ΖΟΦΟΣ, ΥΠΟΝΟΜΟΣ, ΒΟΡΒΟΡΟΣ: πόσες φορές τις έχουμε ακούσει τις λέξεις αυτές στη χώρα μας, επί πολλές δεκαετίες και για πάμπολλες αφορμές, να περιγράφουν μια δημόσια αντιπαράθεση πνιγμένη στην τοξικότητα και την ψυχασθένεια; Τα όσα ζούμε σήμερα με αφορμή την αντιπαράθεση για το #metoo δεν είναι καθόλου καινούργια, όσο και αν σε μια τόσο θλιβερή υποβάθμιση του επιπέδου της δημόσιας αντιπαράθεσης οφείλουμε πάντα να αντιδρούμε με τον ίδιο αποτροπιασμό, σαν να ήταν η πρώτη φορά. Αλλά δυστυχώς δεν είναι.

 

Και γι' αυτό πρέπει να αναρωτηθούμε: γιατί αντί να διαφωνήσουμε για το ένα ή το άλλο θέμα, όπως και είναι θεμιτό και αναμενόμενο σε μια δημοκρατία διαλόγου, το μόνο που ξέρουμε να κάνουμε είναι να εξευτελιζόμαστε οι ίδιοι και να εξευτελίζουμε τους άλλους, ωσάν να ήταν οι χειρότεροι εχθροί μας; Γιατί αντί να περιοριζόμαστε στην απλή διαφωνία, και μετά να γυρίζουμε ήσυχα στην ζωή μας και στις δουλειές μας, δεν είμαστε με τίποτε λιγότερο ευχαριστημένοι από την φαντασιακή εξαφάνιση του άλλου από προσώπου γης;

 

Είναι βέβαια παλιά η συζήτηση για την υποτιθέμενη ελληνική ιδιαιτερότητα που είτε για πολιτισμικούς-θρησκευτικούς είτε για ιστορικούς λόγους αδυνατεί να κάνει τον απαιτούμενο διαχωρισμό ανάμεσα στο πρόσωπο από τη μία και τις απόψεις του από την άλλη. Αδυνατεί δηλαδή να δεχτεί ότι μια οποιαδήποτε άποψη που εκφέρεται από ένα πρόσωπο δεν απηχεί το όλον της προσωπικότητάς του και του είναι του αλλά μόνο μια πτυχή της. Αφορά με άλλα λόγια, μόνο ένα μέρος της προσωπικότητας αυτής, και μάλιστα στενά συνδεδεμένο συνήθως με τη συγκυρία στην οποία εκφέρεται η άποψή της.

 

Αρκούν λίγοι ψεύτικοι λογαριασμοί, φτιαγμένοι στα υπόγεια ενός κόμματος ή ενός οργανισμού, να αρχίσουν να λυσσομανούν ενάντια σε κάποιον πολιτικό αντίπαλο διαδίδοντας τερατώδη ψέματα, ώστε να δημιουργηθεί στην κοινή γνώμη μια θολή εντύπωση ότι όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά.

 

Άλλωστε, οι απόψεις μπορεί κάλλιστα να μεταβάλλονται μέσα στον χρόνο, ανάλογα με τις συγκυρίες, κάτι επίσης απολύτως θεμιτό. Κατά τα άλλα, μια «αντιπαθητική» άποψη μπορεί να εκφέρεται από ένα γενικώς πολύ συμπαθητικό άτομο, και αντιστρόφως μια «σωστή» και δημοφιλής άποψη, από έναν φρικτό χαρακτήρα.

 

Αλλά στο άνυδρο ελληνικό διανοητικό τοπίο, με τους μόνιμα αγέρωχους ναρκισσισμούς να είναι έτοιμοι να ξεσπάσουν με το τίποτε την υστερία τους πάνω σε κάποιον άτυχο στόχο ως άτεγκτοι δημόσιοι κατήγοροι, κάθε ιδέα που ίσως δεν ταυτίζεται με τον συρμό μπορεί να πυροδοτήσει μια ρυπαρογραφία άνευ προηγουμένου. Παρατηρείς, δε, ακόμη και υποτιθέμενα σοβαρούς διανοουμένους να καταλήγουν σε τόσο ποταπές συμπεριφορές, να καταντούν τόσο φθηνοί λιβελλογράφοι, σε σημείο που να αναρωτιέσαι αν παρακολουθείς μια συζήτηση σε μια δημοκρατική χώρα ή σε ένα χαμαιτυπείο της παλαιάς Τρούμπας.

 

Συνυπολογίστε σε όλα αυτά και την απουσία στοιχειώδους αστικής ευγένειας και τρόπων ευπρεπούς δημόσιας συμπεριφοράς, που χαρακτηρίζει συνήθως όλες τις μετα-αγροτικές κοινωνίες, οι οποίες εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσαν να έχουν αφομοιώσει επαρκώς αυτή την κουλτούρα, και έχουμε το τέλειο μείγμα για να στήνουμε καυγάδες ακόμη και για όσα συμφωνούμε μερικές φορές (!), μόνο και μόνο διότι μας λείπει ο τρόπος να τα θέσουμε με κόσμιο τρόπο.

 

Αλλά στη σύγχρονη Ελλάδα το πρόβλημα της τοξικότητας του δημοσίου διαλόγου προκύπτει κυρίως από τον τρόπο που είναι οργανωμένο το πολιτικό παιχνίδι. Είναι βέβαιο ότι το φαινόμενο της τοξικότητας θα υποχωρούσε και σίγουρα δεν θα έβρισκε επαρκή νομιμοποίηση, τουλάχιστον δημοσίως, αν η πολιτική μας ελίτ μάθαινε επιτέλους να διαφωνεί και να αντιπαρατίθεται χωρίς να εξωθείται εκτός των επιτρεπτών ορίων μιας δημοκρατίας. Διότι είναι προφανές ότι το να κατηγορείς ή να διασπείρεις φήμες, χωρίς καμία απόδειξη, για τον πολιτικό σου αντίπαλο, ότι είναι π.χ. παιδεραστής ή ότι συμμετέχει σε κύκλωμα παιδοφιλίας, μόνο και μόνο για να πλήξεις την υπόστασή του, ξεπερνά κατά πολύ κάθε τέτοιο όριο.

 

Θα ξεχώριζα τρεις βασικούς λόγους για αυτό το τόσο χαμηλό επίπεδο του πολιτικού διαλόγου στη χώρα. Ο πρώτος έχει να κάνει με την άγρια παραταξιακή νοοτροπία που επικρατεί. Πρόκειται για το παλιό πρόβλημα μιας ανώριμης πολιτικής κουλτούρας, που δεν μπορεί παρά να σκέφτεται μόνο οπαδικά και ταυτοτικά. Είναι στην πραγματικότητα ένα πρόβλημα ολόκληρου του ελληνικού 20ού αιώνα, με τους ακραίους πολιτικούς διχασμούς του (βενιζελικοί – φιλοβασιλικοί, εθνικόφρονες – αριστεροί, ΠΑΣΟΚ – ΝΔ) αλλά θα περίμενε κανείς ότι θα υποχωρούσε τον 21ο αιώνα, όταν και οι μεγάλες ιδεολογίες ηττήθηκαν αλλά και οι ψηφοφόροι είχαν πάψει να αυτοαναγνωρίζονται δια μέσου της κομματικής τους ταυτότητας.

 

Αλλά ενώ τα ίδια τα κόμματα υποτίθεται ότι έπρεπε κι εκείνα να μετεξελιχθούν από παρατάξεις σε συλλογικά πολιτικά υποκείμενα με ισχυρότερη τεχνοκρατική αντίληψη και πιο συγκεκριμένες προτάσεις διακυβέρνησης, η τεράστια κρίση της δεκαετίας του 2010 και η υστερία του εθνολαϊκισμού μάς γύρισε στην δεκαετία του '80 και πιο πίσω ακόμη.

 

Η έννοια της πολιτικής «παράταξης» είναι όμως εξόχως προβληματική. Ο ίδιος ο όρος αντλεί από το πολεμικό λεξιλόγιο και παραπέμπει σε στρατούς και μάχες. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι αναγκαστικά εχθρός μας, όποιος δεν ακολουθεί τυφλά τις άνωθεν εντολές, δεν μπορεί και να υπηρετήσει τον «ιερό» σκοπό της παράταξης, ασχέτως πόσο ηθικός είναι αυτός.

 

Κι ενώ ήταν άλλοτε η μετεμφυλιακή εθνικόφρονα Δεξιά που είχε εγκαθιδρύσει τέτοιους αποκλεισμούς από το κοινωνικό και εθνικό σώμα, σήμερα είναι η ελληνική Αριστερά που έχει πολύ μεγάλες ευθύνες διότι οδήγησε τη διχαστική αυτή λογική στα άκρα με το «ή εμείς ή αυτοί», συνεχίζοντας να βλέπει τους Έλληνες πολίτες μέσα από τους ιδεοληπτικούς, παραμορφωτικούς καθρέπτες της.

 

Ο δεύτερος λόγος είναι η δομή των ελληνικών ΜΜΕ, που είναι άλλωστε εκ της θέσης τους υπεύθυνα να οργανώνουν το δημόσιο διάλογο. Πρώτα και κύρια το ότι συνεχίζουν να υπάρχουν επίσημα κομματικά έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα, εν έτει 2021, είναι κάτι που δεν θα έπρεπε να μας κάνει περήφανους. Η τόσο στενή (ανοικτή ή υπόγεια) διασύνδεσή τους με την εξουσία οδηγεί σε προφανείς στρεβλώσεις. Δεν ακούς ειδήσεις αλλά προπαγάνδα.

 

Αυτός, μαζί και με λόγους επαγγελματικής ανεπάρκειας, οδηγεί τα περισσότερα ελληνικά ΜΜΕ να έχουν ξεχάσει πλέον το βασικό ρόλο τους, που είναι η ερευνητική δημοσιογραφία, η οποία αποτελεί και έναν από τους τρεις κορυφαίους προστάτες της Δημοκρατίας μαζί με το κοινοβούλιο και τη Δικαιοσύνη. Έτσι, είτε συχνά καταντούν φερέφωνα της εκάστοτε συμπολίτευσης ή αντιπολίτευσης ή στην καλύτερη περίπτωση μετατρέπονται σε ένα δίαυλο έκφρασης (ατεκμηρίωτης) «άποψης» από την πλευρά των δημοσιογράφων, που σκοπό έχει κατά βάση να ποδηγετεί την κοινή γνώμη.

 

Η τελευταία, που δύσκολα πλέον ποδηγετείται με τον τρόπο που μπορεί αυτό να συνέβαινε παλιότερα, αντιδρά συνήθως σπασμωδικά απαξιώνοντας περαιτέρω τα παραδοσιακά ΜΜΕ και θεωρώντας τα μέρος μιας παγκόσμιας συνωμοσίας των «ελίτ» ενάντια στον αγνό και αμόλυντο «μέσο» άνθρωπο.

 

Τελικά, αυτό που έχουμε σήμερα είναι πολίτες που δεν θέλουν να είναι ενημερωμένοι αλλά απλώς να αισθάνονται ενημερωμένοι, προσαρμόζοντας την πραγματικότητα σε ό,τι υπηρετεί το περιορισμένο προσωπικό τους αφήγημα. Και σε ένα τέτοιο σκηνικό μιας τόσο χαώδους και ανεύθυνης δημοσιολογίας, που καθιστά τον καθένα ερασιτέχνη δημοσιογράφο, ασφαλώς δεν μπορεί να αναπτυχθεί κανένας ουσιαστικός διάλογος παρά μόνο παράλληλοι μονόλογοι οι οποίοι πολύ εύκολα καταλήγουν σε φωνασκίες.

 

Η δε βαθιά κοινοτιστική μας κουλτούρα του χωριού, που δεν ενδιαφέρεται τόσο για το τι λέγεται όσο για το ποιόν εκείνου που το λέει («κοίτα ποιος μιλάει») υπονομεύει από τη γέννησή της τη συζήτηση και την ανταλλαγή επιχειρημάτων.

 

Ο τρίτος και τελευταίος λόγος –που δεν είναι όμως αμιγώς ελληνικός– έχει να κάνει με την εισβολή των σόσιαλ μίντια στην πολιτική αντιπαράθεση. Τα μέσα αυτά έχουν μια παραμορφωτική και μια πολλαπλασιαστική δύναμη άνευ προηγουμένου. Τα κοινωνικά δίκτυα είναι εξ αντικειμένου και από την ίδια την κατασκευαστική λογική τους πιο ταιριαστά σε μια λαϊκιστικού τύπου ρητορική, που σκοπό έχει την επιβράβευση από τους οικείους μας και ομοϊδεάτες μας. Δεν λογοδοτούμε σε κανέναν ούτε οφείλουμε να καταθέσουμε εχέγγυα της αλήθειας της. «Έτσι είναι διότι έτσι το λέω».

 

Παρά ταύτα, η ρητορική αυτή μπορεί να γίνει εξαιρετικά θορυβώδης, αλλά ακόμη χειρότερα μπορεί κάλλιστα να εξελιχθεί σε μηχανισμό διασποράς κατασκευασμένων ειδήσεων (fake news) που υπηρετούν κάποια κομματική ή άλλη ατζέντα.

 

Γι' αυτό και τα κοινωνικά δίκτυα λειτουργούν πολύ πιο αποτελεσματικά στα χέρια των λαϊκιστών παρά των υπολοίπων. Είναι σα να φτιάχτηκαν για πάρτη τους. Αρκούν λίγοι ψεύτικοι λογαριασμοί, φτιαγμένοι στα υπόγεια ενός κόμματος ή ενός οργανισμού, να αρχίσουν να λυσσομανούν ενάντια σε κάποιον πολιτικό αντίπαλο διαδίδοντας τερατώδη ψέματα, ώστε να δημιουργηθεί στην κοινή γνώμη μια θολή εντύπωση ότι όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά.

 

Παλιά γκεμπελική λογική, φευ: ρίξε τόσο πολλή λάσπη στον αντίπαλο, που στο τέλος, δεν γίνεται, κάτι θα μείνει να τον συνοδεύει για την υπόλοιπη καριέρα του.


Δεν είμαι δυστυχώς πολύ αισιόδοξος για το πως μπορεί να αλλάξει μια τόσο βαθιά εμπεδωμένη κουλτούρα εχθροπάθειας στο ελληνικό πολιτικό σύμπαν. Πολλές θεσμικές παρεμβάσεις θα μπορούσαν να προταθούν ενδεχομένως, και ίσως να έθεταν κάποιους περιορισμούς. Ωστόσο, ο πιο αποτελεσματικός περιορισμός θα ήταν εκείνος θα προερχόταν από μια κοινή αντίληψη για το τι είναι μια σύγχρονη δημοκρατία και ποια τα όριά της. Παρότι έχει διαστρεβλωθεί η σκέψη του, ο Μακιαβέλλι εκείνο που μας έμαθε δεν είναι ότι η πολιτική δεν έχει ηθική αλλά ότι έχει την δική της ιδιαίτερη ηθική. Μόνο που αυτή προσδιορίζεται από τα όρια μιας δημοκρατικής κουλτούρας που ξεκινά από το θεμελιώδες ότι απέναντί μας έχουμε έναν απλό πολιτικό αντίπαλο, όχι έναν θανάσιμο και υπαρξιακό εχθρό.