μενδώνη δεν μπορούσε να τον δικάσει, και δεν ήταν δική της δουλειά άλλωστε. Επειδή όμως η παιδεραστία και ο βιασμός είναι θέματα μεγάλης ηθικής απαξίας, όφειλε να δείξει μεγαλύτερη ευαισθησία και αποφασιστικότητα, θέτοντάς τον, ενδεχομένως, σε διαθεσιμότητα, μέχρι να φωτιστούν τα γεγονότα.

 

Ο Δ. Λιγνάδης προφανώς είχε αυτό που λέμε «πρόσβαση» στην πολιτική εξουσία. Τη μόρφωσή του δεν την αμφισβητεί κανείς. Τυπικά είχε τα προσόντα. Είχε όμως και σκελετούς στην ντουλάπα, για τους οποίους δεν ενδιαφέρθηκε κανείς, παρά τα σημάδια. Επειδή η πολιτική εξουσία είναι κυνική.

 

Ακόμα και αν καλόπιστα δεχτεί κανείς ότι η κ. Μενδώνη και η κυβέρνηση δεν είχαν ακούσει καμία από τις φήμες που τον συνόδευαν όταν τον διόρισαν, είχαν τον χρόνο να τις πληροφορηθούν, όταν αυτές άρχισαν να φουντώνουν πάλι με αφορμή το ελληνικό MeToo. Στο σημείο εκείνο είχαν μια ευκαιρία να διορθώσουν το λάθος τους, με το ρίσκο ίσως να φανούν αυστηροί. Αλλά οι πολιτικοί, μερικές φορές, πρέπει να αναλαμβάνουν και ρίσκο, όταν η μη ανάληψή του μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά.


Τι άλλο όφειλε να αναλάβει η κ. Μενδώνη; Την πολιτική ευθύνη, φυσικά. Όσα αποκαλύπτονται αυτές τις μέρες για τον άνθρωπο που διόρισε στο Εθνικό Θέατρο έχουν συγκλονίσει όλους τους πολίτες. Ακόμα και αν δεν ήταν δική της επιλογή και της την επέβαλαν, αντικειμενικά την πολιτική ευθύνη, εκ της θέσεώς της, την έχει εκείνη. Όφειλε να παραιτηθεί, ακόμα και αν δεν έφταιγε σε τίποτα.

 

Έτσι κι αλλιώς, διορισμένη υπουργός είναι. Ελέω πρωθυπουργού είναι υπουργός Πολιτισμού. Εάν της τον επέβαλαν και τον αποδέχτηκε χωρίς αντίρρηση, δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη. Τώρα, εάν τον Λιγνάδη τον πρότεινε ο πρωθυπουργός, τον οποίο του σύστησε κάποιος άλλος, τότε ο πρωθυπουργός μάλλον θα πρέπει να προσέχει περισσότερο στο εξής ποιους ακούει και ποιους συμβουλεύεται.

 

Όπως επισήμανε ο Γ. Καμίνης, βουλευτής του ΚΙΝ.ΑΛ. και πρώην Συνήγορος του Πολίτη, για άλλη μία φορά αναδεικνύεται και το θέμα «πώς επιλέγουμε τα στελέχη του δημόσιου τομέα», αναφέροντας ότι εις βάρος του Δ. Λιγνάδη «υπήρχαν εκκρεμότητες ποινικές» και διερωτώμενος αν «θα έπρεπε να τις ξέρει αυτός που τον διορίζει». Τα θέματα των νομικών «εκκρεμοτήτων» τα υποτιμούσαν πάντα οι κυβερνήσεις κι ας την έχουν πατήσει πολλές φορές. Έχει αποδειχτεί ότι δεν διδάσκονται από τα παθήματα, γι' αυτό τα επαναλαμβάνουν.

 

Ακόμα περισσότερο υποτιμούν –έως και αδιαφορούν πλήρως– την εντιμότητα και την ηθική των συνεργατών και των στελεχών που επιλέγουν. Αρκεί να τους κάνουν για τη δουλειά που τους θέλουν.

 

Ο Δ. Λιγνάδης προφανώς είχε αυτό που λέμε «πρόσβαση» στην πολιτική εξουσία. Τη μόρφωσή του δεν την αμφισβητεί κανείς. Τυπικά είχε τα προσόντα. Είχε όμως και σκελετούς στην ντουλάπα, για τους οποίους δεν ενδιαφέρθηκε κανείς, παρά τα σημάδια. Επειδή η πολιτική εξουσία είναι κυνική.

 

Η κ. Μενδώνη, πρώην άνθρωπος εμπιστοσύνης του Ευάγγελου Βενιζέλου στον πολιτισμό για πολλά χρόνια, κατάφερε να γίνει υπουργός στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Στην υπόθεση Λιγνάδη (και όχι μόνο) έκανε πολλά λάθη. Έφερε όμως σε πέρας όλες τις δύσκολες αποστολές που της ανέθεσε ο πρωθυπουργός, γι' αυτό το Μαξίμου τη θεωρεί επιτυχημένη.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να (υπερ)πολιτικοποιήσει την υπόθεση Λιγνάδη και να στρέψει όλη τη συζήτηση για το MeToo μόνο σε αυτήν, με καθημερινές επιθέσεις στην κυβέρνηση, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο. Στην Κουμουνδούρου πίστεψαν ότι μετά από καιρό βρήκαν ένα θέμα με το οποίο μπορούν να γυρίσουν το πολιτικό παιχνίδι υπέρ τους.

 

Οι ακραίες συμπεριφορές κάποιων στελεχών, όμως, που ενέδωσαν με ευκολία στη διάδοση συκοφαντιών, έκαναν την κυβέρνηση να θεωρήσει ότι αυτό ήταν ένα δώρο με το οποίο μπορούσε να στρέψει αλλού τη συζήτηση. Γι' αυτό και ο πρωθυπουργός κάλεσε τον Αλέξη Τσίπρα στη Βουλή για να συζητήσουν την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου, σε ένα άκρως πολωτικό και τοξικό κλίμα.

 

Το θέμα αυτό γεννά αντιπαραθέσεις και στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, όπου όμως περισσότερο χρησιμοποιείται ως αφορμή για «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» μεταξύ των αντίπαλων κομματικών στρατοπέδων.


Πάντως, κανένας τους δεν πείθει ότι ενδιαφέρεται για την πραγματική κάθαρση και για την προστασία των θυμάτων που έχουν υποστεί παρενοχλήσεις και κακοποιήσεις. Η κυβέρνηση προσπαθεί να κρύψει τα λάθη της και όχι να τα διορθώσει και ο ΣΥΡΙΖΑ να εκμεταλλευτεί πολιτικά μια πτυχή του MeToo. Για τους σκελετούς που έχουν όλοι στις ντουλάπες τους δεν ενδιαφέρεται κανείς.

 

Απόδειξη ότι κανένας τους δεν πήρε κάποια πολιτική πρωτοβουλία, ούτε καν για τα προσχήματα, να κάνει στο κόμμα του, έστω, αυτό που κάνει ο ΣΕΗ, ενθαρρύνοντας τα θύματα να σπάσουν τη σιωπή και στην πολιτική. 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.