Ήρθα στον κόσμο τον Σεπτέμβριο του 1928, στην Αθήνα. Ο πόλεμος του '40 με βρήκε δώδεκα χρονών. Παιδί της κατεχόμενης ελληνικής πρωτεύουσας, δεν είχα την πολυτέλεια να εκδράμω στην ύπαιθρο και ως εκ τούτου η αγροτική ζωή μού ήταν παντελώς άγνωστη. Όσο για τα δώρα του Διονύσου, γνώριζα μόνο τις σταφίδες, πολύτιμο θερμιδογόνο καρπό τα στερημένα χρόνια της ναζιστικής κατοχής. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι κανένα βίωμα δεν με ώθησε να επιλέξω ως ειδικότητα τον τομέα της oινολογίας.


• Το 1952, όταν αποφοίτησα από τη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και προστέθηκα στους 800 άνεργους πτυχιούχους χημικούς, βρέθηκα, τελείως τυχαία, να εργάζομαι μετά από έναν χρόνο ως ημερομίσθια χημικός στο Ινστιτούτο Οίνου, ίδρυμα τεχνολογικής έρευνας του υπουργείου Γεωργίας. Σ' αυτό το ίδρυμα εκπόνησα τη διδακτορική μου διατριβή, την οποία υποστήριξα το 1958 στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με εισηγητή τον εγνωσμένης αυστηρότητας καθηγητή της Οργανικής Χημείας Γεώργιο Βάρβογλη.


• Τα χρόνια εκείνα έδωσα δύο διαλέξεις στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Χημείου του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη δεύτερη ήρθε να με συγχαρεί ο Νικόλαος Πολυμενάκος, καθηγητής Γεωργικής Τεχνολογίας της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής Αθηνών, ο οποίος με ρώτησε γιατί δεν υπέβαλλα αίτηση για υποτροφία σπουδών στη Γαλλία. Του είπα ότι είχα υποβάλει μεν αλλά η διοίκηση του υπουργείου απάντησε ότι δεν υπήρχαν θέσεις. «Θέσεις υπάρχουν, αλλά τις κρατούν για τους γεωπόνους» σχολίασε θυμωμένος.

 

Γνωρίζοντας ότι ο συνομιλητής μου ήταν πρόεδρος της Επιτροπής Έγκρισης Υποτροφιών, υπέβαλα αναφορά απευθείας στον γενικό διευθυντή, παρακάμπτοντας τη διοίκηση του υπουργείου. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους (1959) καθόμουν στα θρανία του Πανεπιστημίου του Μπορντό, μετά εργάστηκα για τρεις μήνες σε χημικό εργαστήριο του Πανεπιστημίου του Moνπελιέ και την άνοιξη σε ένα ερευνητικό κέντρο του υπουργείου Γεωργίας, στο οποίο λειτουργούσε εργαστήριο μελέτης ζυμομυκήτων. Σκοπός μου ήταν να αποκτήσω εμπειρίες από διαφορετικά κέντρα έρευνας.

 

Ξεκίνησα το οδοιπορικό μου στις αμπελουργικές περιοχές της πατρίδας μας, της κατεστραμμένης από την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Κοιμήθηκα σε σπίτια παπάδων, δασκάλων και αμπελουργών γιατί δεν υπήρχαν ξενοδοχεία, ταξίδεψα με τζιπ, μουλάρια και γαϊδουράκια, γιατί τότε οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είχαν δικό τους αυτοκίνητο, μίλησα με αμπελουργούς την ώρα της δουλειάς τους και τα βράδια στα καφενεία, δοκίμασα κρασιά από γηγενείς ποικιλίες και κατέγραψα τον τρόπο –πρωτόγονο– παρασκευής τους.


• Όταν βρισκόμουν στο Moνπελιέ, πληροφορήθηκα από γράμμα συναδέλφων ότι είχε προκηρυχθεί μια θέση μόνιμου χημικού, την οποία, σύμφωνα με όσα φημολογούνταν, είχε ζητήσει το παλάτι και προοριζόταν για χημικό άλλου εργαστηρίου, ο σύζυγος της οποίας ήταν γνωστό πως ανήκε στους βασιλικούς κύκλους. Ξανάπιασα γραφίδα και την επομένη υπέβαλα συστημένη την υποψηφιότητά μου για τη θέση. Η αίτησή μου έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία, γιατί η χημικός για την οποία προοριζόταν η θέση δεν είχε κανένα από τα δικά μου τυπικά προσόντα.

 

Τελικά, επικράτησε σολομώντειος λύση: προκηρύχθηκαν δύο θέσεις. Ως εκ τούτου, όταν επέστρεψα από τη Γαλλία ήμουν Τμηματάρχης Β' του υπουργείου Γεωργίας και από το 1962 άρχισα να εκπροσωπώ τη χώρα μας στην υποεπιτροπή των μεθόδων αναλύσεως και εκτιμήσεως γλευκών και οίνων του Διεθνούς Διακυβερνητικού Οργανισμού Αμπέλου και Οίνου, του γνωστού OIV με έδρα το Παρίσι και 35 (τότε) κράτη-μέλη.

 

Το 1964, όταν συνταξιοδοτήθηκε ο διευθυντής του ιδρύματος, βρέθηκα προϊσταμένη του Ινστιτούτου Οίνου σε ηλικία μόλις 36 ετών. Την ίδια εκείνη χρονιά ορίστηκα εκπρόσωπος της Ελλάδας σε τρεις επιτροπές του Συμβουλίου της Ευρώπης στο Στρασβούργο για τη σύνταξη Διεθνούς Συνθήκης για τους οίνους και τα αλκοολούχα ποτά.
Το 1964, όταν συνταξιοδοτήθηκε ο διευθυντής του ιδρύματος, βρέθηκα προϊσταμένη του Ινστιτούτου Οίνου σε ηλικία μόλις 36 ετών. Την ίδια εκείνη χρονιά ορίστηκα εκπρόσωπος της Ελλάδας σε τρεις επιτροπές του Συμβουλίου της Ευρώπης στο Στρασβούργο για τη σύνταξη Διεθνούς Συνθήκης για τους οίνους και τα αλκοολούχα ποτά.


• Το 1964, όταν συνταξιοδοτήθηκε ο διευθυντής του ιδρύματος, βρέθηκα προϊσταμένη του Ινστιτούτου Οίνου σε ηλικία μόλις 36 ετών. Την ίδια εκείνη χρονιά ορίστηκα εκπρόσωπος της Ελλάδας σε τρεις επιτροπές του Συμβουλίου της Ευρώπης στο Στρασβούργο για τη σύνταξη Διεθνούς Συνθήκης για τους οίνους και τα αλκοολούχα ποτά.

 

Το 1977, ο συνάδελφος Βασίλης Πυροβολάκης, με την ιδιότητα του αρχισυντάκτη του περιοδικού «Ο Οινολόγος», μου ζήτησε να μιλήσω για «τη ρηξικέλευθη απόφαση να ασχοληθώ με το νοικοκύρεμα της ελληνικής οινοπαραγωγής, πώς το αποφάσισα, ποιος με βοήθησε και με συνέδραμε στην απόφασή μου αυτή και από πού υπήρξαν οι κυριότερες αντιδράσεις». Σχετικά μ' αυτό το θέμα, θα παραθέσω μόνο όσα περιγράφουν την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο αμπελοοινικός τομέας της χώρας μας όταν κλήθηκα να τον υπηρετήσω.


• Αντίθετα απ' ό,τι πιστεύεται στον κλάδο, δεν ήταν ούτε η μετεκπαίδευσή μου στη Γαλλία ούτε η συμμετοχή μου στον OIV που επηρέασαν την απόφασή μου να ασχοληθώ με το νοικοκύρεμα της ελληνικής οινοπαραγωγής αλλά το Συμβούλιο της Ευρώπης. Ως χημικός, είχα την έφεση να ασχοληθώ με την εργαστηριακή έρευνα. Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου στο Ινστιτούτο Οίνου δημοσίευσα στον ξένο επιστημονικό Τύπο πολλές πρωτότυπες εργασίες χημικής φύσεως και το ίδρυμα είχε αναπτύξει μεγάλη δραστηριότητα και αποκτήσει κύρος στην προαναφερθείσα υποεπιτροπή του OIV.

 

Όμως, με οικονομικής φύσεως θέματα ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στην Επιτροπή Ανωτάτων Λειτουργών, όπου ήμουν η μόνη γυναίκα μεταξύ περίπου 200 αντρών, και ο πιο μικρός σε ηλικία εκπρόσωπος. Οι συζητήσεις ήταν ψύχραιμες, αλλά οι αντιπροσωπείες ανυποχώρητες σε όσα προβλέπονταν από τη νομοθεσία τους: ονομασίες προέλευσης, επωνυμίες δηλωτικές του γένους του προϊόντος, προστασία και κατοχύρωσή τους, ετικετάρισμα και όλα τα συναφή.


• Ρουφούσα σαν σφουγγάρι τις συζητήσεις και όταν γύριζα «βομβάρδιζα» με εκθέσεις τις αρμόδιες υπηρεσίες: ΥΠ.ΓΕ., ΓΧΚ, ΥΠ.ΕΞ., ΥΠ. ΕΜΠ. Ζητούσα οδηγίες, απόψεις, βοήθεια. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Και τότε ένιωσα «γυμνή», δεν είχα νομοθεσία να στηρίξω διεκδικήσεις, δεν είχα επώνυμα προϊόντα για να προστατεύσω, δεν είχα ονομασίες προέλευσης για να αναγράψω στους πίνακες, δεν είχα παράδοση στο εμφιαλωμένο κρασί, δεν είχα φορείς που να έχουν γνώμη, δεν υπήρχαν υπηρεσίες που να προβληματίζονται. Ένιωσα σαν την καλαμιά στον κάμπο.

