Είναι σχεδόν συγκινητικός ο τρόπος που στο Σώσα (σε μετάφραση Μιχάλη Πάγκαλου, επίμετρο του ίδιου και του Σταύρου Ζουμπουλάκη από τις εκδόσεις Κίχλη) ο νομπελίστας Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ μπορεί να αποδομήσει το στιβαρό οικοδόμημα του εβραϊσμού του –ή μήπως το αποθεώνει;– για χάρη της αγάπης, για χάρη ενός έρωτα ή για την ίδια λογοτεχνία.

 

Γιατί, διαβάζοντας την ιστορία του Άρελε, ο οποίος μεγαλώνει στο ασφυκτικό περιβάλλον μιας πολωνικής εβραϊκής συνοικίας όπου άρχουν ο νόμος και το αθέατο μάτι του ραβίνου, σε ένα σπίτι όπου οι θεόρατοι τόμοι των θρησκευτικών βιβλίων έχουν αντικαταστήσει τα έπιπλα, δεν μπορείς να πιστέψεις ότι ο ίδιος, ένας κατά τα άλλα αδύναμος χαρακτήρας, θα καταφέρει να διεκδικήσει το δικαίωμά του να φαντάζεται έναν κόσμο με ατιθάσευτη λογοτεχνική έκφραση, με σαρκική ή πνευματική δύναμη, φτάνοντας να ορίζει ακόμα και την πορεία του ντρέιντελ (η εβραϊκή σβούρα).

 

Οι άκρως εκλεπτυσμένες περιγραφές του Σίνγκερ και η αναζήτηση μιας επαφής με την άλλη, πιο μεταμορφική και ποιητική όψη του λόγου, έξω από τις δυνατότητες της εξήγησης, έχουν να κάνουν με το μυστηριακό φως που καταυγάζει κάθε έκφραση της γραφής και ταυτίζονται, εν τέλει, με τον έρωτα.

 

Τολμά να κάνει τομή στα πάντα, καθώς από τη μια γίνεται ηδονοθήρας και από την άλλη ερωτεύεται μια νέα, τη Σώσα, που όλοι θεωρούν χαζή, άσχημη, αμόρφωτη, αποδιοπομπαία. Αλλά είναι η καλή ψυχή της που τον κάνει να την ερωτευτεί, θυσιάζοντας ουσιαστικά τη ζωή του, καθώς αυτή του δίνει τη δύναμη να ονειρεύεται ένα σύμπαν γεμάτο αστείρευτες εντάσεις ανάλογα με τους τρόπους της υπόστασης, όπως λέει κάπου ο ίδιος, ακολουθώντας τον Σπινόζα, την ίδια στιγμή που θεριεύει ο αντισημιτισμός σε κάθε έκφανση της καθημερινότητας, λίγο πριν από τη σαρωτική επικράτηση της Σοά.

 

Ως φέρελπις συγγραφέας, λοιπόν, ο Άρελε, που εδώ μοιάζει να είναι το alter ego του Σίνγκερ, ξέρει ότι αυτό είναι το κύριο αιτούμενο της απελπισμένης ζωής του. Με την αμόρφωτη, κατά τα άλλα, Σώσα γίνεται αφηγητής, μάστορας, ελεύθερος άνθρωπος και, κυρίως, λογοτέχνης. Οι άκρως εκλεπτυσμένες περιγραφές του Σίνγκερ και η αναζήτηση μιας επαφής με την άλλη, πιο μεταμορφική και ποιητική όψη του λόγου, έξω από τις δυνατότητες της εξήγησης, έχουν να κάνουν με το μυστηριακό φως που καταυγάζει κάθε έκφραση της γραφής και ταυτίζονται, εν τέλει, με τον έρωτα.


Εδώ ακριβώς έγκειται η αρχέγονη δύναμη αντίστασης που διατηρούσαν οι Εβραίοι και την οποία ο Σίνγκερ αναδεικνύει περισσότερο από κάθε άλλον, όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο μεταφραστής Μιχάλης Πάγκαλος στο επίμετρό του, στη δύναμη της λογοτεχνίας ή στη λογοτεχνία ως παραμυθία. Όλα εμπλέκονται σε μια αδιόρατη συνάφεια ή σε ένα υφάδι που δικαιολογεί όλες τις αντιθέσεις και δεν είναι παρά η ίδια η αφήγηση στην οντολογική και μεταφυσική της βάση.

 

Όπως τονίζει στο πρώτο επίμετρο του βιβλίου ένας βαθύς γνώστης της λογοτεχνίας του Σίνγκερ αλλά και της εβραϊκής ταυτότητας, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης: «Τα δεκάδες διηγήματα και νουβέλες του Σίνγκερ είναι, νομίζω, το κομμάτι εκείνο του έργου του όπου αληθινά θεριεύει το υπερφυσικό ή παραφυσικό στοιχείο που χαρακτηρίζει όλη τη συγγραφική του δραστηριότητα, τα αμέτρητα –λεγεών όνομα αυτοίς (Κατά Μάρκον, 5:9)– φαντάσματα, πνεύματα δαίμονες, ντιμπούκ. Ο υπερφυσικός αυτός πληθυσμός διαπλέκεται στο έργο του Σίνγκερ αξεδιάλυτα με τον ανθρώπινο και κάνει πάντοτε την εμφάνισή του μέσα σε ένα φόντο ρεαλιστικό».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO