Υπήρξε μια γενιά τραγουδοποιών, εκεί στα μέσα του '80, που έκανε επανάσταση στο ελληνικό τραγούδι. Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας ανήκε σ' εκείνη τη γενιά – ήταν επίλεκτο στέλεχός της.

 

Ο κόσμος, ο πολύς κόσμος, μέχρι τότε άκουγε βασικά λαϊκά ή ελαφρά, για να το πούμε κάπως χοντρά, άκουγε δηλαδή Ρίτα Σακελλαρίου ή Γιάννη Πάριο, και επίσης όσους κινούνταν στις παρυφές των δύο, ήταν δηλαδή κάπως λιγότερο λαϊκοί και όχι τόσο ελαφροί, σαν τον Γιώργο Νταλάρα και τη Χαρούλα Αλεξίου. Και είναι τότε ακριβώς (1984), όταν επιχειρείται για πρώτη φορά το πιο μεγάλο σμίξιμο. Όταν ο Γιώργος Νταλάρας τραγουδά τη «Σκόνη» και τις «Αρκούδες», συνεργαζόμενος με τους Τερμίτες, το συγκρότημα του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα.

 

Ο Μαχαιρίτσας, που διαθέτει πάντα μια πολύ ωραία, ειδική ροκ φωνή, κι έχει την άνεση να γράφει μόνος του τραγούδια, ξεκινά προσωπική καριέρα και κάπως έτσι στην αρχή των nineties γίνεται το μεγάλο μπαμ με το «Διδυμότειχο Βlues».

 

Σε τι συνίστατο εκείνο το σμίξιμο; Μα, στην επικοινωνία του «έντεχνου λαϊκού» με το ροκ. Το καθημερινό τραγούδι εξηλεκτρίζεται μαζικά. Το ροκ κάπου χάνει το νόημά του (αν και δεν είναι εύκολο να πεις ποιο ακριβώς ήταν το νόημα του ροκ), βρίσκει όμως την ίδια ώρα ένα ακροατήριο, που ναι μεν υπήρχε (το είχε διαμορφώσει ο Διονύσης Σαββόπουλος π.χ.), αλλά ήταν κάπως συγκεκριμένο και περιορισμένο.

 

Με τον Μαχαιρίτσα (Τερμίτες) και με όλους τους υπόλοιπους (Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Κατσιμιχαίοι, Διονύσης Τσακνής, Φατμέ-Νίκος Πορτοκάλογλου κ.ά.) η βεντάλια ανοίγει. Ο ηλεκτρισμός περνάει σε πρώτο πλάνο, ο στίχος εκσυγχρονίζεται, γίνεται πιο άμεσος, οι τραγουδιστές κρατούν ό,τι μπορούν από την κλασική ροκ μυθολογία (και στο επίπεδο της «εικόνας») και ο κόσμος αρχίζει να παραληρεί σιγά-σιγά με το «Πόσο σε θέλω» (1988) [Τερμίτες] και με το «Διδυμότειχο Blues» (1991) [Μαχαιρίτσας-Νταλάρας].

 

 

Διδυμότειχο Blues - Μαχαιρίτσας, Νταλάρας

 

Αλλά ας τα πάρουμε λίγο από την αρχή.

 

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας μεγαλώνει στη δεκαετία του '70. Μεγαλώνει με «έντεχνα» και αντάρτικα, όπως και με ροκ. Το ροκ υπερισχύει όμως. Παρότι το ροκ, το 1979, ήταν μια τελειωμένη υπόθεση, εντούτοις ο απόηχός του στην Ελλάδα της εποχής ήταν μεγάλος. Τα περιοδικά κυκλοφορούσαν με εξώφυλλα Jimi Hendrix και Janis Joplin, τραγουδοποιούς και τραγουδιστές που είχαν πεθάνει 10 χρόνια πριν δηλαδή, ενώ οι Doors, οι Deep Purple και οι Pink Floyd έδιναν κι έπαιρναν στα ακούσματα αυτής της κάπως μετέωρης γενιάς. Που φώναζε στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης «έξω οι Αμερικάνοι», αλλά ταυτόχρονα φορούσε τζιν, έπινε κοκακόλα και άκουγε αμερικάνικη μουσική.

 

Επηρεασμένοι από το progressive rock ο Μαχαιρίτσας με μερικούς ακόμη φτιάχνουν τους PLJ (1979), κυκλοφορώντας ένα δισκάκι με τέσσερα τραγούδια ("Gaspar"), που πήγε άπατο. Δεν το άκουσε κανένας. Παρά ταύτα το συγκρότημα δεν διαλύθηκε, καθότι στο πίσω μέρος του μυαλού του είχε πάντα τη «διεθνή καριέρα» (έναν από τους μεγαλύτερους ανασταλτικούς παράγοντες στην ανάπτυξη του πιο σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού). Ήθελαν όλοι να γίνουν Νάνα Μούσχουρη, Βίκυ Λέανδρος, Ντέμης Ρούσσος, Βαγγέλης Παπαθανασίου... αναλόγως ο καθένας από πού ερχόταν. Οι PLJ, πιο συγκεκριμένα, ήθελαν να γίνουν Aphrodite's Child, αγνοώντας πως η εποχή που είχαν μεγαλουργήσει οι τελευταίοι είχε περάσει ανεπιστρεπτί.