 

Τότε, εκεί, στο Στρασβούργο, πήρα τη μεγάλη απόφαση. Το Ινστιτούτο Οίνου δεν ήταν πανεπιστημιακό εργαστήριο οινολογίας ώστε να ασχολείται μόνο με χημικές αναλύσεις. Είχε ιδρυθεί για να συντελέσει με τις εργασίες και εισηγήσεις του στην ποιοτική αναβάθμιση του ελληνικού κρασιού. Εκεί έπρεπε να στρέψω όλη μου τη δραστηριότητα∙ όχι μόνο τη δική μου αλλά και των συναδέλφων. Η ΕΟΚ ήταν ad portas, οφείλαμε να ετοιμαστούμε για τις διαπραγματεύσεις έγκαιρα. Και μια τέτοια προετοιμασία, αρχίζοντας από το μηδέν, ήταν έργο ζωής.

 

• Οι συνάδελφοι έφυγαν σταδιακά στο εξωτερικό με υποτροφίες που φρόντισα να τους εξασφαλίσω κι εγώ ξεκίνησα το οδοιπορικό μου στις αμπελουργικές περιοχές της πατρίδας μας, της κατεστραμμένης από την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Κοιμήθηκα σε σπίτια παπάδων, δασκάλων και αμπελουργών γιατί δεν υπήρχαν ξενοδοχεία, ταξίδεψα με τζιπ, μουλάρια και γαϊδουράκια, γιατί τότε οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είχαν δικό τους αυτοκίνητο, μίλησα με αμπελουργούς την ώρα της δουλειάς τους και τα βράδια στα καφενεία, δοκίμασα κρασιά από γηγενείς ποικιλίες και κατέγραψα τον τρόπο –πρωτόγονο– παρασκευής τους.

 

Η χημικός Σταυρούλα Κουράκου το 1953, τον πρώτο χρόνο υπηρεσίας της στον πάγκο του Ινστιτούτου Οίνου του υπουργείου Γεωργίας. Θα τιμήσει αυτήν τη θέση με σειρά ερευνητικών εργασιών για τη χημική σύσταση των ελληνικών οίνων γενικότερα, δημοσιευμένες στον ξένο επιστημονικό Τύπο.
Η χημικός Σταυρούλα Κουράκου το 1953, τον πρώτο χρόνο υπηρεσίας της στον πάγκο του Ινστιτούτου Οίνου του υπουργείου Γεωργίας. Θα τιμήσει αυτήν τη θέση με σειρά ερευνητικών εργασιών για τη χημική σύσταση των ελληνικών οίνων γενικότερα, δημοσιευμένες στον ξένο επιστημονικό Τύπο.


• Μελέτησα ξένους περιηγητές και τα σχόλιά τους για τα κρασιά διαφόρων περιοχών μας, συγκέντρωσα πληροφορίες για την έκταση που καταλάμβαναν τα αμπέλια πριν καταστραφούν από τη φυλλοξήρα αλλά και τους λόγους εγκατάλειψης ορισμένων οικισμών, γιατί η αμπελοκαλλιέργεια θέλει χέρια, και μάλιστα έμπειρα. Σε δύο χρόνια ήμουν έτοιμη. Το παιδί της πόλης είχε αγαπήσει τον κόσμο της υπαίθρου, γιατί είχε ζήσει από κοντά τα προβλήματά του και είχε μοιραστεί το ψωμί του στο φτωχικό του τραπέζι.

 

Ως χημικός είχα αντιληφθεί ότι το μυστικό για καλό ελληνικό κρασί δεν κρυβόταν μόνο στα οινοποιεία ή την τεχνολογία παρασκευής τους αλλά και στην πρώτη ύλη και επομένως στους αμπελώνες. Όμως αυτό έπρεπε να αποδειχτεί. Εξασφάλισα τα κονδύλια για την κατασκευή ενός πειραματικού οινοποιείου, το οποίο μας επέτρεψε να παρασκευάζουμε κρασιά από σταφύλια ποικιλιών αμπέλου που προμηθευόμαστε απ' όλες τις αμπελουργικές περιοχές της χώρας. Ένας πλούτος ζηλευτός άρχισε να γεμίζει τα ποτήρια μας και οι ιδιαιτερότητες των οικοσυστημάτων να αποκαλύπτονται.


