Oταν ο Προυστ έγραφε τη λέξη ΤΕΛΟΣ σε ένα από τα κορυφαία έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας δεν μπορούσε να φανταστεί τις σεισμικές δονήσεις που θα επέφερε σε έναν κόσμο φτιαγμένο για επιβλητικούς ήρωες και ρεαλιστικά γεγονότα. Παρ' όλα αυτά, τόλμησε να διεκδικήσει με ένταση το δικαίωμα του λογοτέχνη να εισχωρεί σαν κατάσκοπος στις άκρες του ψυχισμού και να σαρώνει ή, μάλλον, να σβαρνίζει καλοφτιαγμένες πορσελάνες, βεβαιότητες και όμορφες στιγμές, θρυμματίζοντας τις παλιότερες συνθέσεις. Στο εξής, η μυθοπλασία θα μπορούσε δικαιωματικά να κάνει ό,τι της άρεσε, δίνοντας έμφαση όχι μόνο στις καταστροφικές εμμονές αντί για τις μεγάλες ιδέες και στους δευτερεύοντες χαρακτήρες αντί για τους κατεξοχήν ήρωες αλλά και θέτοντας εξαρχής τους δικούς της, αδιαμφισβήτητους οντολογικούς κανόνες.

 

Αν σε κάτι διαφέρει, λοιπόν, ο Ανακτημένος Χρόνος, δηλαδή ο τόμος που ολοκληρώνει το αριστούργημα του Προυστ Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, από τα προηγούμενα μυθιστορήματα είναι ότι θεσπίζει, ίσως για πρώτη φορά με τόση σαφήνεια, τις διαφορετικές όψεις της λογοτεχνικής έκφρασης που μέχρι τότε ήταν ρεαλιστική, ρομαντική ή στρατευμένη, ορίζοντας τα παιχνίδια της μνήμης και του χρόνου και κάνοντας τον συγγραφέα να αντιληφθεί πως μονάχα αυτός μπορεί να αναλαμβάνει αυτό τον «αόρατο», όπως τον αποκαλεί, «προορισμό».

 

Ένας πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος με όλη τη σημασία της λέξης, μια προσωπικότητα που συνδύαζε την ιδανική αποστασιοποίηση των στωικών φιλοσόφων με την ταπεινότητα –αγαπημένη του λέξη– και τον αισθησιασμό, ένας αυτοκρατορικός Μάρκος Αυρήλιος με μοναχικό χιτώνα.

 

 

Γνωρίζοντας πως εκείνη τη στιγμή δεν είναι απλώς ο συγγραφέας ενός ακόμα βιβλίου αλλά του απόλυτου αναγνώσματος που αντιστρέφει τους όρους της αφήγησης, ο κορυφαίος Γαλλοεβραίος συγγραφέας, νιώθοντας ταυτόχρονα στις φλέβες του να ρέει το πικρό δηλητήριο του Μποντλέρ και τη νόησή του να παρασύρεται από τα φιλοσοφικά κελεύσματα του Μπεργκσόν, αναλάμβανε τη βαριά αποστολή-vocation να φέρει στο φως τις λεπτές, ιριδίζουσες αποχρώσεις της ζωής σαν ένας αλλόκοτος νέος επιστήμονας και απόλυτος καλλιτέχνης: «Έτσι, λοιπόν, είχα φτάσει στο συμπέρασμα πως δεν είμαστε διόλου ελεύθεροι απέναντι στο έργο τέχνης, πως δεν το φτιάχνουμε σύμφωνα με τη θέλησή μας, αλλά πως, επειδή υπάρχει πριν από εμάς, οφείλουμε, αφού είναι συγχρόνως αναγκαίο και κρυμμένο, να το ανακαλύψουμε, όπως θα κάναμε και με έναν νόμο της φύσης. Και εντούτοις η ανακάλυψη την οποία η τέχνη θα μας υποχρέωνε να κάνουμε μήπως δεν ήταν τάχα, κατά βάθος, ό,τι θα όφειλε να είναι για μας το πιο πολύτιμο, ό,τι δεν μας είναι συνήθως προσιτό, η αληθινή ζωή μας, η πραγματικότητα όπως την έχουμε αισθανθεί, και η οποία διαφέρει τόσο πολύ από εκείνο που πιστεύουμε, έτσι που νιώθουμε τόση ευτυχία όταν η τύχη μάς προσφέρει την αληθινή ανάμνηση;».


Όλα αυτά δεν τα γράφει τυχαία στον Ανακτημένο Χρόνο, καθώς συνοψίζει, ενώνοντας όλα τα σπαράγματα και τα πρόσωπα υπό το πρίσμα του χρόνου που περνά και του θανάτου που βρίσκεται ολοένα και πιο κοντά, ανακεφαλαιώνοντας έτσι κατά κάποιον τρόπο όλα τα προηγούμενα κεφάλαια της ζωής του: Από τη μεριά του Σουάν, Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών, Η μεριά του Γκερμάντ, Σόδομα και Γόμορρα, Η φυλακισμένη, Η Αλμπερτίν αγνοούμενη και, φυσικά, ο Ανακτημένος Χρόνος που, επιτέλους, μεταφράζεται και εκδίδεται στα ελληνικά με απόλυτα προυστικούς όρους από τον Παναγιώτη Πούλο και τις εκδόσεις της Εστίας – ένα έργο που μπορεί εύλογα να αποκαλείται μνημειώδες. Η ακροβασία του ύφους, που, όπως τονίζει εν προκειμένω ο Προυστ, «δεν είναι ζήτημα τεχνικής αλλά θέασης», ο καλοδουλεμένος ρυθμός, οι ανοιχτές και οι μεγάλες, ενίοτε, σε διάρκεια προτάσεις, το παιχνίδισμα ανάμεσα στο λόγιο αλλά και στο προφορικό (με παροιμίες και λαϊκές εκφράσεις), μεταφέρουν με απόλυτη ενάργεια τον κόσμο του Ανακτημένου Χρόνου στα ελληνικά.

 

Παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Παύλο Ζάννα, τον φυλακισμένο από τη χούντα διανοητή που για να μην τρελαθεί, ακολουθώντας κατά γράμμα τις συμβουλές του Γιώργου Σεφέρη, ανέλαβε να αποδώσει το τεράστιο αυτό έργο στα ελληνικά, μεταφράζοντας τελικά τους τεσσερισήμισι από τους επτά τόμους, ο Πούλος κατάφερε όχι μόνο να επεξεργαστεί τις προηγούμενες μεταφράσεις αλλά και να συνεχίσει τη δύσκολη εργασία, βάζοντας την τελική και οριστική σφραγίδα. Η λεπταισθησία, δηλαδή ο απόλυτος κανόνας που επαναλαμβάνεται διαρκώς στο βιβλίο, μαζί με την εσωτερική ανάγκη να ανακτηθεί η μνήμη, ωθούν τον μεταφραστή να συνομιλήσει αλλά και να ασπαστεί την αγωνία του συγγραφέα.

 

Ανακαλώντας, επομένως, ό,τι ο ίδιος προκρίνει ως σημαντικό, ξέρει να κρατάει, ακόμα και από τα πιο απρόβλεπτα πρόσωπα, τα πιο αδιανόητα στοιχεία που μπορούν να βελτιώσουν τον ίδιο, την αφήγηση και τη λογοτεχνία και αυτά οριοθετεί ως την πραγματικότητα την ίδια. Εικονογράφηση: Κριστιάν Τιφέ
Ανακαλώντας, επομένως, ό,τι ο ίδιος προκρίνει ως σημαντικό, ξέρει να κρατάει, ακόμα και από τα πιο απρόβλεπτα πρόσωπα, τα πιο αδιανόητα στοιχεία που μπορούν να βελτιώσουν τον ίδιο, την αφήγηση και τη λογοτεχνία και αυτά οριοθετεί ως την πραγματικότητα την ίδια. Εικονογράφηση: Κριστιάν Τιφέ

 

Μιλάμε για πραγματική συνάντηση και όχι για θεωρητικολογία, καθώς ο Προυστ επέμενε πως «η αληθινή τέχνη επιτελείται στη σιωπή». Στόχος του συγγραφέα ήταν, άλλωστε, να ξαναμιλήσει από το εσωτερικό της αφήγησης, αναμοχλεύοντας το αρχικό βίωμα που πρέπει πάντα να στοχεύει σε κάτι καθολικό και απαράμιλλο, ικανό να τιθασεύσει ή να ξεσηκώσει τα πάθη όλων των ανθρώπων. Εξού και ότι ο «στρατευμένος» χαρακτήρας του έργου δεν εξαντλούνταν στα κοινωνικά σημεία των καιρών, αφού ο Προυστ αδιαφορούσε για τις δήθεν υψιπετείς διακηρύξεις μιας εποχής στιγματισμένης από την υπόθεση Ντρέιφους και τις αντιμαχόμενες με σφοδρότητα ιδέες στο ατελείωτο πεδίο του fin de siècle. Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν η αποστολή και η ουσιαστική στόχευση που πρέπει να διέπει κάθε μεγάλο έργο τέχνης και κάθε υψηλή διάνοια που έχει ερωτευτεί την καθημερινή μοίρα.

 

Με τη μανία του φυσιοδίφη, λοιπόν, που τόσο λάτρεψε και αντέγραψε ο Ναμπόκοφ, και την εμπύρετη κατάσταση του μανιακού, ο οποίος ένιωθε να ανακαλύπτει μια νέα θρησκεία –εξού και οι πολλαπλές αναφορές στον Στίβενσον–, ο Προυστ επέμενε στο απειροελάχιστο που θα ξεσήκωνε κύματα αληθινής έκφρασης και πάθους, θα ανασκάλευε όλες τις όψεις τις ανθρώπινης κατάστασης: ζήλια και παράφορο έρωτα, διαστροφή, απόλυτη παρουσία και εξαφάνιση του αγαπημένου προσώπου, ελιτισμό και αγοραία τάση, αισθητισμό και χαμέρπεια, ειρωνεία και ελιτισμό, λαγνεία, σεξουαλικότητα και ομοφυλοφιλία.

 

Ίσως να είναι ο πρώτος λογοτέχνης που μίλησε τόσο ανοιχτά για τον έρωτα ανάμεσα σε πρόσωπα του ίδιου φύλου, αναζητώντας ταυτόχρονα, ως ομοφυλόφιλος ο ίδιος, τις αντίθετες και αντιφατικές όψεις του ερωτικού πάθους, περνώντας από τον ιδανικό έρωτα (στον Ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών και τις Διακοπές στο Κομπραί) στην αιχμαλωσία που αναπόφευκτα προκαλεί (Η Φυλακισμένη). Υπάρχει, ωστόσο, μια γραμμή που συνδέει τις διαφορετικές εκφάνσεις των αισθημάτων και τα ποικίλα πρόσωπα του έργου, που δεν είναι άλλη από την ίδια την πραγματικότητα, αυτό τον «αφηρημένο συσχετισμό ανάμεσα σε αυτές τις αισθήσεις και σ' αυτές τις αναμνήσεις που μας περιβάλλουν συγχρόνως – συσχετισμός που καταργείται στην περίπτωση μιας απλής κινηματογραφικής θέασης, η οποία, όσο διατείνεται ότι εστιάζει στο αληθές, τόσο απομακρύνεται απ' αυτό, συσχετισμός μοναδικός, τον οποίο ο συγγραφέας οφείλει να επανακτήσει για να αφομοιώσει αμετάλλακτα στη φράση του τα διαφορετικά συστατικά».


Ανακαλώντας, επομένως, ό,τι ο ίδιος προκρίνει ως σημαντικό, ξέρει να κρατάει, ακόμα και από τα πιο απρόβλεπτα πρόσωπα, τα πιο αδιανόητα στοιχεία που μπορούν να βελτιώσουν τον ίδιο, την αφήγηση και τη λογοτεχνία και αυτά οριοθετεί ως την πραγματικότητα την ίδια: αν η Αλμπερτίν μεταρσιώνει όλες τις εκφάνσεις του έρωτα και η γιαγιά του αφηγητή την ηθικοπλαστική δυνατότητα που μπορεί να έχει από μόνη της η τέχνη, ο βαρόνος Ντε Σαρλίς μπορεί με τον κυνισμό του να διαλύσει τις ιδεαλιστικές αυταπάτες, ενώ η κοκότα Οντέντ, μέσα στην αβελτηρία της, να φανερώσει τις απαράμιλλες αρετές της σαγήνης. Αντίστοιχα, πάλι, ο Ρομπέρ ντε Σεν Λου δύναται να δείξει πόσο ανώφελο είναι να σπαταλάς τα ταλέντα σου μέσα στη χαμέρπεια και ο Βιντέιγ να αποκαλύψει πόση ένταση ενδέχεται να κρύβει η σύντομη, σαν μια μουσική μελωδία, αρχή της ευτυχίας.

 

Όλα μετράνε, ανάλογα με τη δυνατότητα ανάδειξής τους σε κάτι πιο μεγαλόπνοο και ισχυρό. Γι' αυτό και η άσπλαχνη σάτιρα που διαπνέεται από τις ώρες που ο Προυστ σύχναζε στα ολόφωτα και γεμάτα αριστοκρατικό κόσμο σπίτια της Φομπούρ Σεντ Ονορέ μπορεί να αντισταθμίζεται ιδανικά από την περίτεχνη σκέψη που επεξεργαζόταν σε βάθος στο καλυμμένο με φελλό –για να μην τον αποσπά ο παραμικρός θόρυβος– δωμάτιό του στη λεωφόρο Οσμάν, όπου συνέγραφε με μανία το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Οι μεγάλοι μελετητές, οι οποίοι εντόπισαν τις αντιθέσεις που διαπέρασαν το σπουδαίο αυτό έργο, ανταποκρίθηκαν στη σαγήνη του και την αντιπαρέθεσαν στην εκλεπτυσμένη και στην επενδυμένη με ευγενική ωμότητα στοχαστικότητα που έκανε τον Προυστ να είναι από τους κορυφαίους στην ιστορία των γραμμάτων. Ακόμα, θαρρεί κανείς πως ψάχνουμε κάποιον όμοιό του ή, έστω, κάποιον που θα δικαιούται να αποκαλείται, κατά το ελάχιστο, «προυστικός».