 

O Λαυρέντης Μαχαιρίτσας την εποχή που ήταν στους Τερμίτες.
O Λαυρέντης Μαχαιρίτσας την εποχή που ήταν στους Τερμίτες.

 

Δεν το βάζουν κάτω όμως. Φθάνουν μέχρι τη Γαλλία για να προωθήσουν τον «Αρμαγεδώνα» τους, αλλά τρώνε πόρτα. Κανείς δεν ενδιαφερόταν διεθνώς, για ήχους δέκα χρόνια παλιούς, που δεν ακούγονταν πλέον πουθενά. Με τα χίλια ζόρια το "Armageddon" θα κυκλοφορήσει τελικά το 1982 στην Ελλάδα, δεν θα το ακούσει κανένας, ενώ θα πάρει και τις χειρότερες κριτικές από τον μουσικό Τύπο (που αντιδρά κομπλεξικά, γιατί το άλμπουμ κατά βάση δεν είναι κακό, απλά είναι εκτός εποχής). Μια δεκαετία και βάλε αργότερα θα το ανακαλύψουν κάποιοι περιθωριακοί Γερμανοί, αναδεικνύοντάς το κατόπιν εορτής, σ' ένα από τα top LP του ευρωπαϊκού progressive. Μια μικρή δικαίωση; Πείτε το κι έτσι.

 

Ο Μαχαιρίτσας και οι PLJ αντιλαμβάνονται ότι το πράγμα δεν οδηγείται πουθενά και αποφασίζουν να κάνουν τη στροφή. Να χρησιμοποιήσουν ελληνικά λόγια στα τραγούδια τους και δειλά-δειλά να αλλάξουν το όνομά τους. Κι έτσι, το 1983 κυκλοφορούν ως PLJ το άλμπουμ «Τερμίτες». Ένα χρόνο αργότερα (1984), το Τερμίτες, ως όνομα πια, φιγουράρει στο επόμενο LP τους, την «Αμαρτωλή Μαρία». Εκεί ο Νταλάρας, που βλέπει μπροστά και πιάνει το «προς τα πού κυλάει το πράγμα», θα πει τη «Σκόνη» και οι ίδιοι οι Τερμίτες, ο Μαχαιρίτσας, το «Μηχανικά» (ένα από τα ωραιότερα τραγούδια τους).

 

Το πράγμα δένει και προχωράει, αλλά όχι με κάποια τρομερή επιτυχία. Παρά ταύτα, το 1988 οι Τερμίτες θα βγάλουν τον καλύτερο δίσκο τους, το «Περιμένοντας τη Βροχή», μέσα από τον οποίο θα ξεπηδήσει σταδιακά η μεγαλύτερη επιτυχία τους, το «Πόσο σε θέλω». Το τραγούδι έκανε τεράστιο γκελ στον κόσμο, αφήνοντας στη σκιά άλλα πολύ καλύτερα κομμάτια (από το ίδιο άλμπουμ), όπως το «Όταν τρελάθηκε ο Ούγκο Βολφ».

 

 

Όταν τρελάθηκε ο Ούγκο Βολφ - Τερμίτες

 

Οι μπάντες διαλύονται. Οι τραγουδοποιοί έχουν περάσει πια τα 30 και το να παίζεις μ' ένα σταθερό γκρουπ και μετά τα 30 σου δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα. Κάπου τότε διαλύθηκαν οι Φατμέ και κάπου τότε διαλύονται και οι Τερμίτες (Αντώνης Μιτζέλος, Δημήτρης Βασαλάκης, Παύλος Κικριλής, Φίλιππος Σπυρόπουλος, κάποιοι από τους υπόλοιπους).

 

Ο Μαχαιρίτσας, που διαθέτει πάντα μια πολύ ωραία, ειδική ροκ φωνή, κι έχει την άνεση να γράφει μόνος του τραγούδια (μουσικές βασικά), ξεκινά προσωπική καριέρα και κάπως έτσι στην αρχή των nineties (1991) γίνεται το μεγάλο μπαμ με το «Διδυμότειχο Βlues».

 

Βασικά είναι το δεύτερο προσωπικό LP του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα κι εκείνο που εκτοξεύει μεμιάς τη φήμη του, αφού οι στίχοι του Γιάννη (Μπαχ) Σπυρόπουλου (που αφορούσαν τη στρατιωτική θητεία του Μαχαιρίτσα) πιάνουν όλο τον κόσμο. Κυρίως, όμως, τον αντρικό πληθυσμό, αφού κάθε Έλληνας, ως πρώην φαντάρος, αναγνωρίζει στα λόγια («το '76 έκλεισα τα μάτια / κάπνισα μια γόπα σβήστηκα απ' το χάρτη / κόλαση του Δάντη») τον ίδιο του τον εαυτό. Κι όταν κάποιος τραγουδά για τον εαυτό σου, όταν τραγουδά για σένα, η ταύτιση είναι απόλυτη. Το τραγούδι είσαι εσύ.

 

Οι επιτυχίες θα έρθουν μετά κολλητά. Ο Μαχαιρίτσας είναι από τους μεγάλους ήρωες, φίρμες, πείτε το όπως θέλετε, του νέου ηλεκτρικού τραγουδιού, γεμίζει κλαμπ, θέατρα, γήπεδα κ.λπ., γράφει και λέει, ασταμάτητα, τραγούδια με άγκιστρο στον κόσμο, και ο κόσμος τού το αναγνωρίζει.

 

Ο Μαχαιρίτσας εκφραζόταν πάντα με τον δικό του τρόπο, μιλώντας απλά και βιωματικά, δίχως να συντάσσεται με την «κοινή γραμμή» και με το αυτονόητο.
Ο Μαχαιρίτσας εκφραζόταν πάντα με τον δικό του τρόπο, μιλώντας απλά και βιωματικά, δίχως να συντάσσεται με την «κοινή γραμμή» και με το αυτονόητο.

 

«Ρίξε κόκκινο στη νύχτα», «Να δεις τι σου 'χω για μετά» (με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου), κάνει τον δίσκο με τον για χρόνια συνοδοιπόρο του Διονύση Τσακνή «Η Νύχτα θα το Πει» (1994), που περιλαμβάνει ζωντανές ηχογραφήσεις από τον Λυκαβηττό και το Μετρό, λέει το «Ένας Τούρκος στο Παρίσι» (1996), το «Και τι ζητάω» (1999) και το «Έλα ψυχούλα μου» (2001), διασκευάζει το «Il sultano di Babilonia e la prostitute» (2001) του Angelo Branduardi, συμμετέχει στο σάουντρακ της ταινίας «Εφάπαξ» (2001) του Νίκου Ζαπατίνα και βασικά συνεργάζεται με τους πάντες.

 

Με τη Μαρία Φαραντούρη στο άλμπουμ «Οι Άγγελοι Ζουν Ακόμη στη Μεσόγειο» (2012), με τον Διονύση Σαββόπουλο (στο «Και τι ζητάω» ως γνωστόν), με την Ελευθερία Αρβανιτάκη στο «Μικρασιάτικο» και στο άλμπουμ της «Όλα στο φως» (2004), φυσικά με τους Γιώργο Νταλάρα, Δήμητρα Γαλάνη, Χαρούλα Αλεξίου, Κατσιμιχαίους, την παρέα Σάκη Μπουλά-Γιάννη Ζουγανέλη, τον Δημήτρη Μητροπάνο στο «Εντελβάις» (1999), ενώ δεν πρέπει να ξεχάσουμε και τη συνεργασία του, από την εποχή των Τερμιτών, με τη Φλέρυ Νταντωνάκη (στο «Τραγούδι της νύχτας» το 1986).

 

Προσωπικούς δίσκους εξακολουθεί να βγάζει, παράλληλα με τα live, τα οποία δεν σταματάει ποτέ. Μέσα στα χρόνια της «κρίσης» ο Μαχαιρίτσας θα δώσει καλά άλμπουμ, όπως «Η Ενοχή των Αμνών» (2010), «Οι Άγγελοι Ζουν Ακόμη στη Μεσόγειο» (2012) και «Μια Τρύπα στο Νερό... Κύριε Μάνο» (2014), δείχνοντας αστείρευτη τραγουδοποιητική έμπνευση. Ο άνθρωπος είπε... την άμμο της θάλασσας.

 

Ο ξαφνικός χαμός του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα αποτελεί πλήγμα για το ελληνικό τραγούδι. Η γενιά του (και ο κόσμος που τον αγάπησε) χάνει έναν άξιο εκπρόσωπό της, έναν τραγουδοποιό που έγραψε και γνώρισε μεγάλες επιτυχίες, διατηρώντας πάντα ένα προφίλ λιτό και καθαρό, όχι μόνο πάνω στη σκηνή, αλλά και κάτω απ' αυτή – αφού ο Μαχαιρίτσας εκφραζόταν πάντα με τον δικό του τρόπο, μιλώντας απλά και βιωματικά, δίχως να συντάσσεται με την «κοινή γραμμή» και με το αυτονόητο.

 

Προσωπικά, θα θυμάμαι πάντα τη συγκίνησή του, όταν άκουγε το τραγούδι του Τάκη Μουσαφίρη «σε μια στοίβα καλαμιές αποκοιμήθηκα, κι έβλεπα από την αρχή πως ξαναγεννήθηκα»...

 

Α dream within a dream... Λαυρέντη.

 

 

Πόσο σε θέλω - Λαυρέντης Μαχαιρίτσας