• Την ίδια εκείνη εποχή πληροφορήθηκα ότι στο Συμβούλιο της Ευρώπης υπήρχε το ενδεχόμενο να μην υπογραφεί η συνθήκη για την οποία είχαμε χάσει τόσα χρόνια, γιατί στο μεταξύ η ΕΟΚ των Έξι είχε ετοιμάσει τα δικά της σχέδια κανονισμών για τους οίνους και τα αλκοολούχα ποτά και δεν ήθελαν να βρεθούν με διεθνείς δεσμεύσεις πριν αποκρυσταλλωθεί η δική τους αμπελοοινική πολιτική. Κίνησα γη και ουρανό και με τις διασυνδέσεις που είχα αποκτήσει κατόρθωσα να φτάσει στα χέρια μου ένα αντίγραφο του σχεδίου κανονισμού για τους οίνους.

 

Από αυτό πληροφορήθηκα ότι θα υπήρχαν στην ΕΟΚ δύο κατηγορίες οίνων, οι επιτραπέζιοι και οι VQPRD (οίνοι ποιότητας παραγόμενοι σε καθορισμένη περιοχή), που αντιστοιχούσαν στους οίνους ονομασίας προέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τα κρασιά των τρίτων και συνδεδεμένων χωρών, όπως η Ελλάδα, για να εισαχθούν στην Κοινότητα έπρεπε να σέβονται την «τιμή αναφοράς». Του μέτρου αυτού εξαιρούνταν όσοι οίνοι ανήκαν σε κατηγορία ανάλογη με εκείνη των VQPRD.

 

• Έτσι, κατάφερα να πείσω τη διοίκηση του υπουργείου Γεωργίας ότι οι εξαγωγές οίνων θα διευκολύνονταν μελλοντικά εάν δημιουργούσαμε μια κατηγορία οίνων ανάλογη με εκείνη των VQPRD. Και επειδή ο όρος αυτός επιφυλασσόταν μόνο για τους οίνους των κρατών-μελών, ο μόνος δόκιμος διεθνής όρος ήταν Α.Ο. (Αppellation d' Οrigine). Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε ο νόμος-πλαίσιο για τις ονομασίες προέλευσης, οπότε ο δρόμος για παροχή κινήτρων προς επέκταση της αμπελοκαλλιέργειας στις ζώνες παραγωγής οίνων «ονομασίας προέλευσης» με βάση εκλεκτές γηγενείς ποικιλίες είχε πια ανοίξει.

 

Οι πρώτες υπουργικές αποφάσεις άρχισαν να εκδίδονται το 1972. Είναι φανερό ότι κανείς δεν με βοήθησε στην απόφασή μου, γιατί τα χρόνια εκείνα κανείς στην Ελλάδα δεν καταλάβαινε τη «γύμνια» μας. Αυτή την ένιωσα εγώ που στο Στρασβούργο είχα την ευθύνη της εκπροσώπησης – αλήθεια, ποιων; Ποιους εκπροσωπούσα; Κανέναν. Γι' αυτό και ουσιαστικά κανείς δεν αντέδρασε, γιατί κανείς δεν πίστεψε ότι κάτι άλλαζε, κάτι γεννιόταν.

 

• Δεν βρήκα δυσκολίες επειδή ήμουν γυναίκα. Παρά το νεαρό της ηλικίας μου, όχι μόνο με δέχτηκαν στον ανδροκρατούμενο τότε κόσμο τους αλλά και με αποδέχτηκαν. Ακόμα και στην ελληνική ύπαιθρο, σε χωριά όπου οι γυναίκες φορούσαν ακόμη τσεμπέρι, γινόμουν δεχτή με σεβασμό, ίσως επειδή η συμπεριφορά μου ήταν ανά περίπτωση η κατάλληλη. Ως παράδειγμα αναφέρω ότι στην ύπαιθρο δεν φορούσα αντρικό παντελόνι, δεν έβαζα το ένα πόδι πάνω στο άλλο, δεν βαφόμουν και δεν κάπνιζα· σεβόμουν τις ευαισθησίες και τις αρχές τους.

 

Τον τίτλο «Κυρά των Αμπελιών» από το ομώνυμο ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Κυρά των αμπελιών... είσαι η λεβεντιά κι είσαι η Ελλάδα» τον οφείλω στον Κυριάκο Κορόβηλα. Με αυτόν τον τίτλο ανήγγειλε από την εφημερίδα «Η Καθημερινή», της οποίας ήταν αρχισυντάκτης, την ομόφωνη εκλογή μου το 1979 στην προεδρία του OIV. Κανείς τίτλος δεν με τίμησε περισσότερο.

 

Τον τίτλο «Κυρά των Αμπελιών» από το ομώνυμο ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Κυρά των αμπελιών... είσαι η λεβεντιά κι είσαι η Ελλάδα» τον οφείλω στον Κυριάκο Κορόβηλα. Με αυτόν τον τίτλο ανήγγειλε από την εφημερίδα «Η Καθημερινή», της οποίας ήταν αρχισυντάκτης, την ομόφωνη εκλογή μου το 1979 στην προεδρία του OIV. Κανείς τίτλος δεν με τίμησε περισσότερο.

