ΚΑΠΟΥ ΣΤΑ ΜΕΣΑ
της πανδημίας, με το 2020 να έχει ήδη ακυρωθεί στο συλλογικό υποσυνείδητο, ο Μπομπ Ντίλαν αποφάσισε να κυκλοφορήσει το Murder Most Foul.


Βαρύς και ασήκωτος ήταν ο τίτλος για το πρώτο ορίντζιναλ υλικό του μετά από 8 χρόνια και μια σειρά από άλμπουμ που περιείχαν μόνο διασκευές. Δεν θα μπορούσε, βέβαια, να βρει πιο ιδανικό σκηνικό, απευθείας βγαλμένο από τις μετα-αποκαλυπτικές καταστάσεις που συνήθιζε να αποτυπώνει στα τραγούδια του.

 

Από τα πρώτα λεπτά συνειδητοποιείς ότι συνεχίζει την παράδοση των σπουδαίων αμερικανικών δίσκων που έχει προσφέρει στο κοινό εδώ και δεκαετίες, απροσπέλαστος, όπως η πλειοψηφία του έργου του.


Κι όμως, το κομμάτι δεν έβγαζε κανένα απολύτως νόημα και δεν εξέφραζε κανένα κοινό αίσθημα της στιγμής. Στα 17 λεπτά που διαρκούσε –το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι που έχει γράψει– είχε ως θέμα την δολοφονία του Κένεντι και ακουγόταν αν μη τι άλλο σουρεαλιστικό και εκτός τόπου και χρόνου. Μέσα στη γενικότερη εξωφρενική κατάσταση που βίωνε ο πλανήτης, το πιο περίεργο ήταν όταν ανέβηκε στην κορυφή του Billboard, στο Rock Digital Song Sales chart. Μια πρωτιά που ο Ντίλαν δεν μπορούσε να καυχηθεί, μετά από 60 χρόνια καριέρας, ένα Νόμπελ και μια μανία προς το πρόσωπο του που ξεπερνούσε τα όρια της λογικής.


Εύλογα, επομένως, θα αναρωτιόταν κανείς γιατί ο Ντίλαν έγραψε ένα τραγούδι για τον Κένεντι, ειδικά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

 

 

Murder Most Foul


Ήταν αρχές φθινοπώρου του 1963 όταν ηχογράφησε το ιστορικό The Times They Are a-Changin', λιγότερο από έναν μήνα πριν από τις 22 Νοεμβρίου, την ημέρα που ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ δολοφονήθηκε στο Ντάλας του Τέξας. Την αμέσως επόμενη ο Ντίλαν αναγκάστηκε να ανοίξει τη συναυλία του με το συγκεκριμένο κομμάτι, ανίκανος να αλλάξει το σετ του την τελευταία στιγμή, σοκαρισμένος από τα γεγονότα και με φόβο ότι θα κατακευραυνωθεί από το κοινό. «Πώς μπορώ να ανοίξω με αυτό το κομμάτι; Περίμενα ότι θα μου ρίξουν πέτρες» λέει σε έναν βιογράφο του χρόνια μετά «Έπρεπε, όμως, να το τραγουδήσω, όλο το σετ μου απογειωνόταν από εκεί. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Κάτι τρελό είχε συμβεί στη χώρα και χειροκροτούσαν το τραγούδι. Και δεν μπορούσα να καταλάβω για ποιο λόγο χειροκροτούσαν. Δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα. Για μένα ήταν απλά παρανοϊκό».

 

Τα πάντα φαίνονταν να έχουν διαλυθεί τότε. «Τα πάντα έχουν διαλυθεί» και τώρα, τουλάχιστον στην Αμερική, μετά τη δολοφονία του Αφροαμερικανού Τζορτζ Φλόιντ μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου και κοφτεροί στίχοι όπως «We're gonna kill you with hatred/ Without any respect/ We'll mock you and shock you/ And we'll put it in your face... It is what it is/ And it's a murder most foul» χτυπάνε περισσότερο σε ευαίσθητα σημεία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται.


Φυσικά, ο Ντίλαν δεν είναι προφήτης – ένας όρος που τον αηδίασε από την πρώτη στιγμή που του προσδόθηκε. Δεν το έγραψε καν επειδή η δολοφονία του Κένεντι τον στιγμάτισε. Απλά είναι ένας καλλιτέχνης που «πέρασε δεκαετίες παρατηρώντας και καταγράφοντας την κοινωνική αδικία της Αμερικής», όπως γράφει η Amanda Petrusich στο New Yorker, και ειδικότερα τον ρατσισμό της, αναφερόμενη σε κομμάτια όπως το Hurricane του 1975. Κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που κάνει το Murder Most Foul τόσο επίκαιρο, μια διαστρεβλωμένη αποτύπωση μιας σημαντικής στιγμής της αμερικανικής ιστορίας που παίζει σε διάφορα μοτίβα. Είναι ένα κομμάτι διαμαρτυρίας με τον έμμεσο τρόπο που μόνο ο Ντίλαν ξέρει να γράφει.


Για να κάνουμε πάλι μια αναδρομή στην εποχή του 'The Times They Are a-Changin' σύμφωνα με τον Dorian Lynskey ακόμη κι όταν έγραφε τραγούδια για την ελπίδα, η γλώσσα του έκρυβε μια σκιά «ένα φόβο στο τρέμουλο της φωνής του ότι ίσως η αλλαγή να μην έβγαινε πάντα σε καλό».

 

I Contain Multitudes (Official Audio)


Το 2020 η ελπίδα είναι εντελώς απούσα από τη νέα του δουλειά. Το Rough and Rowdy Ways ανοίγει απαισιόδοξα με το γουιτμανικό I Contain Multitudes και τον στίχο «Today, tomorrow, and yesterday, too/ The flowers are dyin' like all things do». Από τα πρώτα λεπτά συνειδητοποιείς ότι συνεχίζει την παράδοση των σπουδαίων αμερικανικών δίσκων που έχει προσφέρει στο κοινό εδώ και δεκαετίες, απροσπέλαστος, όπως η πλειοψηφία του έργου του.

 

Στο ίδιο κομμάτι δηλώνει ότι μοιάζει σαν την Άννα Φρανκ, τον Ιντιάνα Τζόουνς αλλά και τους Rolling Stones, μαζί, κάνοντας σχεδόν ακατόρθωτο να έχεις οποιαδήποτε προσδοκία για την συνέχεια. Είναι ένα κομμάτι που έγραψε «σε κατάσταση ύπνωσης, έκστασης, trance», όπως δήλωσε σε μια από τις σπάνιες πια συνεντεύξεις του στους New York Times – τη μοναδική για φέτος. Την προηγούμενη φορά που είχε μιλήσει ήταν το 2016 με αφορμή την βράβευση του με Νόμπελ.


Στο άλμπουμ καταπιάνεται με σκοτεινή θεματολογία όπως η μοναξιά και η θνητότητα. Στο εξωτερικό, μιλούν για ένα πεσιμιστικό δίσκο που απομακρύνεται αισθητά από την τάση της εποχής, διάφορων διάσημων που προσπαθούν να ενθαρρύνουν τη θετικότητα και την αισιοδοξία. Τα μόνα που δεν προσφέρει είναι ανάσα και ανακούφιση για όσα συμβαίνουν, και μεταξύ μας ευτυχώς!

 

Κατά τη διάρκεια του δίσκου, πρόσωπα και γεγονότα ξεδιπλώνονται ανάκατα πάνω από μπλουζ και φολκ μινιμαλιστικές συνθέσεις άλλοτε σε τζαζ διάθεση, δείχνοντας το εύθραυστο του χρόνου και της ιστορίας. Το κέντρο βάρους έχει η φωνή του, κάπως αγέραστη μέσα στον χρόνο. Με βεβαιότητα και ανέκφραστο, αλλά στιβαρό τόνο πλάθει και περιγράφει εικόνες με εξονυχιστικές λεπτομέρειες και πρωταγωνιστές φαντάσματα από το παρελθόν, ενώ δεν λείπει το μαύρο χιούμορ που σκάει απρόσμενα. «The size of your cock will get you nowhere» αναφέρει στο Black Rider (εννοεί μήπως τον θάνατο;).

 

Περιέχει μέχρι και ένα ερωτικό κομμάτι στο I've Made Up My Mind to Give Myself to You αλλά και άπλετες δόσεις gore, όπως στο My Own Version of You, όπου ο ήρωας ψάχνει ανθρώπινα μέλη σε μοναστήρια και νεκροτομεία για να επαναφέρει κάποιον στη ζωή, και μπλέκονται από τον Σημαδεμένο του Πατσίνο μέχρι το Νονό του Μπράντο, τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Τρωικό Πόλεμο. Ένα είναι σίγουρο, θα ταλαιπωρεί για χρόνια τους «ντιλανολόγους» που θα προσπαθήσουν να δώσουν διάφορες ερμηνείες.


Για ένα άλμπουμ με τόσες αναφορές και τόσο κολλημένο στο παρελθόν, είναι εντυπωσιακό το ότι απουσιάζει και η νοσταλγία. «Εμείς έχουμε την τάση να ζούμε στο παρελθόν. Οι νέοι δεν την έχουν. Δεν έχουν παρελθόν, γνωρίζουν μόνο αυτό που βλέπουν και ακούνε, και μπορούν να πιστέψουν τα πάντα... Ο δικός μας κόσμος είναι ήδη απαρχαιωμένος» λέει σε ένα άλλο σημείο της συνέντευξης.


Παρά τα 79 του χρόνια, ο θάνατος δεν φαίνεται να τον απασχολεί τόσο, κι ας βρίσκεται στο κατώφλι του. Αντίθετα, στη θέση του συναντάς μια στοχαστική ηρεμία. Είναι αυτό που μένει περισσότερο μετά την ακρόαση του άλμπουμ και ίσως είναι καλύτερα έτσι, αν το καλοσκεφτείς.