Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
 

«Το τραγούδι του πατέρα»: Προδημοσίευση από το νέο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη

Ένα απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη «Το τραγούδι του πατέρα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη
ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ
Φωτογραφία από το αρχείο του συγγραφέα

(Εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα)

 

Τη δεκαετία του εξήντα, σε ένα καπνοχώρι του Παγγαίου τρεις νέοι αγρότες, προσφυγόπουλα και κανταδόροι κοριτσιών, φτιάχνουν ένα μουσικό τρίο, κιθάρα, ακορντεόν και βιολί, το Τρίο Καντάδα.


Παίζουν στους γάμους και στις γιορτές, τραγουδάνε ισπανόφωνα τραγούδια και γράφουν ένα δικό τους τανγκό, ονειρεύονται μια καριέρα παραπέρα.


Ο κιθαρίστας ήταν ο πατέρας μου. Πρόλαβα να τους γνωρίσω παιδί, τους ακολούθησα στα γλέντια και στις νυφιάτικες αυλές. Χρόνια μετά αποφάσισα να γράψω την ιστορία τους σε ένα μικρό βιβλίο με φωτογραφίες που συμπληρώνουν το κείμενο, μια γραφή βιωματική, ένα βιβλίο που να ακούγεται σαν τραγούδι.


Ένα τραγούδι για τον πατέρα, τους φίλους του και τη γενιά τους που πάλεψε να ορθοποδήσει, που τόλμησε να ονειρευτεί με κέφι και ελπίδα.

Θ.Γ.

 

Ο κιθαρίστας ήταν ο πατέρας μου.
Ο κιθαρίστας ήταν ο πατέρας μου.

 

Tο 1956 αρχίζουν να παίζουν ως τρίο σε γάμους, τον έναν μετά τον άλλον, ποτέ ξανά στο χωριό δεν έγιναν τόσο πολλοί γάμοι και προξενιά. Στην αρχή τούς προτιμούσαν οι πρόσφυγες, τους θεωρούσαν δικά τους παιδιά, κι ας μην έπαιζαν παραδοσιακά, κι ας μην είχαν κεμεντζέ και ούτι, συνήθισαν όμως γρήγορα το ρεπερτόριό τους, ευπροσάρμοστοι σε καινούργιες καταστάσεις. Άλλωστε οι περισσότεροι νιόπαντροι είναι στην ηλικία τους, ίσως λίγο μεγαλύτεροι, είναι η δεύτερη γενιά προσφύγων, πολλά αδέλφια σε κάθε οικογένεια, όμως αυτοί θα κάνουν ένα δύο παιδιά καθώς θα αλλάζουν οι απαιτήσεις της ζωής.

 

Το τρίο κάνει συχνά πρόβες, ανανεώνουν τα τραγούδια κι έχουν σύμβουλο τον Μπαταξή με το γραμμόφωνο, που αρνείται να τους το δανείσει – λογικό αυτό, αλλά χαίρεται να τους βάζει να ακούνε μουσικές. Ο Μπαταξής έχει έναν αδελφό καλοβολεμένο στη Γερμανία, και από εκεί φτάνουν συνεχώς οι καινούργιοι δίσκοι γραμμοφώνου αλλά και τα βινύλια αργότερα, που περιλαμβάνουν ακόμη και τις παλιότερες ηχογραφήσεις.

 

Στις παρέες όλοι τού φώναζαν «Λεωνίδα, την κιθάρα! Άσε τα δισκάκια. Πες κάνα σπανιόλικο!». Έτσι κι εκείνος ξανάπαιρνε την κιθάρα –στο μεταξύ είχε αλλάξει δύο ως τότε–, την κούρδιζε λίγο και ξεκίναγε να παίζει.


Τα ισπανόφωνα είναι πολύ της μόδας, τα αγαπάνε όλοι και ως τρίο τα παίζουν όχι μόνο στο τέλος της βραδιάς, που συνήθως, στα γλέντια, έκλεινε με ένα δύο τανγκό. Εντάξει με τα καλαματιανά και τα θρακιώτικα, αλλά, όταν έρχεται η στιγμή των τανγκό, ξεπερνούν τον εαυτό τους.


Ο αυτοσχεδιασμός τούς παρασέρνει πολλές φορές. Ο Λεωνίδας μαθαίνει τους στίχους εξ ακοής και όταν τους μπερδεύει συνεχίζει με μεγάλη «ισπανική ευφράδεια».


Τον είχα ρωτήσει πώς τα κατάφερνε και γελούσε σαρκαστικά. Ύστερα όμως σοβαρευόταν: «Θαρρείς άκουγε κανείς τα λόγια μας; Εκείνοι απλώς να χορέψουν ήθελαν, ν' αγκαλιαστούνε ήθελαν, και τα δήθεν ισπανικά έβαζαν λίγο ρομαντισμό παραπάνω».


Δεν είχε άδικο. Μήπως κι εγώ που άκουγα τότε τα δικά μου ξένα τραγούδια καταλάβαινα ξεκάθαρα τους στίχους, που ήταν ιταλικοί και αγγλικοί πρωτίστως; Πώς να τους βρεις αν δεν ήταν τυπωμένοι μέσα στα ένθετα των δίσκων;

 

Έτσι, το αγαπημένο μας τρίο έφερε για πρώτη φορά στα ντόπια γλέντια ένα ανανεωμένο ξένο ρεπερτόριο – ειδικά το λατινοαμερικάνικο. Πρόλαβα να δω κι εκείνους τους παλιούς δίσκους γραμμοφώνου στο σπίτι του Μπαταξή, όταν είχαμε ανοίξει το μπακάλικο, τη δεκαετία του '70. Του ανέβαζα λίγα ψώνια με παραγγελία γιατί ήταν καθηλωμένος σε ένα ντιβάνι και κάπνιζε φρεσκοκομμένο καπνό της πρόσφατης σοδειάς. Μπορεί να ανακάτευε τον μπασμά και με τίποτε άλλο, λέγανε κάποιοι.

 

Καμάρωνε για τη συλλογή των ξένων δίσκων. «Δεν τους βρίσκεις πουθενά» μου έλεγε δείχνοντάς μου τα άλμπουμ πάνω στα ράφια.


Χρωματιστά ονόματα, πολύχρωμα εξώφυλλα, παθιασμένες γυναίκες και σοβαροί τροβαδούροι. Μου έδειχνε την Άντα Φαλκόν, τη Μερσέδες Σιμόνε, ονόματα παράξενα, φωνές χαραγμένες, φωνές παλιές για τα νεανικά μου αυτιά, που άκουγαν τη Βίκυ, τον Πασχάλη με τους Olympians, τους Πελόμα Μποκιού, τη Δέσποινα Γλέζου.

 

Φοιτητής, αργότερα, ανακατεμένος με θεατρικές ομάδες και Βαρδάρια, ήθελα να μάθω πολύ περισσότερα για τα χρόνια του τρίο, αλλά ο Μπαταξής είχε πεθάνει το 1976 και είχαν διασκορπιστεί οι δίσκοι και το γραμμόφωνο. Οι κληρονόμοι του, κάποιες ανιψιές ξενοπαντρεμένες, ενδιαφέρθηκαν για λίγες κρυμμένες λίρες (απ' ό,τι ακούστηκε), «σιγά μη μαζεύουμε παλιοδίσκους» τις άκουσαν να λένε.


Τότε γιατί τους πήρανε κι ερήμωσε το σπίτι, σαν στοιχειωμένο έμοιαζε για χρόνια κι ακούγονταν από μέσα κάτι ξεψυχισμένα τραγούδια;

 

Θυμάμαι ωστόσο τον γερο-Μπαταξή να μου λέει τότε για το τρίο, «μεγάλα ταλέντα τα παιδιά, ωραίοι μουσικοί, έπρεπε να κάνουν καριέρα, να φύγουν αποδώ, αδικήθηκαν».


Ύστερα στέναξε με το βαρύ τσιγάρο στα κιτρινισμένα του δάχτυλα: «Όλοι μας αδικηθήκαμε εδώ, μας έπνιξε ο κάμπος κι η νικοτίνη».
Λέγανε ότι χόρευε τανγκό τόσο ωραία που όποια κοπέλα έπεφτε στα χέρια του έλιωνε. Μέχρι που έπεσε από το άλογό του ενώ κουβαλούσε ένα βαρύ φορτίο ξύλα στο βουνό και άρχισε να κουτσαίνει στο αριστερό του πόδι ώσπου καθηλώθηκε. Άλλοι λέγανε ότι τον είχε ρίξει από το άλογο ένας αντεραστής για τα μάτια μιας γυναίκας. Ήταν μπερμπάντης χαρακτήρας.

 

Παίζουν στους γάμους και στις γιορτές, τραγουδάνε ισπανόφωνα τραγούδια και γράφουν ένα δικό τους τανγκό, ονειρεύονται μια καριέρα παραπέρα.
Παίζουν στους γάμους και στις γιορτές, τραγουδάνε ισπανόφωνα τραγούδια και γράφουν ένα δικό τους τανγκό, ονειρεύονται μια καριέρα παραπέρα.

 

Στο μεταξύ αποκτήσαμε κι εμείς ένα πικάπ, έφτασε στο σπίτι αρχές της δεκαετίας του '70. Ένα ξύλινο βαλιτσάκι με χερούλι που άνοιγε από πάνω και αποσπώνταν δύο ηχεία.


Ο πατέρας μου έφερνε δίσκους κάθε τόσο από τα ταξίδια του στην Καβάλα, μιας και τώρα κατέβαινε συχνότερα· έμπορος ήταν, μπακάλης και αγρότης μαζί, είχαμε μια σχετική οικονομική άνεση αλλά πορευόμασταν συγκρατημένα, γιατί ο μπαμπάς ήθελε να αγοράσει διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη.


Οι δίσκοι που έφερνε άλλοτε ήταν αποκλειστικά για μένα, που εγώ τους παράγγελνα, κι άλλοτε τους επέλεγε για τον εαυτό του. Οι δικοί μου: Αρλέτα, Μαρίζα Κωχ, Μαρκόπουλος, οι Ώρες του Λίνου Κόκοτου και πολλή σόουλ μουσική, οι Earth, Wind and Fire, ο Τζέιμς Μπράουν, η Αρίθα Φράνκλιν.


Εκείνος άκουγε τους Los Paraguayos, το Trio Belcanto, το Τrio Los Amigos, πολλά ελληνικά και ξένα τρίο, αυτά τα τραγούδια άκουγαν οι δικοί μου στις γιορτές ή μόνος του ο μπαμπάς όταν έβρισκε λίγο χρόνο απ' τα πολλά τρεχάματα.


Στις παρέες όλοι τού φώναζαν «Λεωνίδα, την κιθάρα! Άσε τα δισκάκια. Πες κάνα σπανιόλικο!». Έτσι κι εκείνος ξανάπαιρνε την κιθάρα –στο μεταξύ είχε αλλάξει δύο ως τότε–, την κούρδιζε λίγο και ξεκίναγε να παίζει. Στα ισπανικά τραγουδούσε μόνος του, στα ελληνικά τον συνόδευε κι η μάνα μου με μια φωνή που λες και με τα χρόνια γινόταν πιο διαυγής και δυνατή.


Εγώ, μαθητής του γυμνασίου, καθόμουν στην κουζίνα και περίμενα να τελειώσει η γιορτή των μεγάλων ακούγοντας αυτό το μακρινό για τ' αυτιά μου ρεπερτόριο.

 

«Α, βρε Λεωνίδα, θυμάσαι τα γλέντια μας τότε» λέγανε.

 

«Τι έγινε ο Παντελής, πού βρίσκεται τώρα;» Γιατί, δεκαετία του '70, το τρίο τους δεν υπήρχε πια, ήταν οι δυο, ντουέτο.

 

Info

Το δέκατο έκτο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη «Το τραγούδι του πατέρα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη και θα παρουσιαστεί στο βιβλιοπωλείο «Πλειάδες» στο Παγκράτι, τη Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου στις 19:00.

Με τον συγγραφέα θα συνομιλήσει η κριτικός λογοτεχνίας Μικέλα Χαρτουλάρη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Για τον Γιώργο Ιωάννου δεν υπάρχει άλλο γιατρικό από την εξομολόγηση
Ο συγγραφέας Θεόδωρος Γρηγοριάδης γραφει για έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες της μεταπολεμικής γενιάς
Στη λούμπεν Θεσσαλονίκη στα τέλη του 70: Στου «Πρόδρομου»
Οι πελάτες λαϊκόφατσες, εργάτες, λιμενεργάτες, χτίστες, φορτηγατζήδες, άνεργοι κωλομπαράδες. Γλέντι, πάθη, φωνές, ματιές κρυφές και διακριτικές συνεννοήσεις που άναβαν φωτιές και πάθη και μαλώματα.
Μουσικοί στους δρόμους όλου του κόσμου: Φωτογραφίες του Βασίλη Κολτούκη
«Music on the Road»: Το ασπρόμαυρο φωτογραφικό λεύκωμα του Βασίλη Κολτούκη με μουσικούς του δρόμου από τέσσερις ηπείρους και πάμπολλες χώρες
Ενάντια στην καντάδα
Πρώτο Πρόσωπο

Ενάντια στην καντάδα

Μιλούν για κρίνα κι έχουν το νου τους στα βυζιά.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

40 χρόνια από τον θάνατο του Στρατή Τσίρκα: Μια μαρτυρία του Θανάση Βαλτινού
«Ήταν διανοούμενος πραγματικός. Άνθρωπος γεωχαρής. Και το μάτι του έπαιζε, και το κρασί του άρεσε. Τον ενδιέφερε η ζωή πάρα πολύ»
Η γνώση του Πειραιά: Στη Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη
Η ιστορική και η δανειστική Βιβλιοθήκη Λασκαρίδη αποτελεί τον πυρήνα της γνώσης για όλη την ευρύτερη περιοχή του Πειραιά.
Στρατής Τσίρκας: Η ζωή του μεγάλου της μεταπολεμικής λογοτεχνίας μέσα από τις φωτογραφίες του
Σαν σήμερα, γεννήθηκε στο Κάιρο το 1911
Γιατί επιστρέφουμε ξανά στο έργο του Στρατή Τσίρκα;
Μισό αιώνα περίπου από την εποχή που πρωτοκυκλοφόρησαν οι «Ακυβέρνητες Πολιτείες», τα γραπτά ενός από τους σημαντικότερους πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς που γεννήθηκε σαν σήμερα παραμένουν πιο επίκαιρα από ποτέ
Ημέρα Μνήμης Θυμάτων Ολοκαυτώματος: Τα βιβλία που κράτησαν τη μνήμη ζωντανή
Πώς καταγράφηκε ένα από τα πιο μελανά σημεία της ιστορίας του ανθρώπου μέσα από τη λογοτεχνία
10 βιβλία που μόλις κυκλοφόρησαν
Επιλογές από τη νέα εκδοτική κίνηση.
Ξαναδιαβάζοντας τις «Μικρές Κυρίες» της Λουίζα Μέι Άλκοτ. Πρώιμες φεμινίστριες ή παντρεμένες νοικοκυρούλες;
Εν όψει της νέας κινηματογραφικής διασκευής από την Γκρέτα Γκέργουιγκ, ξαναδιαβάζουμε το θρυλικό μυθιστόρημα του 1868.
«Καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον, κι αν όχι, θα τα ξαναπούμε»: Ένα φιλμάκι με την  Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Η σπουδαία ποιήτρια μιλά για τη ζωή της - αλλά και για τη ζωή μας - και απαγγέλει αποσπάσματα από τα γραπτά της ένα απόγευμα του Νοεμβρίου του 2016.
Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ: «Υπερασπίζομαι το δικαίωμα να ζεις με τους όρους που εσύ επέλεξες»
Το 2007 στην έντυπη LIFO, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ είχε μιλήσει για τη μοναχική άσκηση που είναι το να γράφεις και να ζεις! Η έλλειψη στόμφου που χαρακτηρίζει τα λόγια της είναι μία από τις πολλές αρετές της ποίησής της.
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
1939 - 2020
Eπίσκεψη στο σπίτι της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ στην Αίγινα
«Η ανημποριά με γεμίζει ελπίδα...»
Στον απαράβατο κήπο της Κατερίνας Αγγελάκη - Ρουκ
Ένα αφιέρωμα στην μεγάλη Ελληνίδα ποιήτρια που σχεδόν αθόρυβα τις τελευταίες δεκαετίες δημιούργησε ένα συμπαγές ποιητικό σώμα ιδιαίτερης αξίας και ομορφιάς.
Κουγιτίμ Αλία: Ο ισοβίτης που μετέφραζε Σοφοκλή μέσα στα αλβανικά γκουλάγκ
Μια μεταφραστική εργασία - πρότυπο που πραγματοποιήθηκε στο χοτζικό καθεστώς, κάτω από συνθήκες η αντιξοότητα των οποίων παραμένει ακόμη ασύλληπτη για τον δυτικό κόσμο.
Αλέξανδρος Ίσαρης: «Δεν είμαι αισιόδοξος άνθρωπος, ούτε και αισιόδοξος ποιητής»
Ένα απόγευμα με τον πολυτάλαντο συγγραφέα και καλλιτέχνη, με αφορμή το νέο του βιβλίο «Περίπατοι» και την προσεχή ατομική του έκθεση.
Ιμπραχίμ αλ Κούνι: «Αν θέλεις να ζήσεις αθάνατος για πάντα, πρέπει να πεθάνεις μια φορά από αγάπη»
Ο σημαντικότερος εν ζωή Άραβας συγγραφέας μιλά αποκλειστικά στο Lifo.gr
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή