Το αφήγημα της μυθολογίας. Οι μοίρες που μπλέκονται με τρόπο που τίποτα δεν μπορεί να ανατρέψει τις προσταγές τους. Οι σφοδροί έρωτες που συνεπάγονται τις μεγάλες υποχωρήσεις. Η απόλυτη αγάπη που σημαίνει «αφήνω τον εαυτό μου, παραδίνομαι και βουλιάζω στον άλλον...». Οι ήρωες που αιώνες υφαίνουν τον ιστό της Ιστορίας και πλέον αποκτούν σημερινά χαρακτηριστικά. Ο «Βασιλιάς της», το νέο μυθιστόρημα του Χρήστου Χωμενίδη (εκδόσεις Πατάκη), ξανακοιτά τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε μετά την αρπαγή της Ωραίας Ελένης από τον Πάρη.

 

Αφηγητής ο Μενέλαος, που με χιούμορ, σημερινό λόγο και γλαφυρές περιγραφές του αρχαίου ελληνικού κόσμου πλέκει και ξηλώνει το πουλοβεράκι της μυθολογίας, ανατρέποντας δεδομένα και κυρίως δικαιώνοντας τα «λερωμένα» πρόσωπα μίας από τις πιο αιματοβαμμένες απιστίες του παρελθόντος. Όπως αναφέρει και στο οπισθόφυλλο: «Η ιστορία µας βάφτηκε στο αίµα και στο ψέµα. Συνέβησαν όλα διαφορετικά απ' ό,τι τα έχετε ακούσει, συνέβησαν πάντως και θα ξανασυµβούν χίλιες χιλιάδες φορές ως τη συντέλεια του κόσµου».

 

«Την άφησα να φύγει επειδή την αγαπούσα. Και ήξερα, ένιωθα, λαχταρούσα να ξαναρχίσει τη ζωή της αλλιώς. Τι θα πει αγαπάω; Ανάθεµα αν έχετε προφέρει αυτό το ρήµα πέντε φορές σε όλη σας τη ζωή, τις τέσσερις για τη µάνα σας. Το τρέµετε – σας έχουν µάθει να το τρέµετε. Αγαπάω σηµαίνει γίνοµαι εκείνη που αγαπάω. Η µοίρα της δική µου µοίρα. Αν πέθαινε η Ελένη, θα θαβόταν η καρδιά µου. Όταν την είδα να σαλπάρει µε τον Πάρη, φρέσκος αέρας, δροσερός, φύσηξε εντός µου» λέει ο προδομένος βασιλιάς των Ελλήνων.

 

Αν κάτι με έχει απασχολήσει στη ζωή μου είναι τα βιβλία και οι γυναίκες. Εξ απαλών ονύχων μού έδωσαν πολύ μεγάλη αγάπη και η μητέρα μου, και οι γιαγιάδες μου, και η νταντά μου και οι θείες μου και όλοι. Άμα δεν σε έχουν αγαπήσει γυναίκες, δεν μπορείς να τις αγαπήσεις κι εσύ. 

 

— Ήταν, τελικά, η Ελένη το πρόσωπο που βασανίστηκες περισσότερο για το πώς θα παρουσιάσεις;

To βιβλίο λέγεται «Ο βασιλιάς της». Η έμφαση είναι στο «της». Ξεκάθαρα, λοιπόν, η Ελένη με παίδεψε, διότι, είναι η τέλεια ωραιότης. Δεν μιλάμε για ομορφιά, για μια απλώς συμπαθητική μορφή. Το να περιγράψεις την Ωραία Ελένη είναι όσο δύσκολο είναι να μιλήσεις για τον Θεό. Ποτέ δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για το απόλυτο. Επέλεξα, λοιπόν, να την παρουσιάσω αποσπασματικά. Αλλού τα μαλλιά, αλλού το στήθος, αλλού αναφέρω πως μέχρι να εμφανιστεί ήταν σαν να κατοικούσαν όλοι σε ένα σκοτεινό δωμάτιο κι εκείνη να άνοιξε μια χαραμάδα που γέμισε τα πάντα φως.

 

— Ήταν πάντα ένα γοητευτικό πρόσωπο της μυθολογίας ή την επιστράτευσες γιατί αναζητούσες ηρωίδα;

Όσο μεγαλώνει και ωριμάζει κανείς, τόσο καθίσταται έτοιμος να αντιμετωπίσει τα εμβληματικά πρόσωπα. Αυτό που σίγουρα ξέρω είναι ότι ποτέ δεν τη θεώρησα την τσούλα της ιστορίας. Άλλωστε, μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον όπου ποτέ κανείς δεν ηθικολόγησε. Ίσα-ίσα που το βιβλίο ανασκευάζει όσα κυριαρχούν περί απιστίας, στην οποία εγώ δεν πιστεύω. Αυτός ο πόλεμος εξυπηρέτησε μόνο τα εξουσιαστικά ένστικτα του Αγαμέμνονα. Πολεμήσαμε για να την προσβάλουμε, όχι για να πάρουμε πίσω αυτήν τη γυναίκα. Σίγουρα στο μυαλό και στην ψυχή μου δεν πρόκειται για τη γυναίκα που ενσάρκωσαν διάφορες καλλονές εποχής. Ήταν πολύ παραπάνω. Η μόνη μου επίδραση όταν την έγραφα ήταν η Μελίνα Μερκούρη, επίσης πρόσωπο που προσπάθησαν να μειώσουν και να κατεδαφίσουν. Στα μάτια μου είναι σαφές πως αν υπήρξε μια Ελληνίδα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα που να είχε κάτι από τη μαγεία που αποδίδω στην Ελένη, είναι αυτή.

 

— Το γεγονός ότι ζούμε σε μια περίοδο πολιτικής ορθότητας επηρέασε τον τρόπο που σκιαγράφησες τις γυναίκες, και δη την Ελένη, στο μυθιστόρημα;

Όχι. Ίσα-ίσα που θεωρώ ότι πρόκειται για το πιο φεμινιστικό μου μυθιστόρημα. Αν κάτι με έχει απασχολήσει στη ζωή μου είναι τα βιβλία και οι γυναίκες. Εξ απαλών ονύχων μού έδωσαν πολύ μεγάλη αγάπη και η μητέρα μου, και οι γιαγιάδες μου, και η νταντά μου και οι θείες μου και όλοι. Άμα δεν σε έχουν αγαπήσει γυναίκες, δεν μπορείς να τις αγαπήσεις κι εσύ. Γι' αυτό πάντα τις αντιμετωπίζω ως θαύματα εν κινήσει, ως επιταγές ευτυχίας.

 

— Αν ρωτούσε κάποιος τις γυναίκες στη ζωή σου θα έλεγαν το ίδιο;

Το ελπίζω... Οι περισσότερες, πάντως, παραδέχονται ότι είμαι ο τέλειος πρώην.

 

— Ο τρόπος που παρουσιάζεις τα πρόσωπα δεν αναπαράγει στερεότυπα;

Ελπίζω ότι περισσότερα τα σπάω. Δύο στερεότυπα αναπαράγω: το ένα είναι ο καλός και αγαθός Έκτορας, ένας άνθρωπος που προσπαθεί να δώσει πολιτική λύση σε μια πολυετή διένεξη που δεν του αρέσει καθόλου. Το δεύτερο είναι η προσωπικότητα του Οδυσσέα.

 

— Γιατί έδωσες σε ήρωες της μυθολογίας σημερινά χαρακτηριστικά; Γιατί παρουσίασες, για παράδειγμα, τον Μενέλαο ως γιατρό που έκανε και για ένα διάστημα τον ταβερνιάρη;

Μα υπήρχαν ταβέρνες τότε (γέλια). Να τους καταλάβω και να τους νιώσω ήθελα και όχι να τους αντιμετωπίσω ως αγάλματα που ζωντάνεψαν, πέταξαν από πάνω τους τη μαρμαρόσκονη και έπαιξαν τους ρόλους τους.

 

«Ο Μενέλαος έβλεπε τη σύζυγό του να λιώνει, να πεθαίνει. Μόνο ένας μαλάκας θα ήθελε να κρατήσει δίπλα του με το ζόρι μια γυναίκα που βλέπει ότι υποφέρει. Και για μένα ο Μενέλαος μόνο μαλάκας δεν ήταν. Τα μυθιστορήματα δεν παρουσιάζουν τον μέσο άνθρωπο, αλλά στοιχεία του. Άλλωστε, ο μέσος άνθρωπος δεν θα είχε ποτέ την Ελένη». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
«Ο Μενέλαος έβλεπε τη σύζυγό του να λιώνει, να πεθαίνει. Μόνο ένας μαλάκας θα ήθελε να κρατήσει δίπλα του με το ζόρι μια γυναίκα που βλέπει ότι υποφέρει. Και για μένα ο Μενέλαος μόνο μαλάκας δεν ήταν. Τα μυθιστορήματα δεν παρουσιάζουν τον μέσο άνθρωπο, αλλά στοιχεία του. Άλλωστε, ο μέσος άνθρωπος δεν θα είχε ποτέ την Ελένη». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

— Το γεγονός ότι η απιστία καταγράφεται από αρχαιοτάτων χρόνων τι αποδεικνύει για τους ανθρώπους;

Από τη στιγμή που οι άνθρωποι έφτιαξαν τις κοινωνίες τους, δέθηκαν με τη γη και τα ζώα (δηλαδή εκεί κοντά στην αγροτική επανάσταση), θεώρησαν ότι η ιδιοκτησία που είχαν κατακτήσει έπρεπε να κληροδοτείται στους απογόνους τους. Κατά συνέπεια, έπρεπε να ξέρουν ποιος είναι ο απόγονος, δηλαδή ο άντρας νόμιζε ότι μπορεί να ξέρει ποιανού είναι το παιδί. Και δεύτερον, τα παιδιά αργούσαν όλο και περισσότερο να καταστούν αυτόνομα, άρα πιο συγκροτημένα, γεγονός που έκανε τη δημιουργία της οικογένειας ακόμα πιο επιβεβλημένη. Η οικογένεια, λοιπόν, έπρεπε να είναι σταθερή για όλους τους παραπάνω λόγους και για να διαφυλαχτεί το λίκνο. Η πίστη ήταν αυτή που όριζε το πλαίσιο, γι' αυτό η απιστία κατέστη έγκλημα καθοσιώσεως. Παρ' όλα αυτά, ο άνθρωπος είναι πιο ελεύθερος και θεωρώ ότι υποτάχθηκε σε αυτή την αναγκαιότητα. Δεν ηθικολογώ ούτε υπέρ ούτε κατά της απιστίας. Αλλά τι σημαίνει απιστώ; Για μένα, χειρότερη από την απιστία, είναι η απόρριψη.

 

— Στο βιβλίο αναφέρεσαι στον τύπο του κερατά, που δεν αντέχει να μαθαίνει λεπτομέρειες. Πρέπει να τη γνωρίζουμε την απιστία;

Όχι, δεν πρέπει να γνωρίζουμε τίποτα το οποίο μας φθείρει, χωρίς να μας προσφέρει κάτι.

 

— Η γνώση σε φθείρει και όχι η πράξη καθαυτή;

Άμα πέσει ένα δέντρο στην Αυστραλία και δεν το ακούσει κανείς, δεν υπάρξει κάνεις τραυματίας, δεν μάθουμε ποτέ την είδηση, τότε είναι ένα γεγονός μη γενόμενο. Το λέει και ο Μενέλαος στο βιβλίο: «Δεν µας ανήκει τίποτα. Τη στιγµή µόνο έχουµε. Και για να µη µας φύγει, τη λιώνουµε µες στην παλάµη µας. Εγώ δεν την έλιωσα τη στιγµή. Την άφησα να φτερουγίσει μακριά µου».

 

— Ο Οδυσσέας κάποια στιγμή στο βιβλίο αναφέρει πως ο Μενέλαος ξαλάφρωσε με το φευγιό της Ελένης, διότι τόση ομορφιά δεν αντέχεται. Μα την ομορφιά δεν αναζητάμε σε όλη μας τη ζωή;

Καμιά φορά δεν αντέχεται το τέλειο. Ο Μενέλαος, αν για κάτι ξαλάφρωσε και χάρηκε, είναι ότι με τη φυγή της Ωραίας Ελένης σώθηκε τουλάχιστον ο ένας απ' τους δύο από το πνιγηρό κελί που είχε καταντήσει ο γάμος τους και το βασίλειο της Σπάρτης. «Ο πρώτος Πάρης της Ελένης ήμουν εγώ» αναφέρει. Και έτσι είναι. Κι εκείνος κάποτε την έκλεψε, γι' αυτό καταλαβαίνει τον Πάρη. Και ακριβώς επειδή το ένα συμβάν απέχει από το άλλο 25 χρόνια, ενδεχομένως ασυνείδητα να θεωρεί τον Πάρη τον εαυτό του σε νεαρή ηλικία. Δεν μπορεί να τον μισήσει. Το λέει και ο Μενέλαος στο βιβλίο: «Η πιο γενναία ‒η μοναδική γενναία‒ πράξη της ζωής μου: αντί να κρατήσω με το στανιό την Ελένη, την άφησα να φύγει. Ένδοξος δεν είναι αυτός που κατακτά αλλά εκείνος που απελευθερώνει».

 

— Συγγνώμη, αλλά αυτή η μεγαλοψυχία στον έρωτα δεν υπάρχει.

Ο Μενέλαος έβλεπε τη σύζυγό του να λιώνει, να πεθαίνει. Μόνο ένας μαλάκας θα ήθελε να κρατήσει δίπλα του με το ζόρι μια γυναίκα που βλέπει ότι υποφέρει. Και για μένα ο Μενέλαος μόνο μαλάκας δεν ήταν. Τα μυθιστορήματα δεν παρουσιάζουν τον μέσο άνθρωπο, αλλά στοιχεία του. Άλλωστε, ο μέσος άνθρωπος δεν θα είχε ποτέ την Ελένη.

 

Μας έσωσε η Ευρώπη, που μας ήθελε, και η μητέρα του Τσίπρα. Δεν την ξέρω τη γυναίκα, αλλά είμαι βέβαιος ότι αυτό το αγόρι έχει μεγαλώσει μέσα στην αγάπη (αναγνωρίζεις, από τη θηριώδη αυτοπεποίθησή του, ότι από μωρό τον είχαν εμβολιάσει με αγάπη). Δεν έχω κανένα στοιχείο ‒εννοείται‒, αλλά θεωρώ πως, όταν έφτασαν τα πράγματα στο απροχώρητο, η μητέρα του τηλεφώνησε και του είπε: «Αγόρι μου, δεν θέλω να σε δω κρεμασμένο, κάνε αυτό που πρέπει».

