ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ένα από τα ελάχιστα εν ζωή διάσημα πρόσωπα που συμπαθούν άπαντες ανά την υφήλιο. Ποιος και γιατί θα μπορούσε να αντιπαθήσει τον αιωνίως νεανία και κουλ και μακάριο και χαβαλέ και αστείρευτο ατακαδόρο κάποτε Ρίνγκο Σταρ; Ακόμα και ο έτερος επιζών του πιο σημαντικού συγκροτήματος στο σύμπαν, ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ, δεν είναι βέβαιο ότι χαίρει τόσο απόλυτης αποδοχής.

 

Εκείνος, βέβαια, πληρώνει και το γεγονός ότι οι απαιτήσεις που έχει να εκπληρώσει όσο ακόμα εμφανίζεται ενώπιον κοινού είναι πολύ μεγαλύτερες από αυτές του παλιόφιλου συμπαραστάτη του στους Beatles, ο οποίος απλώς χαίρεται ακόμα να παίζει ντραμς κυρίως, και πού και πού να βγάζει και κανένα προσωπικό άλμπουμ με τη ροκ εν ρολ μπάντα του, χωρίς να το κάνει ποτέ θέμα.


Θρυλικός, ξε-θρυλικός, ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ αντιμετώπισε στην περσινή του περιοδεία έντονες διαμαρτυρίες (στα social media) από θεατές που θεωρούν ότι η φωνή του δεν μπορεί πλέον να ανταποκριθεί στις ψηλές νότες των αγαπημένων τους τραγουδιών. Τελικά, μάλλον δεν αρκεί να παρίστασαι απλά ως επιζών μύθος, ο κόσμος έχει αγριέψει.

 

Ο Ρίνγκο είναι πανευτυχής που έχει την υγειά του, εξακολουθεί να παίζει για την πλάκα του και να λειτουργεί ως ιδανικός θεματοφύλακας μιας δικαιωμένης ροκ ανεμελιάς, σαν να σου λέει, όπως έκανε με τον τρόπο του από την εποχή των Beatles, ότι η σοβαροφάνεια σκοτώνει ή, πάντως, επιταχύνει το μοιραίο.


Ο Ρίνγκο, αντιθέτως, είναι πανευτυχής που έχει την υγειά του, εξακολουθεί να παίζει για την πλάκα του και να λειτουργεί ως ιδανικός θεματοφύλακας μιας δικαιωμένης ροκ ανεμελιάς –ας μην ξεχνάμε ότι ο Ρίνγκο ήταν αυθεντικό μέλος της υποκουλτούρας των teddy boys στα τέλη της δεκαετίας του '50–, σαν να σου λέει, όπως έκανε με τον τρόπο του από την εποχή των Beatles, ότι η σοβαροφάνεια σκοτώνει ή, πάντως, επιταχύνει το μοιραίο, που είναι σαν να το προκαλείς με την αυστηρή και σκοτεινή σου προδιάθεση.

 

Ακόμα και ο έτερος επιζών του πιο σημαντικού συγκροτήματος στο σύμπαν, ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ, δεν είναι βέβαιο ότι χαίρει τόσο απόλυτης αποδοχής.
Ακόμα και ο έτερος επιζών του πιο σημαντικού συγκροτήματος στο σύμπαν, ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ, δεν είναι βέβαιο ότι χαίρει τόσο απόλυτης αποδοχής.


Επίσης, είναι πραγματικά απίστευτο το ότι είναι πλέον 80 (80!), από τη στιγμή που, αντίθετα από τον Μικ και τον Κιθ, οι οποίοι, ας είμαστε ειλικρινείς, μοιάζουν ο καθένας σαν να ζωντάνεψε και να βγήκε στη σκηνή το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι, ο Ρίνγκο μοιάζει με το ζόρι εξηντάρης, και μάλιστα της διπλανής πόρτας, αν δίπλα μένει ένας ευδιάθετος «παλιοροκάς» εξηντάρης που δεν βρίσκει τον λόγο να αλλάξει προδιάθεση λόγω ηλικίας και μόνο.


Αυτή η προδιάθεση, σε συνδυασμό με τη γερή του κράση και τη στοιχειωδώς προσεκτική διατροφή (αναγκαστικά, δεν είναι και το τέλος του κόσμου να προσέχεις λίγο τι τρως), τον κρατά τόσο νέο σε σχέση με την ηλικία του, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς στη συνέντευξη που δίνει μέσω βίντεο στο «Rolling Stone» με αφορμή τα 80ά του γενέθλια.


«Δεν έκανα γυμναστική για πολλά χρόνια» λέει. «Τη γυμναστική μου την έκανα στα νυχτερινά κλαμπ! (γέλια). Τώρα όμως δεν είμαι εκείνο το άτομο. Έχω ξεκινήσει να ασκούμαι. Και περπατάω. Άρχισα να περπατάω όταν έμενα στο Μόντε Κάρλο. Έκανα βόλτα όλο το λιμάνι και στην επιστροφή καθόμουν σε ένα τοπικό καφέ, άναβα τσιγάρο και παράγγελνα έναν διπλό εσπρέσο. Έχω να καπνίσω πολλά χρόνια, ακόμα όμως απολαμβάνω έναν διπλό εσπρέσο. Έχω γίνει και χορτοφάγος. Μπρόκολο με τα πάντα και βατόμουρα κάθε πρωί. Δεν καταπιέζομαι, κάνω πράγματα που νιώθω ότι μου κάνουν καλό... Ογδόντα όμως, ε; Τι να πω, μέσα μου νιώθω 24 (γέλια). Αυτό είναι καλό και κακό. Τα 80, όμως, είναι ακραίο νούμερο. Δύσκολο. Τα 70 ήταν εύκολα. Τα πιο δύσκολα με διαφορά, όμως, ήταν τα 40. Τα τωρινά είναι αυτό που είναι. Και λέω να δηλώσω 79 ξανά φέτος, με την ελπίδα να μπορέσουμε να γιορτάσουμε τα 80 του χρόνου κανονικά».

 

Ογδόντα όμως, ε; Τι να πω, μέσα μου νιώθω 24 (γέλια). Αυτό είναι καλό και κακό. Τα 80, όμως, είναι ακραίο νούμερο. Δύσκολο.
Ογδόντα όμως, ε; Τι να πω, μέσα μου νιώθω 24 (γέλια). Αυτό είναι καλό και κακό. Τα 80, όμως, είναι ακραίο νούμερο. Δύσκολο.


Μόνο ο Τσάρλι Γουότς είναι ίσως πιο χαλαρός ροκ υπερήλικας από τον Ρίνγκο, κυρίως όμως λόγω μιας τζαζ ιντελεκτουέλ ιδιοσυγκρασίας που ανέκαθεν τον χαρακτήριζε. Ωστόσο, δεν έκανε ποτέ παρέα με τον Ρίνγκο, αντίθετα από τους άλλους δύο διάσημους ντράμερ του βρετανικού πανθέου, τον Τζον Μπόναμ και τον Κιθ Μουν, που έζησαν θεόμουρλοι και πέθαναν νέοι. Και όσο ζούσαν, ήταν κολλητοί στις άγριες πλάκες με τον Ρίνγκο.


«Αυτοί οι δύο είναι που έδωσαν στους ντράμερ τη φήμη της εγκεφαλικής βλάβης που κουβαλάμε» λέει γελώντας στη συνέντευξη. «Υπάρχουν πολλοί ντράμερ εκεί έξω που δεν είναι τρελοί, αυτοί οι δύο όμως ήταν οι φίλοι μου».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.