 

Οι συνάδελφοι και ο κλάδος το ξέρει: δεν ήταν πάντα ο δρόμος μου ανοιχτός. Συγκεκριμένα, όταν το ΠΑΣΟΚ ήρθε στην εξουσία, εξακολούθησα να εκπροσωπώ την Ελλάδα στον OIV και την ΕΟΚ, και μάλιστα είχα δύο προεδρίες επιτροπών ad hoc του συμβουλίου κατά την πρώτη προεδρία της Ελλάδας στην ΕΟΚ: μία για τους οίνους και μία για τα αλκοολούχα ποτά. Και μάλιστα, στην πρώτη προώθησα χρονίζοντα θέματα, με συνέπεια ο προεδρεύων Έλληνας υπουργός να δεχτεί πολλά συγχαρητήρια από τους ομολόγους του και στελέχη των Βρυξελλών.

 

Η δυναμική πρόεδρος του OIV, πρώτη γυναίκα πρόεδρος διεθνούς διακυβερνητικού τεχνοοικονομικού οργανισμού, μετά την παμψηφεί εκλογή της από τη Γενική Συνέλευση των κρατών-μελών (Γερμανία 1979). Όπως ειπώθηκε, μπήκε στην αίθουσα ως Ναπολέων και μίλησε ως Κικέρων.
Η δυναμική πρόεδρος του OIV, πρώτη γυναίκα πρόεδρος διεθνούς διακυβερνητικού τεχνοοικονομικού οργανισμού, μετά την παμψηφεί εκλογή της από τη Γενική Συνέλευση των κρατών-μελών (Γερμανία 1979). Όπως ειπώθηκε, μπήκε στην αίθουσα ως Ναπολέων και μίλησε ως Κικέρων.


• Όμως, παράγοντες του «κινήματος» ζητούσαν από την αρχή την «κεφαλή» μου. Έτσι, όταν τελείωσε η ελληνική Προεδρία στην ΕΟΚ και νόμιζαν ότι δεν με χρειάζονταν πια, μου κοινοποιήθηκε η μετάθεσή μου στο Ινστιτούτο Εδαφολογίας. Ζήτησα να δω τον υπουργό: «Ξέρω ότι θα βλάψω το αντικείμενο, αλλά είμαι υποχρεωμένος να σας μεταθέσω, μη με ρωτήσετε γιατί» μου είπε. Του εξήγησα ότι δεν πήγα να ζητήσω εξηγήσεις για τις αποφάσεις του αλλά για να του πω ότι «εγώ δεν γίνομαι κηφήνας του ελληνικού Δημοσίου τα τελευταία 3,5 χρόνια της καριέρας μου. Τα θέματα του Ινστιτούτου Εδαφολογίας δεν τα γνωρίζω και όμως θα καλύψω θέση υποδιευθυντή, χωρίς να μπορώ να προσφέρω απολύτως κανένα έργο. Αυτό –και μόνον αυτό– κάνει την απόφαση της μετάθεσής μου ανήθικη· είναι πιο τίμιο να ζητήσετε την παραίτησή μου και θα την έχετε χωρίς περιστροφές, αλλά να μου ζητηθεί εγγράφως, γιατί εγώ, από μόνη μου, δεν έχω λόγους να αφήσω το έργο μου ημιτελές, τώρα μάλιστα που η χώρα μας είναι μέλος της ΕΟΚ και χρειάζεται πολλή δουλειά και έμπειρους εκπροσώπους».

 

Με ρώτησε τι προτείνω. Του απάντησα πως θα ήθελα να μείνω στο ίδρυμα χωρίς να έχω καμία απολύτως εξουσία, ως ένας απλός μελετητής στη βιβλιοθήκη και στα αρχεία του. Έτσι κι έγινε. Η μετάθεσή μου ουδέποτε εκτελέστηκε. Για του λόγου το αληθές, ο υπουργός λεγόταν Κώστας Σημίτης. Πολλοί αναρωτήθηκαν γιατί δεν παραιτήθηκα, όπως έπραξαν άλλοι αξιόλογοι άνθρωποι του δημόσιου τομέα όταν υποτιμήθηκαν. Η στάση μου οφειλόταν στο γεγονός ότι τον εμπειρογνώμονα δεν του κάνει η «καρέκλα» αλλά τον δικαιώνει το έργο. Και, αντίθετα απ' όσα νόμιζαν οι συνδικαλιστές, το έργο με χρειαζόταν ακόμη.


• Πράγματι, έπειτα από λίγους μήνες υπήρχε ένα θέμα προς διαπραγμάτευση με την Κομισιόν και οι περί τον υπουργό αναρωτιόντουσαν ποιος θα μπορούσε να το αναλάβει. Ο ίδιος μου ανέθεσε τον σχετικό φάκελο και τους έφερα από τις Βρυξέλλες το σχέδιο κανονισμού έτοιμο. Έπειτα από λίγο μου ανατέθηκε η προεδρία της διυπουργικής και διεπαγγελματικής «Νομοθετικής Επιτροπής για τους οίνους», κύριο θέμα της οποίας ήταν μια νέα κατηγορία κοινοτικών οίνων, οι Τοπικοί Οίνοι, που μετεξελίχθηκαν σε οίνους προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης, στην οποία υπάγονται σήμερα πολλοί ελληνικοί οίνοι με διεθνή προβολή. Μπήκαν, επίσης, οι βάσεις για τις νομοθετικές ρυθμίσεις περί «αμπελουργικών εκμεταλλεύσεων», οι οποίες συνέβαλαν στην ανάπτυξη των οίνων των «μικρών παραγωγών», συντελώντας στον εμπλουτισμό της αγοράς με πληθώρα ελληνικών οίνων από πολλές αμπελουργικές περιοχές της χώρας μας.


• Ταυτόχρονα, δημιουργήθηκε στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, με αίτημα των φορέων, η Επιτροπή Αλκοολούχων Ποτών και ο τότε «τσάρος της Οικονομίας», ο παντοδύναμος Αρσένης, ζήτησε από τον υπουργό Γεωργίας, έπειτα από εισήγηση συνεργατών του, να αναλάβω την προεδρία της και τις διαπραγματεύσεις με την ΕΟΚ. Έτσι, βρέθηκα για δεύτερη φορά πρόεδρος της ad hoc Επιτροπής του Συμβουλίου κατά τη δεύτερη προεδρία της Ελλάδας στην ΕΟΚ και πέτυχα την ψήφιση του χρονίζοντος κανονισμού για τα αλκοολούχα ποτά, με τον οποίο διασφαλίστηκε η ελληνικότητα της επωνυμίας «ούζο» και άνοιξε ο δρόμος για το τσίπουρο, την τσικουδιά, το απόσταγμα σταφίδας, το μπράντι σταφυλής κ.ά.

 

Υπήρξα ο μόνος πρόεδρος ad hoc επιτροπής στα χρονικά της ΕΟΚ που ο υπουργός του τού έδωσε τον λόγο να μιλήσει αντ' αυτού στο Συμβούλιο Υπουργών. Όταν ψηφίστηκε ο κανονισμός στις 3 τα ξημερώματα αγκαλιαστήκαμε αυθόρμητα με έναν άλλο υπουργό Γεωργίας του ΠΑΣΟΚ, τον Γιάννη Ποτάκη, υπό τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα των αντιπροσωπειών των κρατών-μελών και των στελεχών του Συμβουλίου και της Κομισιόν.

 

Η ζωή μού έχει μάθει ότι εάν βάλεις έναν στόχο, επιδίωξέ τον με επιμονή χωρίς παρεκκλίσεις, αλλά οπλίσου με υπομονή, γιατί, εάν η πραγμάτωσή του δεν εξαρτάται αποκλειστικά από εσένα, ίσως απαιτηθεί πολύς χρόνος για να επιτευχθεί.
Η ζωή μού έχει μάθει ότι εάν βάλεις έναν στόχο, επιδίωξέ τον με επιμονή χωρίς παρεκκλίσεις, αλλά οπλίσου με υπομονή, γιατί, εάν η πραγμάτωσή του δεν εξαρτάται αποκλειστικά από εσένα, ίσως απαιτηθεί πολύς χρόνος για να επιτευχθεί.


• Όταν ανατρέχω στο μακρινό εκείνο 1964 των 36 χρόνων μου, συνειδητοποιώ ότι ούτε οι αμπελουργοί, μαθημένοι στις μεγάλες στρεμματικές αποδόσεις, ήταν έτοιμοι να δεχτούν και να εφαρμόσουν τις προδιαγραφές για την παραγωγή πρώτης ύλης, κατάλληλης για παραγωγή οίνων ποιότητας, ούτε τα συνεταιρικά οινοποιεία με τις προβιομηχανικές εγκαταστάσεις μπορούσαν να παράγουν οίνους ποιότητας. Και, δυστυχώς, ούτε οι Έλληνες καταναλωτές, συνηθισμένοι στους οξειδωμένους οίνους κοινής κατανάλωσης, ήταν σε θέση να εκτιμήσουν και να πληρώσουν την ποιότητα των εμφιαλωμένων οίνων ονομασίας προέλευσης, έννοια την οποία αγνοούσαν.

 

Εξάλλου, επικρατούσε η άποψη ότι από τις αμπελουργικές περιοχές της λεκάνης της Μεσογείου δεν μπορούσαν να παραχθούν οίνοι ποιότητας. Τα κρασιά τους αποτελούσαν φτηνή πρώτη ύλη για τα οξοποιεία και τα αποσταγματοποιεία της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Όμως η χώρα μας, χάρη στο ανάγλυφο του εδάφους της, τους αμπελώνες σε υψόμετρο, την εναλλαγή βουνού και θάλασσας και τις πάμπολλες εκλεκτές τοποποικιλίες αμπέλου, είναι ιδανική για παραγωγή οίνων από αμπελώνες-«νησίδες», με ιδιαίτερους οσφραντικούς και γευστικούς χαρακτήρες.

 

• Είναι μια προνομιακή μεσογειακή χώρα· ακόμη και σε μικρά νησιά, όπως η Σάμος, οι αμπελώνες που εκτείνονται δίπλα στη θάλασσα σκαρφαλώνουν μέχρι και τα 800 μέτρα σε δασώδεις περιοχές, στην Κρήτη υπάρχουν αμπελουργικές εκμεταλλεύσεις στα 700 μέτρα υψόμετρο, στη Μαντινεία τ' αμπέλια γειτνιάζουν με τα έλατα των αρκαδικών βουνών, τα αμπέλια της Νάουσας και κυρίως του Αμύνταιου ξεχειμωνιάζουν μέσα στα χιόνια. Είναι γνωστό, δε, ότι η άμπελος αγαπάει τα ηφαιστειογενή εδάφη, όπως αυτά των περισσότερων αιγαιοπελαγίτικων νησιών μας. Γι' αυτό, παρά τις πρόσκαιρες αδυναμίες μας, πίστευα πως έπρεπε να γίνει το πρώτο βήμα. Όπως όλοι οι ονομαστοί οίνοι των αμπελουργικών χωρών της Ευρώπης ήταν γνωστοί με τα τοπωνύμια της περιοχής καταγωγής τους, τις ονομασίες προέλευσης, το ίδιο έπρεπε να ισχύσει και για τους ελληνικούς οίνους.

 

Ακόμη και σε μικρά νησιά, όπως η Σάμος, οι αμπελώνες που εκτείνονται δίπλα στη θάλασσα σκαρφαλώνουν μέχρι και τα 800 μέτρα σε δασώδεις περιοχές, στην Κρήτη υπάρχουν αμπελουργικές εκμεταλλεύσεις στα 700 μέτρα υψόμετρο, στη Μαντινεία τ' αμπέλια γειτνιάζουν με τα έλατα των αρκαδικών βουνών, τα αμπέλια της Νάουσας και κυρίως του Αμύνταιου ξεχειμωνιάζουν μέσα στα χιόνια.

 

 

• Τρία χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή μου, σε μια διάλεξη που είχε οργανώσει το 1991 ο Σύνδεσμος Ελληνικού Οίνου για τους εκπροσώπους του Τύπου, αναφέρθηκα για πρώτη φορά στην άνθηση των ελληνικών οίνων: «Η ιστορία της σύγχρονης ελληνικής οινοπαραγωγής αρχίζει ουσιαστικά τη δεκαετία του 1970· τότε είναι που το υπουργείο Γεωργίας κατέταξε νομοθετικά τις ποικιλίες αμπέλου, σύμφωνα με την ποιοτική αξιολόγηση που έκανε το Ινστιτούτο Οίνου έπειτα από ερευνητική εργασία πολλών χρόνων· τότε δόθηκαν τα πρώτα οικονομικά κίνητρα για επέκταση των εκλεκτών ποικιλιών οιναμπέλου σε περιοχές με εδαφοκλιματικές συνθήκες πρόσφορες για την αμπελοκαλλιέργεια και έτσι ανασυστήθηκαν οι αμπελώνες-"νησίδες", όταν και όπου ο δημογραφικός παράγοντας επέτρεπε την αναβίωσή της· τότε μπήκαν οι βάσεις μιας εκσυγχρονισμένης γενικότερα οινικής νομοθεσίας· τότε ακριβώς αρχίζει η σύγχρονη τεχνολογία να εφαρμόζεται στα ελληνικά οινοποιεία. Την ίδια αυτή εποχή το μάρκετινγκ κάνει την εμφάνισή του στον τομέα της ελληνικής οιναγοράς και η νομοθεσία της ΕΟΚ υπαγορεύει τους κανόνες της κοινής οινικής πολιτικής στο ετικετάρισμα των οίνων.


Μια νέα εποχή για το ελληνικό κρασί άρχισε εδώ και περίπου είκοσι χρόνια, καθώς η παλιά φρουρά του οινοβιομηχανικού κόσμου παρέδωσε σιγά-σιγά τη σκυτάλη στους ανθρώπους της νέας γενιάς, οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν σπουδάσει είτε το τεχνικό κομμάτι είτε το μάρκετινγκ. Την έλλειψη οινολογικών σχολών κάλυψαν οι σπουδές νέων επιστημόνων σε σχολές του εξωτερικού και η συμμετοχή του οινοβιομηχανικού κόσμου αλλά και των οινολόγων σε συνέδρια και επιτροπές στον χώρο της ΕΟΚ συντέλεσε σημαντικά στην προώθηση σωστών θέσεων σε ό,τι αφορά την παραγωγή, την αξιολόγηση και την εμπορική προώθηση των ελληνικών οίνων. Εξάλλου, οι σημαντικές επενδύσεις που έγιναν σε ανθρώπους και τεχνικά μέσα βελτίωσαν θεαματικά το μέρος εκείνο της ποιότητας των οίνων που οφείλεται στην τεχνολογική επεξεργασία.


Είναι φανερό ότι η θεαματική βελτίωση των ελληνικών εμφιαλωμένων οίνων, η άνθησή τους τα τελευταία χρόνια, οφείλεται σε πολλούς παράγοντες που κατά μία ευτυχή συγκυρία συνέπεσαν χρονικά και αλληλοϋποστηρίχτηκαν, όπως οι ομόρροπες δυνάμεις προστίθενται για να εκδηλωθούν ως μία συνισταμένη που ωθεί προς μία κατεύθυνση, ένα επίτευγμα, με δύναμη πολλαπλάσια των μεμονωμένων δυνάμεων. Το γεγονός ότι η ανάκαμψη συντελέστηκε μέσα σε τόσο λίγα χρόνια –όχι παραπάνω από είκοσι– δείχνει όλο τον δυναμισμό του αμπελοοινικού τομέα ως κλάδου της γεωργικής οικονομίας. Γνωρίζουμε ότι πολλά πρέπει να γίνουν ακόμα για να ολοκληρωθούν όσα πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια, γιατί η καθιέρωση των ονομασιών προέλευσης δεν είναι θέμα μιας γενιάς. Όμως ευτυχήσαμε να δούμε μέσα σε μια γενιά την καθιέρωση στη σύγχρονη έκφραση εννοιών πάνω στις οποίες βασίστηκαν, πριν από πολλούς αιώνες, η ποιότητα, η φήμη και η καλή εμπορία των ελληνικών οίνων».

 

• Από τότε που πρωτοαναφέρθηκα στην άνθηση των ελληνικών οίνων έχουν κυλήσει 29 χρόνια, στη διάρκεια των οποίων η εξωστρέφεια έφερε πολλούς ελληνικούς οίνους στις ξένες αγορές και μεγάλοι διεθνείς οινοκριτικοί κατατάσσουν μερικούς από αυτούς σε πολύ υψηλή βαθμολογική κλίμακα. Η ποιοτική ανέλιξη ορισμένων ελληνικών οίνων δρα ως ατμομηχανή για την προώθηση και τη φήμη του συνόλου της ελληνικής οινοπαραγωγής και συμβάλλει στην αναγνώριση της ιδιαιτερότητας και του ποιοτικού δυναμικού διαφόρων γηγενών ποικιλιών αμπέλου.

 

• Η ζωή μού έχει μάθει ότι εάν βάλεις έναν στόχο, επιδίωξέ τον με επιμονή χωρίς παρεκκλίσεις, αλλά οπλίσου με υπομονή, γιατί, εάν η πραγμάτωσή του δεν εξαρτάται αποκλειστικά από εσένα, ίσως απαιτηθεί πολύς χρόνος για να επιτευχθεί. Ο αμπελοοινικός τομέας μού έδωσε πολλές ικανοποιήσεις και μεγάλες χαρές. Εάν επρόκειτο να ξαναγεννηθώ, θα ευχόμουν να ζήσω και πάλι την ίδια αυτή ζωή, ακόμα και τις δύσκολες στιγμές της· αυτήν τη γεμάτη ζωή που αναλώθηκε στην υπηρεσία αυτού του ιδιαίτερου τομέα της ελληνικής γεωργικής οικονομίας που τον έχουν ευλογήσει όχι μόνο ο κερδώος Ερμής αλλά και ο Διόνυσος και ο Πάνας και οι Μούσες.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (ΕΠΙΛΟΓΗ)

Τα βιβλία «Το ξινόμαυρο» (2017), «Μαλαγουζιά» (2016), «Vinsanto, Το παραδοσιακό γλυκό κρασί της Σαντορίνης» (2015), «Σαντορίνη - Ιστορικό οινοπέδιο» (2015), «Άμπελος και οίνος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο» (2013) και «Νεμέα» (2012) κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις του Φοίνικα. Οι «Οινηρές επιλογές» και τα «Θέματα Οινολογίας» κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Τροχαλία.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO