«ΔΙΑΛΕΞΕ ΖΩΗ.
Διάλεξε δουλειά. Διάλεξε μια καριέρα. Διάλεξε μια οικογένεια. Διάλεξε μια γαμημένη μεγάλη τηλεόραση. Διάλεξε πλυντήρια ρούχων, αυτοκίνητα, CD players και ηλεκτρονικά ανοιχτήρια. Διάλεξε καλή υγεία, χαμηλή χοληστερόλη και οδοντιατρική ασφάλιση. Διάλεξε στεγαστικό δάνειο. Διάλεξε το πρώτο σου σπίτι. Διάλεξε τους φίλους σου. Διάλεξε ρούχα για τις διακοπές που να σετάρουν με τις βαλίτσες σου. Διάλεξε κουστούμι για ενοικίαση από μια σειρά γαμημένων υφασμάτων. Διάλεξε να κάνεις DIY και να αναρωτιέσαι ποιος είσαι μια Κυριακή πρωί. Διάλεξε να κάθεσαι στον καναπέ βλέποντας ηλίθια τηλεπαιχνίδια, ενώ γεμίζεις το στόμα σου με junk food. Διάλεξε να σαπίσεις κατουρώντας μέχρι το τέλος σου σε ένα μίζερο γηροκομείο, τίποτα παραπάνω από μια ντροπή για τα εγωιστικά, γαμιόλικα κωλόπαιδα που έχεις γεννήσει για να σε αντικαταστήσουν. Διάλεξε το μέλλον σου. Διάλεξε ζωή».

 

Είδα το Trainspotting όταν ήμουν 16 χρονών στον –κλειστό‒ εδώ και χρόνια Απόλλωνα στην οδό Σταδίου. Η ταινία ξεκινούσε με τον Ρέντον και τον Spud να τρέχουν στους δρόμους του Εδιμβούργου υπό τους ήχους του «Lust for life» του Ιggy Pop, την ώρα που η φωνή του Ρέντον ακουγόταν να απαγγέλλει αυτόν τον μονόλογο-βόμβα. Η ταινία είχε προκαλέσει ήδη εισαγγελική παρέμβαση, για να διερευνηθεί αν ωθούσε τους νέους στη χρήση ναρκωτικών. Θυμάμαι ότι σηκώθηκα από το κάθισμα του σινεμά σχεδόν ζαλισμένη.

 

Η κρίση μπορεί να τελείωσε, αλλά η αφραγκία όχι, ενώ μέσα σε όλα προστέθηκε και η πίεση για ένα ψηφιακό προφίλ που θα αναδεικνύει την αδιαμφισβήτητη πορεία μας προς την επιτυχία (#feeling-blessed). 

Η νεανική, αναλογική κουλτούρα της εποχής σού επέτρεπε να είσαι ελαφρώς ευαίσθητος και loser. Ήταν οk να απορρίπτεις τον μικροαστισμό των γονιών σου, την τακτοποιημένη ζωή, την καλοστρωμένη καριέρα. Οι losers ήταν ευαίσθητοι και είχαν πλάκα, ήταν τα χρόνια του Μεγάλου Λεμπόφσκι και των Nirvana. Η Βίβλος του τέλους της δεκαετίας του '90 ήταν το Generation X του Douglas Coupland, με ήρωες μια παρέα ευαίσθητων εικοσάρηδων που παράταγαν τις δουλειές τους για να ζήσουν στο Παλμ Σπρινγκς, κοντά σε στρατιές ηλικιωμένων.

 

«Ο λόγος του Ρέντον ήταν τότε δυναμίτης, τώρα είναι σαν να ακούς παιδάκι να αποστηθίζει το ποίημά του για το σχολείο» έγραψε πριν από κάποια χρόνια ο Peter Bradshaw στην «Guardian». Πιθανόν να εννοούσε πως τώρα, είκοσι πέντε χρόνια μετά, ζούμε με βάση το ακριβώς αντίθετο μοντέλο: Στον πλανήτη 2021 καθετί είναι μια πιθανή πηγή εισοδήματος: καλούμαστε ανά πάσα στιγμή να ξεπουλήσουμε κάθε εκατοστό ελεύθερου χρόνου και να αξιοποιήσουμε τα χόμπι και τα ενδιαφέροντά μας ως πιθανές επιχειρηματικές ευκαιρίες.

 

Προφανώς, ζούμε πια σε έναν τελείως διαφορετικό, ψηφιακό κόσμο. Η φύση της εργασίας έχει αλλάξει ριζικά, η μεσαία τάξη έχει συρρικνωθεί, η νέα γενιά δουλεύει με όλο και πιο ευέλικτους όρους, είμαστε παιδιά του gig economy, νοικιάζουμε σπίτι στο Αirbnb, παραγγέλνουμε φαγητό από applications και έχουμε ελάχιστα λεφτά σε σχέση με τους γονείς μας όταν ήταν στην ηλικία μας.

 

Μοναδική πανάκεια στα δεινά μας μοιάζει να είναι το entrepreunership, μια μαγική επιχειρηματική ιδέα που θα μας αποφέρει εκατομμύρια, για να μπορέσουμε να γίνουμε κι εμείς πρωταγωνιστές ενός πνευματώδους κειμένου με τίτλο όπως «Κuti-kuti: Τα παιδιά από τη Νάουσα που κατέκτησαν την αγορά της Σιγκαπούρης» (δεν έχω ιδέα τι είναι το kuti kuti, πιθανώς έτσι θα βγάλω κάποια μέρα την φανταστική μου εφεύρεση).

 

Στις αρχές της κρίσης όλοι ξεκίνησαν να φτιάχνουν κοσμήματα και κεριά για έξτρα εισόδημα. Ήταν κατανοητό, κανείς δεν είχε λεφτά, φαινόταν σχεδόν λογικό να αρχίσεις να φτιάχνεις κοσμήματα από καπάκια νεσπρέσο για να βιοποριστείς. Η κρίση μπορεί να τελείωσε, αλλά η αφραγκία όχι, ενώ μέσα σε όλα προστέθηκε και η πίεση για ένα ψηφιακό προφίλ που θα αναδεικνύει την αδιαμφισβήτητη πορεία μας προς την επιτυχία (#feelingblessed).

 

Kαλούμαστε να περάσουμε τον ελεύθερό μας χρόνο με τρόπο που να χτίζει μια «σωστή» ψηφιακή εικόνα. Μέσα στην πανδημία πάπαλα οι ακρογιαλιές και το skyline της Νέας Υόρκης, κι έτσι τώρα η ιδέα είναι να ποστάρουμε εκατομμύρια selfies, ένα μπουκέτο νεραγκούλες, έπιπλα από ρατάν, κεραμικά και βιβλία σε σέπια background. Αργά η γρήγορα φιλοδοξούμε να πουλήσουμε αυτή την εικόνα ή τα χόμπι μας. Το ράψιμο κουκλακίων για μωρά και η πώληση συχνά τερατόμορφων κεραμικών μοιάζουν να είναι τα τελευταία trends στην πώληση χόμπι μέσω Instagram.

 

Υπάρχει κάποια εναλλακτική λύση σε αυτή την ψηφιακή λαίλαπα; Μια φίλη μου έχει έναν ανώνυμο λογαριασμό στο Instagram με profile pic μια πατούσα. Είναι πιθανόν ό,τι πιο κοντινό σε σαρκασμό στο Instagram. Οι φωτογραφίες στο προφίλ της είναι απλά κακές: η ταμπέλα ενός μαγαζιού που λέγεται «Φωτοτυπάκι», μια γουρουνοκεφαλή, το εξώφυλλο ενός βιβλίου που λέγεται «Losers live longer», μια σκακιέρα που, αντί για βασιλιά, έχει τον Οβελίξ. Έχει μόνο 72 followers.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.