Η 46η επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου πλησιάζει, με τις συζητήσεις και τις αντιπαραθέσεις γύρω από αυτή την κορυφαία πράξη αντίστασης ενάντια στη Χούντα να αναζωπυρώνονται κάθε τέτοια εποχή. Μια ακόμα απόδειξη ότι το γεγονός που σημάδεψε τη νεότερη ιστορία της χώρας αποτελώντας σημείο αναφοράς για τις μετέπειτα ιδεολογικοπολιτικές «ζυμώσεις» κι αναζητήσεις - δίχως να αποφευχθεί και μια κάποια μυθοποίηση, όπως συνηθίζεται σε ανάλογα συμβάντα - παραμένει ένα ζωντανό κομμάτι της.

 

Τα τελευταία χρόνια ειδικά, οι αναθεωρητικές προσεγγίσεις αλλά και οι διενέξεις για το περιεχόμενο των εορτασμών και ιδιαίτερα το πανεπιστημιακό άσυλο το οποίο με αφορμή το Πολυτεχνείο του '73 διεκδικήθηκε (φέτος κιόλας είναι η πρώτη χρονιά που δεν θα ισχύει, τουλάχιστον με τη μορφή που καθιερώθηκε νομοθετικά το 1982) έβαλαν ξανά στο «μικροσκόπιο» μια εξέγερση με πολλές διαφορετικές πτυχές και ερμηνείες. Πολλοί άλλωστε ήταν και όσοι αποπειράθηκαν να την ιδιοποιηθούν, να τη συκοφαντήσουν είτε να την απεκδύσουν από κάθε «ενοχλητική» κοινωνικοπολιτική αναφορά. Η αναγκαιότητα ή μη του ξεσηκωμού υπήρξε ένα ακόμα παρελκυστικό, εντέλει, ερώτημα.

 

 

Σχεδόν ποτέ μια εξέγερση ή μια επανάσταση δεν ξεσπά όταν το καθεστώς στο οποίο αντιπαρατίθεται βρίσκεται στο μέγιστο της ακμής του. Εκ των πραγμάτων είναι πιο πιθανό να συμβούν σε φάσεις χαλάρωσης της καταστολής, των απαγορεύσεων και της λογοκρισίας. 

 

Όσο όμως κι αν φαίνεται παράδοξο, το Πολυτεχνείο του '73 ως ιστορικό συμβάν δεν έχει ακόμα επαρκώς ερευνηθεί επιστημονικά. Σχετικές μελέτες ή μονογραφίες ουσιαστικά δεν υπάρχουν και πέρα από τα πρακτικά της δίκης του '75, το υπόλοιπο διαθέσιμο υλικό είναι κυρίως δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις, ανθολογίες κειμένων, φωτογραφίες και μερικά βίντεο, ελάχιστες δε αναλογικά γραπτές μαρτυρίες έχουν εκδοθεί.

 

Αυτό επισημαίνει και ο συνομιλητής μου, ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας που την τελευταία τετραετία ζει στη Γερμανία όντας υπότροφος του Ιδρύματος DFG και επιστημονικός συνεργάτης στο πανεπιστήμιο Ρέγκενσμπουργκ. Επέλεξε, λέει, να εστιάσει σε προσωπικές αφηγήσεις οι οποίες εφόσον πληρούν κάποιες προϋποθέσεις δεν υπολείπονται σε αξιοπιστία, αντιθέτως φωτίζουν ευρύτερα και από περισσότερες σκοπιές τα γεγονότα: «Πρόκειται για μαρτυρίες σπάνιες, όχι μόνο επειδή μας προσθέτουν πληροφορίες αλλά γιατί περιγράφουν μια πραγματική λαϊκή εξέγερση, τις διαστάσεις και το ιδεολογικό βάθος της οποίας κακώς ταυτίζουμε αποκλειστικά με τα όσα διαμείφθηκαν στον χώρο του κατειλημμένου ιδρύματος». Οι ίδιες οι σχέσεις των «μέσα» με τους «έξω» δεν ήταν εξάλλου πάντα αρμονικές.

 

Στο βιβλίο μιλούν για όλα 84 άνθρωποι που ήταν παρόντες στα γεγονότα. Ανάμεσά τους «απλοί» (μη οργανωμένοι) διαδηλωτές, φοιτητές, εργάτες, μαθητές, άλλοι αυτόπτες μάρτυρες καθώς επίσης εκπρόσωποι των δυνάμεων καταστολής. Μαζί παρατίθεται ένα κατατοπιστικό χρονολόγιο. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στα όσα συνέβησαν τις παραμονές της 17ης Νοεμβρίου του '73, όχι μόνο εντός του Μετσόβιου αλλά και στις συγκρούσεις και τις οδομαχίες που εξελίχθηκαν στον περίγυρο και γενικότερα τους αθηναϊκούς δρόμους. Από τη μία οι ένστολοι λακέδες των συνταγματαρχών, οι ασφαλίτες και οι παρακρατικοί που τρομοκρατημένοι λιάνιζαν κόσμο και πυροβολούσαν αδιακρίτως «στο ψαχνό», από την άλλη ένα ετερόκλητο, νεολαιίστικο κατά βάση εξεγερμένο πλήθος, άοπλο πλην όμως αποφασισμένο.

 

«Αληθινό μου κίνητρο ήταν η διάθεση στοχασμού πέρα από τον φαύλο κύκλο που διαπλέκει τη λεγόμενη Γενιά του Πολυτεχνείου με έναν συγκεκριμένο κύκλο ανθρώπων, συνήθως με όρους αναγνωρισιμότητας και αναδρομικής (μικρο)κομματικής νομιμοποίησης... Η σύγχυση και η φόρτιση των ημερών καθώς επίσης η προσπάθεια της Χούντας να κρύψει περιπτώσεις νεκρών έδωσε πάτημα σε μια άγρια φημολογία η οποία επιβιώνει αλλά δεν αλλάζει την ουσία. Και αυτή είναι ότι η Χούντα δολοφόνησε δεκάδες και τραυμάτισε εκατοντάδες ανθρώπους οι οποίοι απείλησαν με κατάρρευση το ήδη εκφυλισμένο καθεστώς της... οι άνθρωποι, ξέρετε, που κατέλυσαν τη δημοκρατία στην Ελλάδα το 1967 δεν ήταν απλώς εχθροί του κοινοβουλευτισμού αλλά ο σκληρός πυρήνας του δεξιού μετεμφυλιακού κράτους στην χειρότερη εκδοχή του», υπογραμμίζει.

 

— Πώς προέκυψε η ιδέα γι' αυτό το βιβλίο και τι παραπάνω λέτε προσφέρει μια προφορική ιστορία της εξέγερσης του '73; Δεν έχει πιστεύετε καλυφθεί ικανοποιητικά από τις υπάρχουσες γραπτές πηγές;

Η προφορική ιστορία έχει καταξιωθεί εδώ και πολλά χρόνια ως εργαλείο, όχι μόνο στις ιστορικές σπουδές αλλά σε όλες τις εκδοχές εμπλοκής με το παρελθόν, την ανθρωπολογία, την μουσειολογία, την εκπαίδευση κ.ά. Είμαι από εκείνους που πιστεύουν πως η αξία μιας μαρτυρίας ως ιστορικής πηγής παραμένει αυταπόδεικτη. Μπορεί να συμπληρώσει τις γραπτές πηγές και να δώσει περιεχόμενο και βάθος στα ντοκουμέντα της εποχής. Και φυσικά μπορεί, χωρίς να παραβλέπω το πρόβλημα της ακρίβειας σε μια μνημονική αφήγηση για γεγονότα από τα οποία μας χωρίζουν δεκαετίες, να καλύψει πολλά πραγματολογικά κενά, να μας μάθει κάτι που δεν ξέρουμε. Επίσης, είναι γοητευτικό ως διαδικασία. Σε όλους μας αρέσει να ακούμε ιστορίες. Προσωπικά, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μου άρεσε να ακούω ιστορίες από το Πολυτεχνείο και, όσο μεγάλωνα, να προσπαθώ να συνδέσω μεταξύ τους πράγματα που μου φαίνονταν αποσπασματικά, ημιτελή στην πραγμάτευσή τους ή διαθλασμένα από εκ των υστέρων προσλήψεις. Μπορώ να πω ότι «κουβαλάω» αυτό το βιβλίο μέσα μου πολύ προτού αποφασίσω να γίνω ιστορικός και μάθω την αξία της προφορικής ιστορίας, τόσο ως μεθοδολογία όσο και ως τεχνική για την αποδόμηση μύθων, με την καλή ή την κακή έννοια του όρου.

 

— Πόσο εύκολο ήταν να συγκεντρωθούν αυτές οι μαρτυρίες και γιατί κάποιοι άνθρωποι ακόμα και τώρα αρνούνταν ή δυσκολεύονταν να μιλήσουν;

 

Κάποιες επικριτικές φωνές θεωρούν πως η προφορική ιστορία τείνει να γίνει μόδα, χάρη στην «ευκολία» που χαρακτηρίζει την συλλογή προφορικού υλικού. Σίγουρα, οποιοσδήποτε μπορεί να προμηθευτεί ένα μαγνητόφωνο και να αρχίσει να ρωτάει ανθρώπους. Αν όμως κάνεις πραγματική ιστορία και δεν τυπώνεις απλώς στο χαρτί αφηγήσεις τυχαίες που σου φάνηκαν όμορφες, οι δυσκολίες είναι πολλές και απλώνονται σε βάθος χρόνου: εντοπισμός προσώπων, προπαρασκευαστική συνέντευξη, συνέντευξη, απομαγνητοφώνηση, συμπληρωματική συνέντευξη κλπ. Μιλάμε φυσικά για μια διαδικασία δυναμική γιατί, μέσα από τις ζωντανές συζητήσεις, ο ερευνητής συνεχώς αναπροσαρμόζεται απέναντι στο «δείγμα» του. Αντίθετα με τη δουλειά στο αρχείο ή τη βιβλιοθήκη, η εργασία εδώ είναι αμφίδρομη. Ο ερευνητής δεν καταγράφει πληροφορίες. Στην άλλη άκρη του τραπεζιού, κάποιος του καταθέτει τα βιώματά του. Του τα εμπιστεύεται. Και η άρνηση εδώ είναι κάτι το δεδομένο. Μια Ιταλίδα ιστορικός, η Σάρα ντε Νάρντι, έχει γράψει πως ακόμα και οι πιο εμβληματικές στιγμές στην ιστορία της ανθρωπότητας, π.χ. η Μάχη του Στάλινγκραντ ή η Πτώση του Τείχους του Βερολίνου έχουν υπάρξει προσωπικές για κάποιους. Κάθε ατομική αφήγηση για ένα γεγονός μοιραία συνδιαλέγεται με τη δημόσια μνήμη του. Όταν μάλιστα μιλάμε για εθνικής εμβέλειας μνημονικούς τόπους, όπως το Πολυτεχνείο, η άρνηση γίνεται ακόμα πιο έντονη. Υπάρχει ένα πολιτισμικό πλαίσιο αναφοράς το οποίο σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό δεσμεύει τους ανθρώπους και τους ωθεί να προσπαθούν να συνταιριάξουν τις αναμνήσεις τους με ένα «σενάριο» αναπαράστασης. Θεωρώ ότι οι άνθρωποι που αρνήθηκαν να μου μιλήσουν για το «δικό» τους Πολυτεχνείο, «φοβήθηκαν» την αντιδιαστολή του βιώματός τους με αυτό που αντιλαμβάνονται ως κανόνα της συλλογικής μνήμης.

 

 

 
 

 

— Η δική σας προσέγγιση;

Επιχείρησα να προσεγγίσω σφαιρικά το θέμα, αναζητώντας αφηγήσεις από ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο φάσμα της συμμετοχής στα γεγονότα του Νοέμβρη του 1973, εμπειρία εκ των πραγμάτων ρευστή και με πολλούς «πρωταγωνιστές». Έχοντας στο μυαλό μου μια ευρύτερη τοπογραφία και μια πλατύτερη δημογραφία εξεγερμένων, ενδιαφέρθηκα ξεχωριστά για εμπειρίες που, όπως μ' αρέσει να λέω, δίνουν την «κυριολεξία» της εξέγερσης και οι οποίες γενικώς λείπουν, όπως οι διαδηλώσεις και οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής. Στο βιβλίο υπάρχουν αρκετές αφηγήσεις από το «έξω» του Πολυτεχνείου, συμπεριλαμβανομένων επτά ανθρώπων οι οποίοι τραυματίστηκαν από σφαίρες και τριών στρατιωτικών, μεταξύ των οποίων ένας από τους διοικητές των καταδρομέων οι οποίοι εκκένωσαν το Πολυτεχνείο τη δραματική νύχτα της Παρασκευής προς Σάββατο. Πρόκειται για μαρτυρίες σπάνιες, όχι μόνο επειδή μας προσθέτουν πληροφορίες αλλά γιατί περιγράφουν μια πραγματική λαϊκή εξέγερση, τις διαστάσεις και το ιδεολογικό βάθος της οποίας κακώς ταυτίζουμε αποκλειστικά με τα όσα διαμείφθηκαν στον χώρο του κατειλημμένου ιδρύματος. Το Πολυτεχνείο δεν ήταν μόνο το κτίριο του Πολυτεχνείου. Ήταν πολλά περισσότερα πράγματα και πολλοί περισσότεροι άνθρωποι, οι εμπειρίες των οποίων δεν έχουν καταγραφεί συστηματικά.

 

— Ανήκετε σε μια γενιά που ήρθε στη ζωή μια δεκαετία σχεδόν μετά από την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Πώς την είχατε στο μυαλό σας ως νέος άνθρωπος, ως φοιτητής ας πούμε προτού ασχοληθείτε ερευνητικά με το αντικείμενο;

Όπως για όλους προφανώς τους «μεταγενέστερους», το πρώτο σημείο επαφής ήταν η σχολική γιορτή την οποία θυμάμαι ως πηγή τεράστιας συγκινησιακής φόρτισης. Πράγματι, σε σχέση με τις άλλες δύο επετειακές περιστάσεις της μαθητικής ζωής (25η Μαρτίου, 28η Οκτωβρίου), ήταν κάτι ιδιαίτερο να ακούς σε ηλικία 9-10 ετών για «παιδιά» που αγωνίστηκαν για ελευθερία και δημοκρατία και που κάποια δολοφονήθηκαν από τα τανκ της Χούντας. Έπρεπε να μεγαλώσω και να σπουδάσω ιστορία για να καταλάβω πως αυτή η συναισθηματικά υπερφορτισμένη αφήγηση, η οποία συνάρμοζε σε διάφορες αναλογίες το επικό, το λυρικό και το μαρτυρολογικό, συνιστά ένα συγκεκριμένο πλαίσιο συλλογικής μνημόνευσης μετά το 1974.

 

— Γράφετε ότι παρότι πρόκειται για ένα εμβληματικό γεγονός της νεότερης ιστορίας μας, δεν έχει μελετηθεί και αναλυθεί ικανοποιητικά. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό;

Η αναντιστοιχία ανάμεσα σε αυτό που γνωρίζουμε και σε αυτό που μνημονεύουμε είναι δεδομένη. Κάθε μνημονικός τόπος είναι μια κατασκευή η οποία, για να σχηματιστεί, προϋποθέτει αφαίρεση και ιδεολογική επένδυση ανάλογα με τα προτάγματα της κάθε κοινωνίας και εποχής. Αν η Χούντα δεν είχε πέσει το '74, μπορεί τώρα να γιορτάζαμε το Πολυτεχνείο αντίστροφα, με στρατιωτική παρέλαση καταδρομέων και αρμάτων μάχης. Η μνήμη επιτελείται μέσα από μια σειρά συγκεκριμένων πρακτικών οι οποίες μέσα από την επανάληψη και την επετειακή σήμανση εξελίσσονται σε τελετουργίες. Η σχολική γιορτή και η καθιερωμένη πορεία προς την αμερικανική πρεσβεία είναι τέτοιες τελετουργίες. Ανήκουν λιγότερο στο ίδιο το ιστορικό γεγονός και περισσότερο σε ένα σύστημα συμβόλων το οποίο δεν εξαντλείται στην περίσταση της μνημόνευσης και, όπως κάθε ανάλογό του, πυροδοτεί διαμάχες. Άσχετα αν βρίσκουν έξοδο στο δημόσιο λόγο ή όχι, αυτές οι διαμάχες υπήρχαν πάντοτε, γιατί η σχέση μας με το παρελθόν και οι συνέχειες που προσπαθούμε να εγκαταστήσουμε με αυτό (για να νιώσουμε ασφαλείς, αν μη τι άλλο) βρίσκονται σε συνεχή διαπραγμάτευση. Η ελληνική κοινωνία βιώνει κρίση ταυτότητας. Το Πολυτεχνείο δεν θα μπορούσε να είναι εξαίρεση σε μια διάθεση γενικότερης αναψηλάφισης του παρελθόντος, όπως είδαμε πρόσφατα με το θέμα του πανεπιστημιακού ασύλου.

 

Η αίθουσα του πρόχειρου ιατρείου το επόμενο πρωί, 17/11/1973
Η αίθουσα του πρόχειρου ιατρείου το επόμενο πρωί, 17/11/1973

 

— Το ζήτημα των νεκρών του Πολυτεχνείου υπήρξε ανέκαθεν αντικείμενο αντιπαράθεσης. «Νοσταλγοί» της δικτατορίας αλλά κι ένα όχι ευκαταφρόνητο κομμάτι του συντηρητικού χώρου υποστηρίζουν ακόμα ότι «νεκροί δεν υπήρξαν». «Πού είναι οι συγγενείς τους», λένε, «γιατί δεν εμφανίζονται δημόσια» κ.λπ.

Μιλάμε για ένα εξαιρετικά αιματηρό γεγονός, στο οποίο αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις δολοφόνησαν, όπως πλέον γνωρίζουμε, τουλάχιστον 24 πολίτες. Μεταξύ των 1.000 και πλέον τραυματιών, περίπου 120 χτυπήθηκαν από σφαίρες, αριθμός τεράστιος ο οποίος σπανίως συνεκτιμάται λες και μια σφαίρα διαλέγει μόνη της αν θα σκοτώσει ή όχι. Τη δραματική νύχτα της Παρασκευής, μέλη νεοφασιστικών-παρακρατικών οργανώσεων πυροβολούσαν με πολεμικά τυφέκια από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης (το σημερινό Εργατικό Κέντρο Αθηνών), αστυνομικοί χτυπούσαν με λύσσα διαδηλωτές με τα κλομπ στο κεφάλι (τρεις ταυτοποιημένοι νεκροί έχουν ως αιτία θανάτου «κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις»), στρατιώτες πάνω σε άρματα μάχης το πρωί του Σαββάτου σημάδευαν κόσμο στο ψαχνό για να σπάσουν πλάκα, ακόμα και περαστικούς σε στάσεις λεωφορείων. Τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης η «σφαγή» του Πολυτεχνείου είχε προκαλέσει αίσθηση στην ελληνική κοινωνία, σε συνδυασμό και με τις αποκαλύψεις στη δίκη του 1975. Η σύγχυση και η φόρτιση των ημερών (ανιχνεύσιμη και στις προφορικές αφηγήσεις τέσσερις δεκαετίες αργότερα) και η πραγματική προσπάθεια της Χούντας να κρύψει περιπτώσεις νεκρών έδωσε πάτημα σε μια άγρια φημολογία η οποία επιβιώνει αλλά δεν αλλάζει την ουσία: ότι η Χούντα δολοφόνησε δεκάδες και τραυμάτισε εκατοντάδες ανθρώπους οι οποίοι απείλησαν με κατάρρευση το ήδη εκφυλισμένο καθεστώς της. Προσφάτως, η παλινορθωμένη ελληνική Ακροδεξιά (με ή χωρίς κομματικές ετικέτες) επαναφέρει επίμονα το ζήτημα των «ανύπαρκτων» νεκρών με βλακώδη και παραπειστικά επιχειρήματα. Σίγουρα δεν περιμένεις από συνειδητούς νοσταλγούς της Χούντας να παραδεχτούν ότι τα ιδεολογικά τους είδωλα, πωρωμένα και φοβισμένα, έριχναν με την ψυχή τους μέσα στο κέντρο της Αθήνας –με αποτέλεσμα να υπάρχουν και νεκροί από αδέσποτες–, αλλά το να παρασύρεται κανείς σε συζητήσεις πάνω στο προ πολλού αποδεδειγμένο αλλά και το εντελώς αυταπόδεικτο, είναι κατάντια.

 

— Πολλά έχουν λεχθεί και για την περίφημη «γενιά του Πολυτεχνείου» που από τίτλος τιμής στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια κατέληξε σχεδόν μομφή στην πορεία. Πώς καθορίζεται τελικά αυτή η γενιά; Ισχύει ότι αυτή ουσιαστικά (διά των επώνυμων εκπροσώπων της) «έκανε κουμάντο» στη χώρα, από το '81 και μετά ειδικά;

Όπως το συνόψισε καταπληκτικά ο τότε φοιτητής Οδοντιατρικής και στέλεχος του Ρήγα Φεραίου, Μιχάλης Σαμπατακάκης σε ένα άρθρο του για την περσινή επέτειο (2018): «Δεν ήταν κάποια γενιά στο Πολυτεχνείο. Η γενιά μας είχε άλλα ενδιαφέροντα: ποδόσφαιρο, χαβαλέ, Κόκκοτα, πολιτική σιωπή. Ήμασταν λίγοι. Μερικές χιλιάδες νέοι σε μια πόλη τριών εκατομμυρίων κατοίκων. Με ολοκληρωτική απουσία του παραδοσιακού πολιτικού κόσμου». Πολύ φοβάμαι ότι «κουμάντο» στη χώρα από το 1974 ή από το 1981 και έκτοτε δεν έκανε κανένας «αγωνιστής του Πολυτεχνείου». Ακόμα και αν σκύψουμε προσεκτικά πάνω στην ονοματολογία και τις διαδρομές των ανθρώπων, θα δούμε ότι, με όρους εκπροσώπησης στο πολιτικό σκηνικό, οι εκπρόσωποι εκείνης της «γενιάς» μάλλον υποεκπροσωπούνται. Και αν σκεφτούμε μακριά από κατεδαφιστικές λογικές (που κατά κανόνα προέρχονται από ανθρώπους που μάλλον δεν χρειάστηκε να ρισκάρουν κάτι στη ζωή τους όπως εκείνοι που βρέθηκαν στο Πολυτεχνείο) θα αντληφθούμε το αυτονόητο που σκόπιμα κάποιοι προσπερνούν: ότι κάθε «γενιά» έχει τους αυριανούς πολιτικούς, μηχανικούς, αρχιτέκτονες, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες, άνεργους, τρελούς, ναρκομανείς, αριστερούς, δεξιούς, κεντρώους, οικολόγους, τροτσκιστές κι εθνικοσοσιαλιστές.

 

 
 

 

— Στο βιβλίο εστιάζετε επίσης σε ένα θέμα που ελάχιστα έχει φωτιστεί και το οποίο σπάνια συζητιέται όταν δεν διαβάλλεται («ακραία στοιχεία που παρεισέφρησαν» κ.λπ.), αυτό των εξεγερμένων που βρίσκονταν εκτός του ιδρύματος. Ποια ήταν η κοινωνική του σύνθεση, πόσο διέφερε από την «εντός» και σε ποιο βαθμό υπήρξε συμπόρευση;

Η προφορική έρευνα μου επέτρεψε να αντιληφθώ πως το Πολυτεχνείο ήταν μια κυριολεκτικά λαϊκή εξέγερση. Συμμετείχαν άνθρωποι διαφόρων ηλικιών και προελεύσεων οι οποίοι μετέβαλαν μια πολύ δυναμική φοιτητική κατάληψη με ανοιχτά αντιδικτατορικό χαρακτήρα σε κάτι που δεν είχε ξαναζήσει η χώρα μέχρι τότε. Μέσα σε ένα τριήμερο απελευθερώθηκαν βίαια διάφορες εκδοχές και κλίμακες αμφισβήτησης, από Αριστερούς προηγούμενων κλάσεων (114, Λαμπράκηδες) μέχρι μαθητές που έκαναν γηπεδικού τύπου «χαβαλέ». Στο Πολυτεχνείο πυροδοτήθηκαν φορτία τα οποία ξεκινούσαν από τη συγκυρία της Χούντας και πήγαιναν πίσω στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου –όχι μόνο ως βιωματική σύνδεση αλλά και ως συνολικότερη ιδεολογική φόρτιση της κοινωνίας. Διαβάζουμε συχνά εν είδει αποτίμησης, ότι τα γεγονότα του Πολυτεχνείου «ξεπέρασαν» το φοιτητικό κίνημα που τα δημιούργησε. Αυτό δεν περιγράφει παρά την αμηχανία που προκύπτει παντού και πάντοτε από την διαλεκτική σχέση οργανωμένου και αυθόρμητου η οποία στην περίπτωση του Πολυτεχνείου υπήρξε εκρηκτική και με άπειρες πτυχές οι οποίες φτάνουν σε μας κάπως διαθλασμένες από μια «κανονιστική» λειτουργία της συλλογικής μνήμης, είτε αυτά είναι τα διάφορα αντιεξουσιαστικά συνθήματα των (τότε) αναρχικών, είτε οι οικοδόμοι στους οποίους όλοι προσέβλεπαν ρομαντικά ως «φυσικούς εκπροσώπους» της εργατικής τάξης, είτε κάποιοι που θεωρήθηκαν εγκάθετοι προβοκάτορες, επειδή ήθελαν να πετάξουν μολότοφ στους αστυνομικούς. Αναφέρομαι σκόπιμα στο τελευταίο γιατί κάποια πράγματα βγάζουν νόημα μόνο αν καταλάβουμε την εποχή στην οποία συνέβησαν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν προϋποθέτουν ερωτήσεις σκόπιμα «προβοκατόρικες» για να βγουν στην επιφάνεια.

 

— Ένα επίσης πολυσυζητημένο ερώτημα είναι αν η εξέγερση «έπρεπε» ή «δεν έπρεπε» να γίνει, αν ήταν ώριμες οι συνθήκες για να αμφισβητηθεί ανοικτά το καθεστώς. Η δική σας γνώμη;

Σχεδόν ποτέ μια εξέγερση ή μια επανάσταση δεν ξεσπά όταν το καθεστώς στο οποίο αντιπαρατίθεται βρίσκεται στο μέγιστο της ακμής του. Εκ των πραγμάτων είναι πιο πιθανό να συμβούν σε φάσεις χαλάρωσης της καταστολής, των απαγορεύσεων και της λογοκρισίας. Το Πολυτεχνείο ξεσπά όταν η Χούντα των Συνταγματαρχών προσπαθεί να βγει από το εσωτερικό της αδιέξοδο με χειρονομίες φιλελευθεροποίησης (κατάργηση βασιλείας, γενική αμνηστεία, κυβέρνηση Μαρκεζίνη), με αποτέλεσμα το Πολυτεχνείο να θεωρηθεί «στρατηγικά» λάθος κίνηση από το σύνολο σχεδόν των οργανωμένων αντιδικτατορικών δυνάμεων, όταν προέκυψε. Από την άλλη, δεν πρέπει να μας διαφεύγει η δυναμική των πραγμάτων η οποία πολλές φορές αποδεικνύεται –και αποδείχθηκε και τότε– πολύ πιο ισχυρή από τις στρατηγικές της μίας ή της άλλης καθοδηγητικής ομάδας. Οι ενδεχομενικότητες είναι γοητευτικές αρκεί να μην φλερτάρουν με την παραδοξολογία.

 

 

 

— Αναφορές στο Πολυτεχνείο υπήρξαν από τις φοιτητικές κινητοποιήσεις ενάντια στον νόμο 815 το '79 μέχρι τα «Δεκεμβριανά» του '08 και το πιο πρόσφατο κίνημα των πλατειών.  

Το Πολυτεχνείο στάθηκε η γενέθλιος πράξη πολλών πραγμάτων, μεταξύ άλλων της επαναστατικής Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου στην Ελλάδα. Μιλάμε για ένα αγωνιστικό παλίμψηστο το οποίο έχει επηρεάσει ακόμα και τους τρόπους με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε την ίδια την πόλη –αναφέρομαι στη συνοικία των Εξαρχείων. Θεωρώ ότι η εξέγερση και τα ποικίλα ιδεολογικά της προτάγματα (η πτώση της Χούντας ήταν το κυριότερο αλλά όχι το μοναδικό) παρήγαγε ένα τεράστιο συμβολικό κεφάλαιο το οποίο τροφοδοτεί μέχρι σήμερα διάφορες ιδεολογικές μάχες, τόσο σε επίπεδο ουσίας όσο και συνθημάτων, και το οποίο δεν έχει ακόμα εξαντληθεί. Εκεί οφείλεται αυτή η συνεχής μεταστοιχείωση του «Νοέμβρη» στην εποχή μας και η νομιμοποιητική του χρήση για πλείστα όσα γεγονότα κινηματικού χαρακτήρα, άσχετα τι γνώμη έχει κανείς για αυτά. Είναι πολύ δύσκολο να διαχωρίσεις ένα γεγονός από τα πολλά και ποικίλα νοήματα που έχει συμπαρασύρει στη διαδρομή του χρόνου.


— Τη χούντα και το Πολυτεχνείο μέμφονται και όσοι μιλούν για ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς μεταπολιτευτικά. Αληθεύει όμως κάτι τέτοιο ή πρόκειται περισσότερο για μύθευμα;

Το 1993, σε ένα αυτοβιογραφικού χαρακτήρα κείμενο, ένας «βετεράνος» του φοιτητικού κινήματος σημείωνε κάπως σκωπτικά ότι το Πολυτεχνείο ήταν μια «αναρχοκομμουνιστική επανάσταση, όπως θα έλεγε και ο χωροφύλακας του χωριού σας». Ανήκει στα φαινόμενα μιας συνολικότερης ιδεολογικής μετατόπισης προς τα αριστερά που επέφερε η δικτατορία της 21ης Απριλίου και ο πρωτόγονος αντικομμουνισμός της. Όπως έχουν επισημάνει μελετητές αρμοδιότεροι εμού, όπως ο Κωστής Κορνέτης και ο Κώστας Κατσάπης, έδωσε δημοφιλία στις αριστερές ιδέες, στο πλαίσιο αναζήτησης εμπνεύσεων για την αντιχουντική στράτευση. Αυτό εξηγεί και την πλειοψηφικά μεγάλη και μάλλον πρωταγωνιστική παρουσία στο φοιτητικό κίνημα (άρα και στο Πολυτεχνείο) ανθρώπων χωρίς αριστερή οικογενειακή παράδοση. Και για να απαντήσω και στο περί «ηγεμονίας», θεωρώ πως καμία κριτική σε υπαρκτές συντεχνιακές-παραταξιακές λογικές μνημόνευσης του Πολυτεχνείου και του αντιδικτατορικού αγώνα εν γένει δεν πρέπει να παραβλέπει πως οι άνθρωποι που κατέλυσαν τη δημοκρατία στην Ελλάδα το 1967 δεν ήταν κάποιοι εχθροί του κοινοβουλευτισμού αλλά ο σκληρός πυρήνας του δεξιού μετεμφυλιακού κράτους στην χειρότερη εκδοχή του.

 

— Ποια ήταν τελικά, πιστεύετε, η μεγαλύτερη παρακαταθήκη που άφησε ο Νοέμβριος του '73;

Το ότι σε καμία άλλη ιστορική περίσταση –εξαιρώ τις πολεμικές περιόδους – δεν προκύπτει τόσο ανάγλυφα ο συσχετισμός ανάμεσα στην επιθυμία για ελευθερία και δημοκρατία και την προθυμία ενός εκάστου να θυσιάσει τη ζωή του γι' αυτά τα ιδανικά.

 

 
 

  

Το Πολυτεχνείο του '73 σε αριθμούς

(από το βιβλίο του Ιάσονα Χανδρινού «Όλη Νύχτα Εδώ»)

• 4 μερόνυχτα σχεδόν κράτησε η κατάληψη (Τετάρτη 14/11/73 - Σάββατο 17/11/73), ενώ συγκεντρώσεις και σποραδικές συγκρούσεις στην πόλη σημειώθηκαν και την Κυριακή 18/11/73 μετά την αιματοβαμμένη «άλωση» του Ιδρύματος.


• 24 ταυτοποιημένοι νεκροί και ένας επιπλέον αριθμός από «βασίμως προκύπτοντες» νεκρούς από πυρά αστυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων (η επίσημη σχετική έρευνα ολοκληρώθηκε μόλις το 2003).


• 1103 περισσότερο ή λιγότερο σοβαρά τραυματίες, 124(!) εξ αυτών από σφαίρες.


• 2060 συλλήψεις συνολικά από τις οποίες οι 860 εντός του Μετσόβιου μετά τη βίαιη εκκένωσή του. Επρόκειτο για 475 εργάτες, 317 φοιτητές και 74 μαθητές.


• 61 τραυματίες από πλευράς δυνάμεων καταστολής (τόσοι είχαν ανακοινωθεί επίσημα στον Τύπο).


• 6 διαδηλωτές δικάστηκαν από το Έκτακτο Στρατοδικείο σε 5 χρόνια φυλάκιση (19/11), άλλοι 12 σε διάφορες ποινές επειδή παρείχαν άσυλο σε διαδηλωτές (21/11) ενώ υπήρξαν και 4 καταδίκες για παράβαση του στρατιωτικού νόμου.