 

— Μα το ταίρι μας όλοι ως τέλειο, ως «Ωραία Ελένη», δεν το βλέπουμε;

Εγώ δεν συναντώ συχνά τέτοια ζευγάρια. Δεν βλέπω τους άντρες να συμπεριφέρονται στις γυναίκες σαν να είναι Ελένες. Ο Χειμωνάς έλεγε πως το να αγαπάς κάποιον σημαίνει να τον καθιστάς ένδοξο. Βλέπεις εσύ γύρω σου, στην καθημερινή φθορά και τύρβη, ανθρώπους να καθιστούν ένδοξους τους συντρόφους τους; Αυτά τα λίγα ζευγάρια που το καταφέρνουν αξίζουν την τιμή και τη δόξα μας. Αυτός, άλλωστε, είναι για μένα ο ορισμός της απόλυτης αγάπης: κάποιος που αξιώθηκε μια τέτοια πόλη, έναν τέτοιο έρωτα, μια τέτοια σύντροφο δεν μπορεί να φανεί κατώτερός της. Ο δάσκαλος της αξιοπρέπειας και της αισθητικής είναι ο Καβάφης, που γράφει: «Μη ανωφέλετα θρηνήσεις./ Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,/ αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που φεύγει».

 

— Ποιο πρόσωπο από τη σημερινή πολιτική σκηνή θα ήταν ο Μενέλαος και ποιο ο Αγαμέμνονας;

Δόξα τω Θεώ, στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας δεν υπάρχει προσωπικότητα σαν του Αγαμέμνονα. Θα μπορούσε να είναι ο Στάλιν, ο Μάο, ο Βλαντ Τέπες. Είναι ένα πάρα πολύ σκληρό πρόσωπο που ευτυχώς στην Ελλάδα έχουμε πάρα πολλά χρόνια να συναντήσουμε. Είχαμε δικτάτορες, κακούς πολιτικούς, αλλά όχι περιπτώσεις τέτοιας απολυτότητας. Ο πιο φρικτός δικτάτορας ήταν ο Ιωαννίδης, ο οποίος ήταν ανδράποδο, μια σαύρα. Από την άλλη, Μενέλαος στην πολιτική σκηνή δεν υπάρχει. Χαρακτηριστικά του θεωρώ ότι συναντά κανείς σε καλλιτέχνες, γιατρούς, επιστήμονες.

 

Η μόνη μου επίδραση όταν την έγραφα ήταν η Μελίνα Μερκούρη, επίσης πρόσωπο που προσπάθησαν να μειώσουν και να κατεδαφίσουν. Στα μάτια μου είναι σαφές πως αν υπήρξε μια Ελληνίδα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα που να είχε κάτι από τη μαγεία που αποδίδω στην Ελένη, είναι αυτή... Φωτ,: Με την ευγενική παραχώρηση του Ιδρύματος Μελίνα Μερκούρη
Η μόνη μου επίδραση όταν την έγραφα ήταν η Μελίνα Μερκούρη, επίσης πρόσωπο που προσπάθησαν να μειώσουν και να κατεδαφίσουν. Στα μάτια μου είναι σαφές πως αν υπήρξε μια Ελληνίδα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα που να είχε κάτι από τη μαγεία που αποδίδω στην Ελένη, είναι αυτή... Φωτ,: Με την ευγενική παραχώρηση του Ιδρύματος Μελίνα Μερκούρη

 

— Γι' αυτό τον έκανες γιατρό στο βιβλίο τον Μενέλαο;

Με συνεπαίρνουν οι γιατροί. Αν ξαναζούσα, γιατρός θα γινόμουν. Τους αγαπάω. Νομίζω ότι οι επιστημονικές προκλήσεις που σου δίνει ιατρική επιστήμη είναι μοναδικές. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο μυστήριο από τον ανθρώπινο οργανισμό και μεγαλύτερη προσφορά από το να κρατάς την ανθρώπινη ζωή στα χέρια σου. Είσαι ντέτεκτιβ γιατί ψάχνεις να βρεις την αρρώστια, είσαι προπονητής γιατί πρέπει να προπονήσεις τον άρρωστο, είσαι σαμάνος, είσαι μάστορας αν είσαι χειρουργός. Τρομερή δουλειά...

 

— Τι δεν έχει εγκαταλείψει τους Έλληνες από τότε ως και τις μέρες μας;

Νομίζω ότι το στοιχείο εκείνο που καθορίζει τα πράγματα περισσότερο και από την ίδια τη γλώσσα είναι ο τόπος. Αν βγεις λίγο έξω από το αστικό τοπίο, όχι πολύ, αρκούν 20 χιλιόμετρα, αντικρίζεις την Ελλάδα: χαμηλοί θάμνοι, πέτρα, δάσος, βουνό, θάλασσα. Όλα κοντά στο ανθρώπινο μέγεθος. Αυτό για μένα είναι ευλογία.

 

— Καταλαβαίνεις ότι μεγαλώνεις όταν αρχίζεις να αναθεωρείς και επανεκτιμάς τη σχέση σου με τη φύση;

Λες ε; Και στα 90 για ποια πράγματα θα μιλάω; Πράγματι, στα 25, με την τεράστια δύναμη των νιάτων, σου αρκεί ο εαυτός σου. Μεγαλώνοντας, αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι έχεις ανάγκη και το περιβάλλον.

 

«Αν βγεις λίγο έξω από το αστικό τοπίο, όχι πολύ, αρκούν 20 χιλιόμετρα, αντικρίζεις την Ελλάδα: χαμηλοί θάμνοι, πέτρα, δάσος, βουνό, θάλασσα. Όλα κοντά στο ανθρώπινο μέγεθος. Αυτό για μένα είναι ευλογία.». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
«Αν βγεις λίγο έξω από το αστικό τοπίο, όχι πολύ, αρκούν 20 χιλιόμετρα, αντικρίζεις την Ελλάδα: χαμηλοί θάμνοι, πέτρα, δάσος, βουνό, θάλασσα. Όλα κοντά στο ανθρώπινο μέγεθος. Αυτό για μένα είναι ευλογία.». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

— Στον Οδυσσέα γιατί έχεις τόση αδυναμία; Τι σε ιντριγκάρει σε αυτόν τον λίγο λαϊκό τύπο;

Είναι ένας κατεργάρης ολκής. Τοποθετούμαι απέναντί του, όπως ακριβώς και ο Μενέλαος. Στη μία αράδα του βιβλίου τον περιγράφει ως απαίσιο, επικίνδυνο και ψεύτη και στην αμέσως επόμενη τον αποκαλεί μοναδικό του φίλο. Τον συμπαθώ γιατί είναι Επτανήσιος, είναι πολιτικός, είναι ο τρομερός παραμυθάς. Ο πολιτικός αυτό πρέπει να κάνει: να φτιάχνει το αφήγημα. Να μπορεί να πείσει τον λαό από πού πρέπει να ξεκινήσει και πού πρέπει να φτάσει. Είναι ένας γήινος ήρωας, ο οποίος μπορεί, με έναν ανεπανάληπτο τρόπο, να καθορίζει τις εξελίξεις. Μην ξεχνάμε ότι είναι εκείνος που, όπως λέει και ο Όμηρος, πήρε την Τροία.

 

— Τότε γιατί απέρριψες την ιστορία με τον Δούρειο Ίππο και επινόησες έναν άλλον τρόπο πολιορκίας της Τροίας;

Διότι ο Μενέλαος, που είναι και ο αφηγητής του βιβλίου, σαν ένας σύγχρονος πολεμικός ανταποκριτής, δεν ταιριάζει με αυτήν τη λύση. Επίσης, ανεξάρτητα από το τι λέει ο μύθος, για μένα ο δρόμος προς τη νίκη δεν είναι η πανουργία μιας κατασκευής αλλά η αναδίπλωση. Έτσι κι αλλιώς, στη ζωή μου δεν πιστεύω ότι οι υποχωρήσεις είναι κακό πράγμα. Στην πολιτική και δημόσια ζωή οι υπερβάσεις γίνονται μέσα από συμβιβασμούς και αφήνοντας τα μίση πίσω μας.

 

— Σήμερα, στην κοινωνία μας, οι υποχωρήσεις είναι πολλές ή θα έπρεπε να είναι περισσότερες;

Θα μπορούσαν να είναι και λιγότερες. Δεν μας λείπουν οι υποχωρήσεις αλλά η αντίληψη ότι δεν αποτελούν ήττα. Είναι το επιστέγασμα της προσπάθειας να βρεις μια κοινή γλώσσα με τον άλλον και να αντιληφθείς ότι, εν τέλει, αυτά που μας ενώνουν και πάνω στα οποία μπορούμε να οικοδομήσουμε έναν κόσμο είναι περισσότερα.

 

— Αν, όπως λες στο βιβλίο, «κάθε γενιάς τής κόβει περισσότερο από της προηγούμενης», τότε η Ιστορία δεν θα επαναλαμβανόταν, δεν θα οδηγούμασταν στα ίδια λάθη.

Έτσι μου λέγανε όταν ήμουνα μικρούλης. Όμως, το δικό μας παράδειγμα δείχνει ότι κάτι μάθαμε. Σε σχέση με τους δύο εμφυλίους της χώρας τον 20ό αιώνα, σε αυτόν τον μεταμοντέρνο εμφύλιο του 2010-2015 ευτυχώς δεν θρηνήσαμε θύματα. Ίσως το μίσος να διοχετεύτηκε στα social media και να τη γλιτώσαμε. Ζήσαμε έναν digital διχασμό κατά τον οποίο και οι δύο πλευρές θεωρούσαν τις απόψεις τους αυτονόητες. Κάποιες στιγμές δεν υπήρχε καν επαφή. Εκεί ήταν που έπρεπε να καταλάβουμε, εμείς που αισθανόμαστε δικαιωμένοι από την εξέλιξη των πραγμάτων, ότι οφείλουμε να οδηγηθούμε σε συγκλίσεις. Για παράδειγμα, αυτό που κάνει η τέχνη: το να μπαίνεις στη θέση του άλλου.

 

— Αφού δεν καταφέραμε να μπούμε ο ένας στη θέση του άλλου, τότε τι μας έσωσε σε αυτόν τον διχασμό;

Μας έσωσε η Ευρώπη, που μας ήθελε, και η μητέρα του Τσίπρα. Δεν την ξέρω τη γυναίκα, αλλά είμαι βέβαιος ότι αυτό το αγόρι έχει μεγαλώσει μέσα στην αγάπη (αναγνωρίζεις, από τη θηριώδη αυτοπεποίθησή του, ότι από μωρό τον είχαν εμβολιάσει με αγάπη). Δεν έχω κανένα στοιχείο ‒εννοείται‒, αλλά θεωρώ πως, όταν έφτασαν τα πράγματα στο απροχώρητο, η μητέρα του τηλεφώνησε και του είπε: «Αγόρι μου, δεν θέλω να σε δω κρεμασμένο, κάνε αυτό που πρέπει». Νομίζω ότι χρωστάμε ένα κομμάτι της σωτηρίας μας στη μαμά Τσίπρα.

 

— Η ανάγκη να αναφέρεσαι σε γεγονότα του παρελθόντος ή στη μυθολογία είναι απαραίτητη για να γράψεις;

Νομίζω, όλοι την έχουμε. Όλη μας τη ζωή συνδιαλεγόμαστε με το χθες, ακόμα και συνειδητά. Συνομιλούμε με κάποιους οι οποίοι δεν είναι πια ανάμεσά μας και θέλουμε κάτι να τους πούμε. Θα ήταν πολύ μονόχνοτος ο εαυτός μας αν υπήρχε μόνο το σήμερα. Το μέλλον μαγειρεύεται στον φούρνο του παρελθόντος με τα υλικά του παρόντος.

 

Τα βιβλία του Χρήστου Χωμενίδη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη.