Αποτιμώντας μερικά από τα πιο αξιομνημόνευτα βιβλία που κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια, ανιχνεύει κανείς το εξαιρετικό χρονικό για την Ελλάδα των τελευταίων 200 χρόνων μέσα από σύντομες ιστορίες, που λειτουργούν ως αλληγορία και ως παραβολή, με τον τίτλο Σε ποιον ανήκει η Κόλαση (εκδόσεις Μεταίχμιο) του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, το πλέον πετυχημένο autofiction ως υπόδειγμα αυτοδιήγησης και αυτογνωσίας, το Μπαρόκ (εκδόσεις Καστανιώτη) της Αμάντας Μιχαλοπούλου και ένα διαφορετικό, γοητευτικό, ανατρεπτικό Αλφαβητάρι Εντόμων (εκδόσεις Πατάκη) από τη Δήμητρα Κολλιάκου, το οποίο ακροβατεί ανάμεσα στη γλωσσολογική και στη φυσιοδιφική αναζήτηση και στην υψηλή λογοτεχνία. Ζητήσαμε από αυτούς τους τρεις συγγραφείς να καταθέσουν τη δική τους εμπειρία από τις μέρες της καραντίνας αλλά και την εκτίμησή τους σε σχέση με τη λογοτεχνία.


«Είμαστε ακόμα ζωντανοί;» αναρωτιέται ο Τζαμιώτης. «Ως είδος, είμαστε ανοχύρωτοι απέναντι στο άγνωστο, ανέκαθεν. Κάτι τόσο άγνωστο όσο ο Covid-19, κάτι τόσο πρωτόγνωρο, όπως τα μέτρα πρόληψης και η καραντίνα ολόκληρων πληθυσμών, φοβίζει, καθώς υπενθυμίζει την τρωτότητα ή τη θνητότητά μας και κλονίζει, αν δεν περιγελά, μερικές από τις πλέον ισχυρές βεβαιότητές μας. Το πώς αντιδρά ο καθένας σ' αυτό που του μοιάζει αλλόκοσμο ή κοσμογονικό, βέβαια, είναι προσωπική του υπόθεση, αλλά για τους συγγραφείς κάτι τέτοιες "αναποδιές" μοιάζουν με ευκαιρίες. Δεν θα σταθώ σ' εκείνους που έκαναν αυτό που έπρεπε να κάνουν διακριτικά και αξιοποίησαν την περίοδο εγκλεισμού για να στοχαστούν ή να αναστοχαστούν πάνω ένα-δυο βασικά θέματα της ύπαρξής μας. Κι αυτό γιατί με θλίβει ο φόβος που εξαπλώθηκε στους πολλούς με τέτοια ταχύτητα, με θλίβει η έλλειψη κριτικής σκέψης που μέρα με τη μέρα μόλυνε ακόμη και θεωρητικά σκεπτόμενους, με θλίβουν επίσης οι πιθανολογούμενοι νέοι αποκλεισμοί που, όπως όλα δείχνουν, θα είναι τόσο καθολικά αποδεκτοί και μακροπρόθεσμα ‒μακάρι να βγω ψεύτης‒ θα προκαλέσουν περισσότερα δεινά από το "κακό που μας βρήκε".

 

Ως είδος, είμαστε ανοχύρωτοι απέναντι στο άγνωστο, ανέκαθεν. Κάτι τόσο άγνωστο όσο ο Covid-19, κάτι τόσο πρωτόγνωρο, όπως τα μέτρα πρόληψης και η καραντίνα ολόκληρων πληθυσμών, φοβίζει, καθώς υπενθυμίζει την τρωτότητα ή τη θνητότητά μας και κλονίζει, αν δεν περιγελά, μερικές από τις πλέον ισχυρές βεβαιότητές μας. 

 

»Για να το πω κι αλλιώς, με θλίβει η μοιρολατρική προσέγγιση αυτής της ιστορίας, λες και πρόκειται για τίποτα καινούργιο, που η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει για πρώτη φορά. Ο Κικέρωνας μάλλον έχει δίκιο όταν σημειώνει ότι: "Το να έχεις άγνοια για όσα συνέβησαν πριν από τη γέννησή σου σημαίνει ότι θα μείνεις για πάντα παιδί". Αλλά και η ιστορία που γράφει ο Έκο στα Όρια της Ερμηνείας (μτφρ.: Μ. Κονδύλη, εκδ. Γνώση) είναι χαρακτηριστική: "Υπάρχει εν προκειμένω μια ωραία διήγηση του επίσκοπου John Wilkins στην αρχή του έργου του Mercury or The secret and swift messenger για έναν Ινδιάνο σκλάβο που ο κύριός του τον έστειλε με ένα καλάθι σύκα και μια επιστολή και, αφού έφαγε στον δρόμο μεγάλο μέρος του φορτίου του, παρέδωσε το υπόλοιπο στο πρόσωπο για το οποίο προοριζόταν· ο παραλήπτης διάβασε την επιστολή και, βρίσκοντας ότι η ποσότητα των σύκων δεν αντιστοιχούσε στην αναγραφόμενη στο γράμμα, κατηγόρησε τον σκλάβο ότι τα έφαγε, αναφέροντάς του όσα έλεγε η επιστολή εις βάρος του. Ο Ινδιάνος, όμως, (παρά τις αποδείξεις) αρνήθηκε το γεγονός, βρίζοντας το χαρτί σαν υποκριτή και ψεύτη μάρτυρα. Στη συνέχεια, όταν του ανατέθηκε και πάλι το ίδιο φορτίο μαζί με μια επιστολή που εξέφραζε τον ακριβή αριθμό σύκων που έπρεπε να παραδοθούν, αυτός και πάλι, σύμφωνα με την προηγούμενη πρακτική του, καταβρόχθισε στον δρόμο αρκετά σύκα. Αλλά πριν τα αγγίξει (για να προλάβει κάθε πιθανή κατηγορία), πήρε την επιστολή και την έκρυψε κάτω από μια μεγάλη πέτρα, εφησυχάζοντας με τη σκέψη ότι, εφόσον η επιστολή δεν τον είχε δει να τρώει τα σύκα, δεν θα μπορούσε ποτέ να το μαρτυρήσει. Βλέποντας, όμως, ότι αυτήν τη φορά κατηγορήθηκε ακόμη πιο αυστηρά, ομολόγησε την ενοχή του, θαυμάζοντας τη Θεότητα του Χαρτιού, και υποσχέθηκε ότι στο εξής θα ήταν απολύτως πιστός σε κάθε καθήκον που θα του ανέθεταν". Αν και μεσολαβούν 380 χρόνια από το 1641 που γράφτηκε αυτή η αφήγηση, θα τολμούσα να πω ότι η ιστορία εκείνου του φουκαρά Ινδιάνου σκιαγραφεί ικανοποιητικά τους περισσότερους από εμάς και τις συχνότερες (έστω και ανομολόγητες) αντιδράσεις μας απέναντι στο φαινόμενο Covid-19. Αλλά αυτά για τη λογοτεχνία είναι γνωστά ήδη, πολύ πριν από τη γέννησή μας».

 

ΜΙΑ ΣΕΙΡΑ από συμπτώσεις είχε η καραντίνα για την Αμάντα Μιχαλοπούλου, η οποία μόλις είχε τελειώσει μια νουβέλα, εμπνευσμένη από τον εγκλεισμό, που πραγματικά μοιάζει να γράφτηκε αυτές τις μέρες: «Η περίοδος του εγκλεισμού ήταν σαν νηστεία: δεν διάβαζα πολύ, δεν έγραφα, δεν κοιμόμουν. Άπλωσα πολλά σεντόνια, καθάρισα νιπτήρες και μπανιέρες, έβγαλα τα πώματα αποστράγγισης από τα σιφόνια και τα έτριψα με την οδοντόβουρτσα» μας λέει η Μιχαλοπούλου. «Επίσης, τελειοποίησα τη μανία μου με τις λίστες: όχι μόνο ψώνια, φάρμακα, αλλά και λίστες άρθρων και διηγημάτων (έφτιαξα την ιστοσελίδα μου http://amandamichalopoulou.co αυτόν τον μήνα). Είδα στην καταλογογράφηση αυτό που ο Ουμπέρτο Έκο ονόμαζε "πλαισιακή πίεση", δηλαδή συγκρότηση σχεδίου. Η ρητορική της απαρίθμησης, το enumeratio των Λατίνων, νομίζω πως με έσωσε ‒ μαζί με τη μαγειρική του άντρα μου.


Τον χειμώνα είχα τελειώσει μια νουβέλα που κλωσούσα επί δύο χρόνια και ήταν ουσιαστικά ο μακρύς αποχαιρετισμός στην κόρη μας, που ενηλικιώνεται. Λέγεται Η μεταμόρφωσή της και είναι ένα κείμενο που ξεκίνησε ως πείραμα απελπισίας: καθώς δεν μπορούσα να γράψω, αλλά τρελαινόμουν κιόλας από την απραξία και τον φόβο, αντέγραψα τη Μεταμόρφωση του Κάφκα ως ένα είδος αποκαλυπτικής προσευχής. Ηρωίδα, αντί για τον Σάμσα, είναι η Σάσα, που μια μέρα ξυπνάει και διαπιστώνει ότι έχει μεταμορφωθεί, όχι σε κατσαρίδα, αλλά σε άντρα. Αυτή η μεταμόρφωση, που την κρατάει έγκλειστη και στην αρχή ήταν μια έμφυλη δική μου ανάγνωση του Κάφκα, εξελίχτηκε σε κάτι αλλόκοτο: κάθε φορά που έπιανα τη νουβέλα για να τη διορθώσω, διαβαζόταν αλλιώς.

 

Κάποιος που δεν ξέρει μπορεί να υποθέσει αργότερα ότι έγραψα τη Μεταμόρφωσή της στη διάρκεια της καραντίνας. Τι θέλω να πω; Πως ό,τι γράφουμε ενέχει τις μελλοντικές αναγνώσεις του, τις θεματικές ταξινομήσεις του, τις σημασίες που θα προσδώσουν οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες. Αυτός είναι ο τρόπος που ξαναδιαβάζουμε σήμερα την Πανούκλα του Καμί, ή τον Υπνοβάτη της Καραπάνου, ή τον Λευκό Θόρυβο του Ντελίλο. Αν οι συγγραφείς γράφουν εν γνώσει τους ειδησεογραφική μυθοπλασία, τότε ας την κηδέψουμε τη λογοτεχνία να τελειώνουμε. Καταλαβαίνω απόλυτα την ανάγκη συμμετοχής στα κοινά, αλλά υπάρχουν κι άλλοι τρόποι. Το κοινωνικό πρόσωπο των συγγραφέων μάς αποκαλύφθηκε αυτό το διάστημα σε όλη του την ανθρωπιά, σε όλη του την αγωνία.

 

Όσοι και όσες διάβασαν on camera αποσπάσματα από εμβληματικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας ‒συγγραφείς που μας ήρθαν κατευθείαν από τους ραψωδούς και τους αφηγητές παραμυθιών‒ πρόσφεραν ένα θέαμα τρυφερό και συγκινητικό. Μου θύμισαν κάτι που είχα υπογραμμίσει παλιά στον Αλεχάντρο Σάμπρα: "Χάρη στην αντιγραφή βγήκαμε λίγο από τον ατομικισμό και αρχίσαμε να μετατρεπόμαστε σε κοινότητα". Αυτό είδα εγώ στους συγγραφείς-αναγνώστες. Αλλά να μην μπερδεύουμε τον κοινωνικό μας ρόλο με την ίδια τη λογοτεχνία. Η ηθική καλλιτεχνική στάση απέναντι στην πραγματικότητα μοιάζει λίγο με το άπλωμα των σεντονιών: κάθεσαι και περιμένεις να στεγνώσουν. Την πραγματικότητα οι συγγραφείς την κλωσάνε, την απομυζούν, δεν την περιγράφουν. Γι' αυτό πιστεύω ότι η λογοτεχνία, όπως και κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα, έχει τώρα τη μεγάλη ευκαιρία να ξαναβρεί τις λέξεις της. Να επανεφεύρει το νόημά της. Κι αυτό είναι ένα πολύ ελπιδοφόρο, πολύ φιλόδοξο στοίχημα».


ΌΣΟ ΓΙΑ τη Δήμητρα Κολλιάκου, η καραντίνα τη βρήκε στο σπίτι της στο Παρίσι να αναπολεί τις μέρες της στην Ελλάδα: «Τη νύχτα ονειρεύομαι τη θάλασσα. Φοβάμαι πως δεν θα μπορέσω να γυρίσω στην Αθήνα. Πριν έλεγα: ζω σε δύο χώρες, στο Παρίσι είναι η οικογένειά μου και η δουλειά μου, αλλά γράφω στα ελληνικά – στην Αθήνα έρχομαι συχνά» ομολογεί χαρακτηριστικά. «Τώρα, μόλις έρθω, θα χρειαστεί να μπω σε καραντίνα, ύστερα δεύτερη καραντίνα, επιστρέφοντας, εκτός κι αν επιβάλλουν υγειονομικά διαβατήρια (βιομετρικό έλεγχο με στοιχεία που μπορεί να αλλάξουν από τη μία μέρα στην άλλη, αν νοσήσει ο υγιής). Στη Γαλλία έχουν καταγραφεί 26.380 θάνατοι από κορωνοϊό ‒ περισσότερο από το 1/3 σε μονάδες ηλικιωμένων. Λίγες μέρες πριν από την άρση της καραντίνας (11 Μαΐου), το υπουργείο Υγείας δημοσίευσε χάρτες με τα χρώματα της Τροχαίας. Το Παρίσι είναι κόκκινο, η Βρετάνη πράσινη. Κόκκινο ίσον μεγαλύτερη διασπορά και υπερκορεσμένα νοσοκομεία. Κόκκινη η πυκνοκατοικημένη βορειοανατολική Γαλλία, πράσινη η υπόλοιπη χώρα. Θα δεχτούν οι "πράσινοι" "κόκκινους" τουρίστες; Με ποιο κόστος και με τι προφυλάξεις;


Πέρσι τέτοια εποχή με προσκάλεσαν στην Κίνα. Πραγματοποίησα το ταξίδι τον Αύγουστο. Επιστρέψαμε εγκαίρως και αστειευόμασταν μετά οι Δυτικοί προσκεκλημένοι. Μόνο που το κύμα, εξ ορισμού, μεταδίδεται. Κι εμείς δεν είμαστε "άλλο". Τι είδους σύνορα ορθώνονται τώρα ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης που τα πήγαν καλά (με την Ελλάδα φωτεινό παράδειγμα) και σ' αυτές που τα πήγαν πολύ χειρότερα; Ποιες οι επιπτώσεις για τον τουρισμό, αλλά και για την επικοινωνία; Έλεγχος, παρακολούθηση, εφαρμογές ιχνηλάτησης των φορέων μέσω smartphones – θα μπουν σε εφαρμογή μετά την άρση του αποκλεισμού. Φόβος και προστασία αρχίζουν να συγκλίνουν ανησυχητικά.

 

Τα ταξίδια έχουν περιβαλλοντικό κόστος και το είχαμε παρακάνει – ας μπει μια ρέγουλα. Να δούμε τον λοιμό ως μια προειδοποίηση; Επακόλουθο μιας άλογης εκμετάλλευσης της φύσης (όχι μόνο του εμπορίου/βρώσης άγριων ζώων αλλά και των συνθηκών εκτροφής όλων των ζώων που προορίζονται για κατανάλωση). Η εκμετάλλευση δεν ήρθε μόνη της. Μεγάλες ανισότητες, καταναλωτισμός και αναλγησία, απαιδευσιά και ταχύτητα ως οι πιο τρανές αποδείξεις ευφυΐας (αν όχι η μόνη). «Καμπανάκι» για να μη μας βρουν κι άλλα; Αναρωτιόμαστε: τώρα θα αλλάξει κάτι; Τώρα που καθάρισαν κάπως ο ουρανός και η θάλασσα, που ελλοχεύει παντού ο ίδιος κίνδυνος. Θα ενωθεί η Ευρώπη ή θα μπορούσε να στηθεί μια ένωση του Νότου – μήπως, όμως, τότε γίνει κάποια άλλη χώρα "Γερμανία" ή "Ολλανδία"; Ο λοιμός είναι ίσως το μεγαλύτερο φορτίο που θα σηκώσουμε ποτέ, αν όχι μαζί, τουλάχιστον παράλληλα. Για ν' αλλάξουμε, αυτό δεν μας αρκεί;


Όσο κι αν το φορτίο είναι κοινό, η "μοιρασιά" δεν θα είναι ακριβοδίκαιη. Ο λοιμός θα φέρει λιμό ή χειρότερα: ο λοιμός θα γίνει πρόσχημα για τον λιμό. Θα είναι κρίμα αν με την άρση του αποκλεισμού, μείνουμε "αποκλεισμένοι". Τυφλοί σε ό,τι συμβαίνει εδώ ή στην Ευρώπη, στη Δύση, στον πλανήτη Γη. Ας στραφούμε ξανά σε τρόπους επικοινωνίας που παρακάμπτουν τα σύνορα, κι ας είναι μειοψηφικοί. Ανάμεσά τους και η λογοτεχνία. Ας τη στηρίξουμε κι ας βρούμε στήριγμα, διαβάζοντας. Θα χρειαστούμε όσο ποτέ καλλιέργεια και επίγνωση, για να σταθούμε όρθιοι σ' αυτούς τους καιρούς».