Ο γάλλος πρόεδρος Μακρόν ως Εωσφόρος σε καρικατούρα της ιρανικής εφημερίδας Vatan-e Emrooz. Φωτ. ifpnews.com
Ο γάλλος πρόεδρος Μακρόν ως Εωσφόρος σε καρικατούρα της ιρανικής εφημερίδας Vatan-e Emrooz. Φωτ. ifpnews.com

 

 

JE SUIS PROF : δεκαέξι σύντομες σκέψεις κατά της τρομοκρατίας και του σκοταδισμού, ως φόρο τιμής στον Samuel Paty

 

[Μεταφράζονται εδώ οι δώδεκα πρώτες]

 

 

Pierre Tevanian

Καθηγητής φιλοσοφίας σε Λύκειο

Les Mots Sont Importants (LMSI), 25.10.2020

 

 

 

Οι ακόλουθες γραμμές γράφτηκαν υπό την επίδραση της φρικτής είδησης της δολοφονίας του συναδέλφου μου, Samuel Paty, και της δύσκολης εβδομάδας που ακολούθησε. Ως φόρο τιμής σε έναν δάσκαλο που πίστευε στην εκπαίδευση, στον ανθρώπινο λόγο και την ελευθερία της έκφρασης, προτείνονται δεκαέξι σκέψεις που καλούν, παρά τη συγκίνηση, να σκεφτούμε το παρόν και να το συζητήσουμε, με λογικό τρόπο. Δεν ισχυρίζομαι προφανώς ότι οι προβληματισμοί αυτοί αντικατοπτρίζουν τη σκέψη του Samuel Paty, αλλά γράφονται γι' αυτόν. Η προσπάθεια αναστοχασμού, ευθυκρισίας, προσεκτικής προσέγγισης, λογικής, έγινε με την σκέψη μου σ' αυτόν, και για να τον τιμήσω. Το να συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε ελεύθερα, να εκφραζόμαστε, να ανταλλάσσουμε επιχειρήματα, μου φαίνεται ο καλύτερος φόρος τιμής. 

 

 

1. Μαθαίνοντας την είδηση, επικράτησε πρώτα η φρίκη, η θλίψη, ο φόβος απέναντι στο έγκλημα που διαπράχθηκε, ταυτόχρονα με τις σκέψεις μας για όσους ήταν κοντά στον Samuel Paty, τους συναδέλφους του, τους μαθητές του, όλες τις σχολικές κοινότητες της Γαλλίας, και παραπέρα ολόκληρης της κοινότητας των ανθρώπων που το έγκλημα αυτό συντάραξε. Στη συνέχεια, ξέσπασε μία οργή που προκλήθηκε από όλους εκείνους που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ακόμη και πριν μάθουν περισσότερα για τις περιστάσεις που είχαν οδηγήσει στα χειρότερα, έσπευσαν να βγάλουν από το καλάθι θεωρητικά κιτ που έτειναν να ελαχιστοποιήσουν την ωμότητα του εγκλήματος ή να μειώσουν την καθαυτήν ευθύνη του δολοφόνου (ή πιθανώς των δολοφόνων) μέσα σε υπερβολικά ελαστικές οντότητες (είτε πρόκειται για τον "εξισλαμισμό" είτε για την "ισλαμοφοβία") - για να μην αναφέρουμε και όλους εκείνους που εργαλειοποιούν την φρίκη για κάποιες ατζέντες που γνωρίζουμε πολύ καλά: αποκατάσταση της θανατικής ποινής, κυνήγι μεταναστών, κυνήγι μουσουλμάνων. 

 

2. 'Υστερα ήρθε ο φόβος, ή οι φόβοι, βλέποντας να ξαναπαίρνει μπρος τόσο γρήγορα, με δεκαπλάσια δύναμη, μία μορφή κυβερνητικής αντίδρασης που έχει αποδειχθεί από καιρό ότι είναι αναποτελεσματική (ενάντια στην τρομοκρατική βία) και επιβλαβής (για την συνύπαρξη μεταξύ μας και τα ανθρώπινα δικαιώματα): αντί να ενισχύσει τα μέσα της αστυνομίας που είναι απαραίτητα για περισσότερες και καλύτερες έρευνες από ό, τι έχει ήδη γίνει, για την παρακολούθηση, τον εντοπισμό καλώς στοχευμένων δικτύων και την εξάρθρωσή τους, αλλά και την διασφάλιση σε πραγματικό χρόνο της προστασίας των ανθρώπων που το ζητούν, όταν το ζητούν, προτίμησε το θέαμα με τους αποδιοπομπαίους τράγους. 

 

Μία υπόκωφη ανησυχία αναμίχθηκε με τον πόνο μπροστά στο κύμα προσβολών, απειλών και ισλαμοφοβικών επιθέσων που άρχισαν αμέσως κατά των μεταναστών και των Τσετσένων, αλλά και μπροστά στο ενδεχόμενο άλλων επιθέσεων που θα μπορούσαν να συμβούν στο μέλλον, για την πρόληψη των οποίων, το λιγότερο που μπορώ να πω είναι ότι υστερούν οι κυβερνητικές ενέργειες. 

 

 

 

 

3. Κι έπειτα, όσο πιο πολλά διάβαζα, ιδίως στα κοινωνικά δίκτυα, με κυρίευσε μία αμηχανία, όταν αφορούσαν το "δικό μου στρατόπεδο" αυτή τη φορά - δηλαδή κυρίως τους ανθρώπους με τους οποίους μοιράζομαι λίγο πολύ μία συγκεκριμένη αντίληψη για τον αντιρατσιστικό αγώνα. Αυτό που με ενόχλησε εξαρχής ήταν το γεγονός ότι προβάλλονταν έτοιμες επεξηγηματικές αναλύσεις, όταν ουσιαστικά δεν γνωρίζαμε σχεδόν τίποτα για τις λεπτομέρειες των γεγονότων: ποια συμπεριφορά είχε ακριβώς ο Samuel Paty, δείχνοντας ποια σχέδια, ποιες αλληλεπιδράσεις έγιναν μετά με τους μαθητές, με τους γονείς, ποιος είχε διαμαρτυρηθεί και σε τι ύφος, με ποια μορφή, ποιος είχε οξύνει την αντιδικία και τι έβαλε φωτιά στα κοινωνικά δίκτυα, και τελικά ποιο ήταν το προφίλ του δολοφόνου, ποια ήταν τα βιώματά του, στη Ρωσία, την Τσετσενία, την Γαλλία - βιώματα σε όλες τους τις διαστάσεις του (οικογενειακή, κοινωνικοοικονομική, σχολική, ιατρική), η κοινωνικότητά του και οι επαφές του (ή η απουσία επαφών), στο χώρο της θρησκείας, της πολιτικής, του εγκλήματος και της τρομοκρατίας;

 

Με ενόχλησε, για παράδειγμα, το γεγονός ότι είχε υιοθετηθεί τόσο συχνά και αψήφιστα, ήδη από τις πρώτες ώρες που ακολούθησαν το έγκλημα, η υπόθεση ότι ο Samuel Paty "είχε κάνει βλακεία", ενώ δεν ήμασταν καν σίγουροι πως το αηδιαστικό σχέδιο του προφήτη με τα γυμνά οπίσθια και τους εκτεθειμένους όρχεις (θα επανέλθω σε αυτό) ήταν αυτό που είχε εμφανιστεί στην τάξη (εφόσον διάβαζαμε επίσης ότι ο καθηγητής είχε υποβάλει μήνυση "για συκοφαντία" μετά τις κατηγορίες εναντίον του) και ότι δεν γνωρίζαμε τίποτα για τις συνθήκες και τον τρόπο με τον οποίο είχε διευθετήσει το μάθημα του. 

 

4. Εξάλλου, στην περίπτωση (η οποία τελικά επιβεβαιώθηκε) που το πράγματι προβληματικό αυτό σκίτσο ήταν εκείνο που πυροδότησε ή χρησίμευσε ως πρόσχημα για την εκστρατεία εναντίον του Samuel Paty, κάτι άλλο επίσης με ενοχλούσε. Πρώτα απ 'όλα ότι ξεχνούσαμε ότι ένα σκίτσο, όσο προβληματικό, άσεμνο, χοντροκομμένο, κακόγουστο, ή ακόμα και ρατσιστικό κι αν είναι, μπορεί κάλλιστα να ενταχθεί σε μια εκπαιδευτική διαδικασία, ιδιαίτερα στο μάθημα της Ιστορίας - τελικά, κι εμείς δεν δείχνουμε πολλές άθλιες αντι-εβραϊκές καρικατούρες όταν μελετάμε την άνοδο του αντισημιτισμού, παρατήρησε ένας ιστορικός συνάδελφος, και αυτό προφανώς δεν αποτελεί από μόνο του μία καθαρή και απλή διαιώνιση της ρατσιστικής προσβολής. Οι δύο περιπτώσεις διαφέρουν από πολλές απόψεις, αλλά όλα παίζονται ανάλογα με τον τρόπο που παρουσιάζονται τα ντοκουμέντα και στη συνέχεια σχολιάζονται, αναλύονται, κριτικάρονται. Ωστόσο, ως προς τον τρόπο που επιλέχθηκε σε αυτήν την περίπτωση, αγνοούσαμε για πολύ καιρό τι ακριβώς είχε συμβεί και αυτό που μάθαμε στο τέλος ήταν ότι η πρόθεση του Samuel Paty δεν ήταν εκ του πονηρού, ήθελε μόνο να γίνει μία συζήτηση γύρω από την ελευθερία της έκφρασης, με αφορμή μία ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη περίπτωση. 

 

5. Επίσης, αν αποδείχθηκε αργότερα, με τις αφηγήσεις που μπόρεσαν να ανασυσταθούν (ιδίως στην Libération), ότι ο Samuel Paty δεν είχε κάνει κακόβουλη χρήση αυτών των καρικατούρων και ότι οι γονείς των μαθητών που αρχικά ανησύχησαν το είχαν καταλάβει αρκετά γρήγορα και εύκολα μετά από συζήτηση, κι αν αποδείχθηκε επίσης ότι πέρα από το συγκεκριμένο αυτό περιστατικό, ο Samuel Paty ήταν ένας πολύ συνειδητοποιημένος, εγκάρδιος και πλακατζής καθηγητής που έχαιρε εκτίμησης, είναι κρίμα που από την αρχή αυτό δεν τονίστηκε τόσο από τους οπαδούς του "πνεύματος του Charlie" όσο και από ανθρώπους που δικαίως σοκαρίστηκαν από μερικά από τα σκίτσα του: ότι ακόμη και στην αντίθετη περίπτωση, ακόμη και αν ο καθηγητής είχε "κάνει βλακεία", είτε μικρή, είτε μεγάλη, ακόμα κι αν δεν είχε πάρει παιδαγωγικές προφυλάξεις, ή και στην χειρότερη περίπτωση αν είχε σκόπιμα προσπαθήσει να βλάψει, εν ολίγοις: ακόμα κι αν ήταν "κακός καθηγητής", υπεροπτικός, τεμπέλης, ή ακόμα και ρατσιστής, τίποτα, απολύτως τίποτα δεν δικαιολογεί αυτό που διεπράχθη. 

 

Δεν αμφιβάλλω καθόλου ότι στις περισσότερες αντιδράσεις εν θερμώ, αυτό εξυπακούεται, αλλά νομίζω ότι στον κόσμο όπου ζούμε, και όπου συμβαίνουν αυτά τα φρικτά πράγματα, όλα πλέον  (εννοώ την απόσταση που πρέπει να μας χωρίζει από την υπερ-βία) πρέπει να μπορούν να λέγονται παντού, ακόμη και όσα εξυπακούονται. 

 

Με άλλα λόγια, ακόμη και αν κρίνουμε απαραίτητο να υπενθυμίσουμε, με αφορμή το έγκλημα αυτό και τις συζητήσεις που προκάλεσε εκ νέου, ότι καλό είναι να μην επιτρέπονται τα πάντα όσον αφορά την ελευθερία της έκφρασης, αυτό δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να υποστηριχθεί παρά μόνο αν προσθέσουμε μία άλλη υπενθύμιση: ότι καλό είναι επίσης να μην επιτρέπονται όλα όσον αφορά τον τρόπο περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης, τον τρόπο αντίδρασης στους προσβλητικούς λόγους, και πιο συγκεκριμένα, ότι πρέπει να αποκλειστεί απολύτως η σωματική βία, πόσο μάλλον η δολοφονία. Δυστυχώς, σε αυτούς τους καιρούς, επαναλαμβάνω, τίποτα πια δεν είναι αυτονόητο. 

 

6. Η παραπάνω παρατήρηση είναι, κατά τη γνώμη μου, αυτή που κυρίως αποσιωπάται και λείπει περισσότερο από όλη τη δημόσια συζήτηση έτσι όπως έχει πολωθεί εδώ και χρόνια μεταξύ των "Charlie", των ανεπιφύλακτων υποστηρικτών της "ελευθερίας της έκφρασης", και των "όχι Charlie", που θέλουν να θέσουν "όρια" στην "ελευθερία της προσβολής": ούτε η ελευθερία της έκφρασης ούτε ο αναγκαίος περιορισμός της πρέπει στην πραγματικότητα να θεωρηθούν ως κατηγορηματική και θεμελιώδη επιταγή. Και τα δύο συζητιούνται, αλλά σε έναν χώρο όπου προέχει η αναταλλαγή απόψεων και που υπόκειται σε έναν άλλο θεμελιώδη νόμο, στον οποίο όλοι θα μπορούσαν και θα έπρεπε να συναινέσουν εκ των προτέρων, και ο οποίος είναι η απόλυτη άρνηση της σωματικής βίας. 

 

Κατόπιν αυτού, από τη στιγμή που έχουμε υπενθυμίσει ρητά τον θεμελιώδη αυτόν νόμο και τον έχουμε σεβαστεί, η ελευθερία της έκφρασης, στην οποία ήταν τόσο αφοσιωμένος ο Samuel Paty, μπορεί και πρέπει επίσης να συνεπάγεται το δικαίωμα να κρίνεις ως αποκρουστικά ορισμένα σκίτσα του Charlie Hebdo: 

 

-  εκείνα, για παράδειγμα, που ταυτίζουν τον προφήτη των Μουσουλμάνων (και επομένως - συνειρμικά - με όλους τους πιστούς που τον λατρεύουν) με τρομοκράτη, αναπαριστώντας τον βαριά οπλισμένο, με γαμψή μύτη, βλέμμα τρελού, άγρια φάτσα, ή φορώντας ένα τουρμπάνι σε σχήμα βόμβας. 

 

- εκείνο που πληγώνει χωρίς λόγο τους πιστούς (και τους ανώνυμους πιστούς, τους ανεκτικούς, τους μη-βίαιους, εξίσου ή και περισσότερο κι από τους "τζιχαντιστές" που ψάχνουν προσχήματα για να χύσουν αίμα), απεικονίζοντας τον προφήτη τους με γυμνά οπίσθια και εκτεθειμένους όρχεις, και με ένα μουσουλμανικό αστέρι στη θέση του πρωκτού. 

 

- εκείνο που παριστάνει ως ζώο μία μουσουλμάνα συνδικαλίστρια με μαντίλα, εμφανίζοντάς την με όψη πιθήκου. 

 

- εκείνο που αναπαριστά την ρουμάνα παίκτρια του τένις Simona Halep, νικήτρια του Roland-Garros, ως μία κακάσχημη Ρομά, να κραδαίνει το κύπελλο φωνάζοντας "παλιοσίδερα!" παλιοσίδερα!". 

 

- εκείνο που μας καλεί να φανταστούμε τον "μικρό Aylan", το παιδί Κούρδων μεταναστών που βρέθηκε νεκρό στη Μεσόγειο, πως θα ήταν "αν είχε επιζήσει", και μας τον δείχνει να "χουφτώνει γυναικεία οπίσθια στη Γερμανία" (μετά από μια σειρά βιασμών που είχαν διαπραχθεί στην Φρανκφούρτη). 

 

- εκείνο που απεικονίζει τις έγγυες και μαντιλοφορεμένες σκλάβες του σεξ της Boko Haram να φωνάζουν για τα "επιδόματά" τους. - εκείνο που φαντασιώνεται μία εισβολή ή έναν "εξισλαμισμό" με τη μορφή μιας "μεγάλης αντικατάστασης", δείχνοντάς μας για παράδειγμα έναν μουσάτο μουσουλμάνο του οποίου η τεράστια γενειάδα καλύπτει ολόκληρο το πρωτοσέλιδο, ενώ ένας μικροσκοπικός Μάκρον που αγωνίζεται "ενάντια στον αποσχισμό", οπλισμένος με ψαλίδι, δεν καταφέρνει παρά να κόψει μόνο μερικές τρίχες. 

 

- εκείνο που τροφοδοτεί την ίδια φαντασίωση εισβολής απεικονίζοντας έναν Macron που δηλώνει ότι "δεν τον αφορά" ως πρόεδρο αν οι μουσουλμάνες γυναίκες φορούν μαντίλα, ενώ η υπόλοιπη σελίδα καταλαμβάνεται μόνο από μαντιλοφορεμένες γυναίκες, με μία λεζάντα αντάξια μιας ακροδεξιάς προκήρυξης: "Η Ισλαμική Δημοκρατία προελαύνει".

 

Για το καθένα από αυτά τα σκίτσα, που έγιναν τα περισσότερα πρωτοσέλιδα, θα μπορούσα να επιχειρηματολογήσω επί μακρόν, για να εξηγήσω γιατί τα βρίσκω αποκρουστικά και συχνά ρατσιστικά. Πολλά άλλα παραδείγματα θα μπορούσαν επίσης να αναφερθούν, όπως ένα εξώφυλλο που δημοσιεύτηκε μετά την θανατηφόρα επίθεση που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες τον Μάρτιο του 2016 από το  ISIS (η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο 32 ανθρώπων και τον τραυματισμό άλλων 340), και που απεικόνιζε με σοκαριστικό τρόπο τον τραγουδιστή Stromae, ένα ορφανό από την γενοκτονία της Ρουάντα, να τραγουδά το "Papaoutai", ενώ κομμάτια από διαμελισμένα χέρια και πόδια ή βγαλμένα μάτια αιωρούνταν γύρω του. Ο κατάλογος δεν είναι εξαντλητικός, κι άλλα πρωτοσέλιδα θα μπορούσαν να αναφερθούν - αυτά ιδίως που θέλουν να μας κάνουν να γελάσουμε (ή να χλευάσουμε θα ήταν πιο σωστό να πούμε) με τη μοίρα των βιασμένων γυναικών, των κακοποιημένων παιδιών ή των λαών που πεθαίνουν από την πείνα. 

 

Έχουμε το δικαίωμα να μισούμε αυτό το χιούμορ, έχουμε το δικαίωμα να θεωρούμε ότι μερικά από αυτά τα σκίτσα προτρέπουν στην περιφρόνηση ή στο ρατσιστικό ή σεξιστικό μίσος, μεταξύ άλλων πιθανών κατηγοριών, και δικαιούμαστε να το λέμε. Δικαιούμαστε να το γράφουμε, να το λέμε μποροστά στο δικαστήριο, ακόμη και στη διαδήλωση. Όμως - προφανώς, η επίθεση τον Ιανουάριο του 2015 μας υποχρεώνει να το δηλώνουμε ρητά - όποια αρνητική γνώμη κι αν έχουμε γι' αυτά τα σκίτσα, για τη βαρβαρότητά τους, την χυδαιότητά τους, την αδικαιολόγητη κακία τους προς μία κατηγορία ανθρώπων που είναι συχνά στερημένοι, τον ρατσισμό τους μερικές φορές - η συμβολική βία που ασκούν δεν μπορεί να μπει στο ίδιο επίπεδο με την ακραία σωματική βία που αποτελεί η ανθρωποκτονία, και έτσι δεν θα μπορούσε να την δικαιολογήσει ούτε κατά το ελάχιστο. 

 

Εν ολίγοις, έχουμε το δικαίωμα να καταγγέλνουμε με τον πιο έντονο τρόπο τη συμβολική βία των καρικατούρων όταν τη θεωρούμε άδικη και επιβλαβή, διότι μπορεί και να είναι, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, επαναλαμβάνω, να λέμε το αυτονόητο: ότι καμία συμβολική βία δεν δικαιολογεί τη σωματική υπερ-βία. Αυτό ισχύει για τα χειρότερα σκίτσα του Charlie, όπως και για τις χειρότερες ατάκες ενός Zemmour ή ενός Dieudonné, όπως και για οτιδήποτε άλλο που μας προσβάλλει - από το μάλλον ύποπτο έως το απόλυτα άθλιο. 

 

Τι απομένει πράγματι από την ελευθερία της έκφρασης εάν υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα στην καρικατούρα αλλά όχι το δικαίωμα στην κριτική της καρικατούρας; Που οδηγείται η δημοκρατική συζήτηση εάν οποιαδήποτε ριζική κριτική του Charlie σήμερα, και ποιος ξέρει του Zemmour αύριο, του Μακρόν μεθαύριο, εκλαμβάνεται αυτόματα ως υποκίνηση βίας, κι επομένως ως συνενοχή στην τρομοκρατία, οπότε κι απαγορεύεται;  

 

Και αντίτροφα, που οδηγείται αυτός ο δημοκρατικός χώρος, εάν την καταγγελία του απαράδεκτου που ζητάμε να λάβει τέλος δεν την μετριάζει από πριν μία σαφή και ρητή υπενθύμιση του θεμελιώδου νόμου της απαγόρευσης της δολοφονίας; 

 

7. Υπάρχει και κάτι άλλο που με ενόχλησε σε ορισμένες αναλύσεις: η αναζήτηση των "πραγματικών υπευθύνων", μια διατύπωση που υποδηλώνει ότι "πίσω" από τον εμφανή υπεύθυνο (τον δολοφόνο) θα υπήρχαν "οι πραγματικοί υπεύθυνοι", ο οποίοι θα ήταν άλλοι από αυτόν. Ωστόσο, παρότι μου φαίνεται φυσικά απαραίτητο να εξετάζεται σε όλη του τη δύναμη και την πολυπλοκότητά του ο αντίκτυπος των κοινωνικών ντετερμινισμών, είναι προβληματικό να εξαφανίζουμε μέσα σε ένα τέτοιου είδους ντετερμινισμό ολόκληρη την ατομική ευθύνη αυτού του 18χρονου - κάτι που δεν κάνει η κοινωνιολογία, αντίθετα με όσα ισχυρίζονται αυτοί που αρέσκονται στην πολεμική, αλλά που μπορούν να το επιχειρούν κάποιες φορές ορισμένες τοποθετήσεις.  

 

Είναι καλό πράγμα, πιστεύω, να αναρωτιόμαστε πάντα για μία πιθανή δική μας ευθύνη, αν ωστόσο δεν το παρακάνουμε λέγοντας ότι "είμαστε όλοι ένοχοι", κάτι που εξαφανίζει κάθε πραγματική ενοχή, και βολεύει τους κύριους ενόχους. Αυτό που με ενόχλησε είναι πως τα ερωτήματα που προέκυψαν από την ερώτηση "ποιος σκότωσε;" έφεραν αντιμέτωπους, ισότιμα, αφενός εκείνον που διέπραξε πραγματικά το έγκλημα, και αφετέρου άλλα άτομα ή κοινωνικές ομάδες (τη σχολική διοίκηση, την αστυνομία, τον πατέρα της μαθήτριας που ξεκίνησε την δημόσια εκστρατεία εναντίον του Samuel Paty στο YouTube, την κόρη του που φαίνεται να τον παραπλάνησε σε σχέση με τη διεξαγωγή των μαθημάτων του) οι οποίοι, ανεξάρτητα από το επίπεδο ευθύνης τους, ουδόλως "σκότωσαν" - η διάκριση μπορεί να φαίνεται απλή, ακόμη και απλοϊκή, αλλά μου φαίνεται ότι είναι ζωτικής σημασίας να διατηρείται.

 

8. 'Ενα ακόμη πράγμα που με ενόχλησε, και με απογοήτευσε όταν εσκεμμένα παραλείπουμε την πιο πάνω παρατήρηση, είναι ότι το νεοφιλελεύθερο και ισλαμοφοβικό "σύστημα" έγινε "ο κύριος υπεύθυνος", αν όχι αποκλειστικά "ο εχθρός που πρέπει να πολεμήσουμε". Πράγμα που σημαίνει ότι αποκλείουμε τα άτομα ή τις κοινωνικές ομάδες που θα μπορούσαν, πέρα από το άτομο Abdullakh Abouyezidovich, να μοιραστούν ένα μερίδιο ευθύνης, ότι ξεχνάμε ή μειώνουμε τον ρόλο του λίγο ή πολύ άμεσου περίγυρου του δολοφόνου - είτε πρόκειται για οργανωμένη τρομοκρατική ομάδα είτε για μία πιο άτυπη ομάδα κοντινών ατόμων ή λιγότερο κοντινών μέσω των κοινωνικών δικτύων), χωρίς να ξεχνάμε, βέβαια, τον κολαούζο του ανεύθυνου "θυμωμένου πατέρα": έναν κάποιον Abdelhakim Sefrioui, ένα διχαστικό άτομο που σπέρνει το μίσος, ο οποίος έχει ξεσκεπαστεί και απομονωθεί εδώ και πολύ καιρό από κύκλους ακτιβιστών, κύκλους φιλο-παλαιστινιακούς κι από κινήσεις κατά της ισλαμοφοβίας. 

 

Γνωρίζω καλά τα κοινωνιολογικά έργα που ορθώς επικρίνουν την επικρατούσα προσέγγιση, η οποία εστιάζει αποκλειστικά στις προπαγανδιστικές τεχνικές των τρομοκρατικών οργανώσεων, μετατοπίζοντας το focus στη μελέτη των κοινωνικών συνθηκών που καθιστούν αυτές τις τεχνικές ευήκοες και "αποτελεσματικές". Αλλά δεν μπορούμε να λάβουμε υπόψη αυτές τις κοινωνικές συνθήκες χωρίς να εξετάζουμε επίσης πώς επιδρούν κάθε φορά με ιδιαίτερο τρόπο πάνω στα άτομα, των οποίων η ευθύνη δεν παραμερίζεται. Και δεν μπορούμε να αποκλείσουμε, ιδίως, την ευθύνη ατόμων ή ομάδων "καλοθελητών", ειδικά αν θέτουμε την ερώτηση ως εξής: "ποιος σκότωσε;" 

 

9. Πολύ γρήγορα ωστόσο, καθώς ήταν ακόμη νωπό το σοκ, το πένθος και η πικρία "απέναντι στο δικό μου στρατόπεδο", παρεμβλήθηκε ένας εκκωφαντικός μηντιακός θόρυβος, ο οποίος διοχέτευσε αισχρότητες σε πολύ πιο τρομακτικές αναλογίες. Ο Samuel Gontier, πάντα σε "ετοιμότητα", παρουσίασε μία θλιβερή επισκόπηση: 

 

- πολιτικά πάνελ στα οποία η "ισορροπία" που επικαλείται ο παρουσιαστής (Pascal Praud) συνίσταται σε ένα τρίο της δεξιάς, της ακραίας δεξιάς και της ακροδεξιάς (LREM, Les Républicains, Rassemblement national), ενώ οι διαφορετικές οικογένειες της αριστεράς (Πράσινοι , PS, PCF, France insoumise, για να μην αναφέρουμε την άκρη αριστερά) πολύ απλά αποκλείονται. 

 

- "συζητήσεις" όπου μπαίνει στην ατζέντα η απέλαση όλων των γυναικών που φορούν μαντίλα, η αφαίρεση της υπηκοότητας για εκείνες που είναι Γαλλίδες, η επαναλειτουργία του "κάτεργου" των "Νησιών Kerguelen", η επαναφορά της θανατικής ποινής και, τέλος, η "ποινικοποίηση" όλων των συντηρητικών μουσουλμανικών ιδεολογιών, "όχι μόνο του τζιχαντισμού αλλά και του ισλαμισμού" (σαν να θέλαμε, λόγου χάρη, μετά τις επιθέσεις των Ερυθρών Ταξιαρχιών, της Φράξιας Κόκκινος Στρατός ή της Άμεσης Δράσης, να ποινικοποιήσουμε, επομένως και να απαγορεύσουμε ολόκληρη τη σοσιαλιστική, κομμουνιστική, οικολογική ή ριζοσπαστική αριστερά, με το πρόσχημα ότι μοιράστηκε με τρομοκρατικές ομάδες "την αντίθεση στον καπιταλισμό"). 

 

- τηλεοπτικά "πλατό" όπου ένας Manuel Valls [πρώην πρωθυπουργός - σ.σ.] μπορεί να ζητήσει αμέριμνα και με απόλυτη συνείδηση, χωρίς να προκαλέσει σκάνδαλο, την καταστρατήγηση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα: "αν χρειαστεί, σε μία εξαιρετική στιγμή, να απομακρυνθούμε από το ευρωπαϊκό δίκαιο, και να αλλάξουμε το Σύνταγμά μας, πρέπει να το κάνουμε", "Το είπα το 2015, είμαστε σε πόλεμο. Κι επειδή βρισκόμαστε σε πόλεμο, τότε πρέπει να δράσουμε, να χτυπήσουμε". 

 

10. Κι έπειτα, πολύ γρήγορα, προέκυψε αυτή η επίθεση από τον Υπουργό Εσωτερικών Gerald Darmanin κατά του CCIF (Συλλόγου κατά της Ισλαμοφοβίας στη Γαλλία), εντελώς αβάσιμη από την άποψη της καταπολέμησης της τρομοκρατίας - εφόσον ο σύλλογος προφανώς και δεν είχε καμία ανάμειξη στο έγκλημα της 17ης Οκτωβρίου 2020, αλλά ούτε και στη δημόσια εκστρατεία (μέσω YouTube και Twitter) που οδήγησε σ' αυτό. 

 

Η καταγγελία αυτή - καθαρά συκοφαντική, επομένως - έγινε στην πραγματικότητα στο πλαίσιο μιας αυξημένης και νεφελώδους γενικότητας και αφαίρεσης, καταφεύγοντας και σε μια χοντροειδή σοφιστεία: η δολοφονία του Samuel Paty είναι μια επίθεση κατά των "αξιών" και των "θεσμών" της "Δημοκρατίας", τους οποίους ο CCIF "καταπολεμά" - και κατ' αυτόν τον τρόπο ο CCIF "σχετίζεται" με αυτό το έγκλημα και πρέπει επομένως να απαγορευτεί, CQFD. Η κατηγορία είναι ωστόσο φανταστική όσο και ατιμωτική, καθώς ο η δράση του συλλόγου δεν στοχεύει τις δημοκρατικές αρχές και θεσμούς σαν τέτοιους, αλλά αντίθετα την έλλειψη αποτελεσματικότητάς τους: όλη η δραστηριότητα του CCIF (αυτό εύκολα επαληθεύεται στον ιστότοπο του συλλόγου όπως και με τις εκθέσεις δημοσιογράφων που έγιναν όλα αυτά τα χρόνια ανάλογα με την επικαιρότητα) συνίσταται στην καταπολέμηση των διακρίσεων επ' αφορμή την πραγματική ή υποτιθέμενη πρακτική μιας θρησκείας, επομένως στοχεύει στην εφαρμογή ενός νόμου της δημοκρατίας. Ο CCIF εκτελεί αυτό το έργο με τα πιο δημοκρατικά μέσα που υπάρχουν, υπενθυμίζοντας το κράτος δικαίου, προτείνοντας διαμεσολαβήσεις ή προσφεύγοντας στη δικαιοσύνη, έναν κατεξοχήν δημοκρατικό θεσμό, για περιπτώσεις παραβίασης της αρχής της ισότητας, μιας κατεξοχήν δημοκρατικής αρχής. 

 

Το έργο αυτό, επομένως, καθιστά το CCIF έναν πολύτιμο θεσμό (τουλάχιστον σε μια δημοκρατική δημοκρατία), κάτι που ονομάζεται "αντισταθμιστική εξουσία": με άλλα λόγια τον καθιστά εχθρό της κρατικής αυθαιρεσίας και όχι της "Δημοκρατίας". Το ενημερωτικό του έργο βοηθά ακόμη και στη διάσωση της εν λόγω δημοκρατίας από την ίδια, θα μπορούσε να πει κανείς, ή μάλλον από τους ανεπαρκείς της υπηρέτες και τους δαίμονές της, που είναι ο ρατσισμός και οι διακρίσεις. 

 

Αποδείχθηκε γρήγορα, ότι η επίθεση αυτή, χωρίς πραγματική σχέση με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ήταν στην πραγματικότητα μέρος μιας εντελώς διαφορετικής ατζέντας, που είχε φανεί από την αρχή της προεδρίας του Εμμανουήλ Μακρόν, με τις βίαιες προσβολές και τις προσπάθειες του Jean-Michel Blanquer [υπουργός Παιδείας - σ.σ.] να απαγορεύσει το συνδικάτο Sud éducation 93, ή, πιο πρόσφατα, στην εκστρατεία μίσους κατά του βουλευτή Robin Reda, που υποτίθεται ότι θα διηύθυνε μία αντιρατσιστική κοινοβουλευτική ακρόαση, κατά των οργανώσεων που υποστηρίζουν τους μετανάστες και ειδικότερα του GISTI (Ομάδα ενημέρωσης και υποστήριξης μεταναστών). Η ατζέντα αυτή σημαίνει ούτε λίγο ούτε πολύ την κατάργηση των "ενδιάμεσων σωμάτων" της κοινωνίας των πολιτών, και κατά κύριο λόγο των ελέγχων και των ισορροπιών που αντιπροσωπεύουν οι αντιρατσιστικές οργανώσεις και όσες υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και τα συνδικάτα, περιμένοντας να έρθει και η σειρά των πολιτικών κομμάτων - βλέπε ήδη την βίαιη τροπή που παίρνει η πολιτική συζήτηση, και ιδίως τις εντελώς άνευ προηγουμένου επιθέσεις, αντίθετες με την δημοκρατική παράδοση, του Gérald Darmanin [υπουργός Εσωτερικών -σ.σ.] εναντίον των οικολόγων (Julien Bayou, Sandra Regol και Esther Benbassa), και στη συνέχεια εναντίον της France insoumise και του υποτιθέμενου "ισλαμοαριστερισμού που καταστρέφει τη Δημοκρατία", τις τελευταίες εβδομάδες, πριν από τη δολοφονία του Samuel Paty. 

 

Μια ατζέντα που περιλαμβάνει επίσης, όπως μόλις μάθαμε, νομικές κυρώσεις κατά του ειδησεογραφικού ιστότοπου Mediapart. 

 

11. Στη συνέχεια, ανακοινώθηκαν αυτές οι "επιχειρήσεις-γροθιά" κατά των μουσουλμανικών συλλόγων και τόπων λατρείας, για τις οποίες ο ίδιος ο Υπουργός Εσωτερικών παραδέχτηκε ότι δεν είχαν καμία σχέση με την έρευνα για τη δολοφονία του Samuel Paty, αλλά ότι χρησίμευσαν πάνω απ 'όλα για να "σταλεί ένα μήνυμα", έτσι ώστε "η ανησυχία να αλάξει πλευρά". Η ομολογία είναι τρομερή: δεν είναι η ώρα να υπερασπιστούμε ένα μοντέλο (δημοκρατικό, φιλελεύθερο, βασισμένο στο κράτος δικαίου και ανοιχτό στην πολυφωνία) εναντίον ενός άλλου (σκοταδιστικού, φασιστικού, βασισμένου στον τρόμο), αλλά για μία μιμητική αντιπαλότητα. Απαντάμε στην τρομοκρατία με την τρομοκρατία, χωρίς καν να προσποιούμαστε, όπως έκανε κάποτε ένας Charles Pasqua [πρώην υπουργός Εσωτερικών -σ.σ.], ότι θα "τρομοκρατήσουμε τους τρομοκράτες": αυτούς που θα τρομοκρατήσουμε δεν είναι τρομοκράτες, το ξέρουμε αυτό, το λέμε και καθόλου δεν μας νοιάζει, απαντάμε στη δολοφονία με τη βλακεία και τη βαναυσότητα, στον "θρησκευτικό" σκοταδισμό με τον "πολιτικό" σκοταδισμό, στο χάος της υπερ-βίας με το χάος της κρατικής αυθαιρεσίας. 

 

12. Στοχεύουμε έτσι τζαμιά, παρόλο που μαθαίνουμε (χάρη στην εξαιρετική έρευνα του Jean-Baptiste Naudet στο L'Obs  ότι ο δολοφόνος δεν σύχναζε σε κανένα τζαμί - κάτι που ίσχυε ήδη για πολλούς άλλους δολοφόνους σε προηγούμενες επιθέσεις. 

 

Κηρύττουμε τον πόλεμο στον "αποσχισμό" και την "κοινοτική αναδίπλωση", παρόλο που μαθαίνουμε (στην ίδια έρευνα) ότι ο δολοφόνος δεν είχε καθόλου δεσμούς ή κοινωνικές σχέσεις στην κοινότητά του - κάτι που επίσης συνέβη συχνά στο παρελθόν. 

 

Προτείνονται για τα σχολεία εντατικά μαθήματα κοσμικής κατήχησης, εντατική διαπαιδαγώγηση γύρω από την ελευθερία της έκφρασης, με τη διανομή "καρικατούρων" σε όλα τα λύκεια, ενώ ο δολοφόνος είχε εγκαταλείψει το σχολείο εδώ και καιρό και είχε αρχίσει να "ριζοσπαστικοποιείται" μόνο έξω από το σχολείο (και εδώ ξαναβρίσκουμε ένα ήδη γνωστό μοτίβο: ένας από τους δολοφόνους του Bataclan ήταν μαθητής στο σχολείο όπου εργάζομαι, ένας μαθητής που όπως όλοι οι καθηγητές θυμούνται δεν δημιουργούσε προβλήματα, και του οποίου η οικογένεια δεν μπόρεσε να παρατηρήσει σημάδια "ριζοσπαστικοποίησης" παρά μόνο μετά το απολυτήριό του και το πέρασμά του στο πανεπιστήμιο, όταν είχε ήδη εισέλθει στην επαγγελματική ζωή).

 

Και τέλος, ως ύστατη προστασία, ο Gérald Darmanin σκέφτεται να αναδιοργανώσει τα ράφια των σουπερμάρκετ! Θα ήταν αστείο αν δεν ήταν επικίνδυνο. Θα μπορούσε κανείς να βρει διασκεδαστικό έναν τέτοιον παραλογισμό, μία τέτοια ανικανότητα, μία τέτοια ανακολουθία ανάμεσα στο σκοπό και τα μέσα, αν το διακύβευμα δεν ήταν τόσο σοβαρό. Θα μπορούσε να χαμογελάσει και με την πολεμική πόζα ενός υπουργού που ο ίδιος παραδέχεται ότι πυροβολεί "δίπλα" από τους πραγματικούς ενόχους και συνεργούς, όταν για παράδειγμα διατάζει επιχειρήσεις ενάντια σε μουσουλμανικούς θεσμούς "που δεν σχετίζονται με την έρευνα". Θα μπορούσε να χαμογελάσει αν δεν είχε συμβεί μια φρικτή δολοφονική επίθεση, η οποία συνέβη μετά από αρκετές άλλες, αν οι περιστάσεις δεν απαιτούσαν σοβαρότητα, λογική, επικέντρωση σε μερικούς καθορισμένους με ακρίβεια στόχους: καλύτερη παρακολούθηση, εντοπισμό, πρόβλεψη, καλύτερη αποτροπή, καλύτερη επέμβαση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, καλύτερη προστασία. Θα μπορούσαμε να είχαμε την πολυτέλεια να φλυαρούμε και να συζητάμε για ενδυμασίες ή για ράφια στα σούπερ μάρκετ εάν δεν διακυβεύονταν ανθρώπινες ζωές - σίγουρα όχι οι ζωές των ηγετών μας, υπερπροστατευμένες από την προσωπική τους φρουρά, αλλά των εκπαιδευτικών, μεταξύ άλλων, και των μαθητών. [...]

 

 

Sandro Boticelli, Ο χάρτης της Κόλασης (1485-1495), σχέδιο για την εικονογράφηση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη. Biblioteca Apostolica Vaticana. Φωτ. Wikimedia commons
Sandro Boticelli, Ο χάρτης της Κόλασης (1485-1495), σχέδιο για την εικονογράφηση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη. Biblioteca Apostolica Vaticana. Φωτ. Wikimedia commons

 

 

'Ενας μακρύς δημοκρατικός χειμώνας

 

 Un long hiver républicain

 

 

"Τι θλιβερή εποχή αυτή στην οποία ένα ρατσιστικό σκουπίδι [το Charlie Hebdo -σ.σ.] έρχεται να αντικαταστήσει το μικρό εικονογραφημένο κατηχητικό εγχειρίδιο του χθες"

 

 

Alain Brossat

Καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Paris-VIII

lundimatin#261, 03.11.2020

 

 

Κατ' εξαίρεση σήμερα ένα άρθρο στα γαλλικά (λόγω της έκτασής του, της σχετικής δυσκολίας που παρουσιάζει η μετάφραση, και της καυτής θεματολογίας του) από έναν αγαπημένο φίλο και διανοητή που θαυμάζουμε.

Μεταφράζουμε εδώ μόνο την τελευταία παράγραφο, η οποία εκφράζει την διαφωνία του Alain Brossat με κάποιες από τις απόψεις του Pierre Tevanian:

 

Η δουλειά του φιλοσόφου, εν προκειμένω, είναι η κριτική ανάλυση του παρόντος, οι διαγνώσεις και, ει δυνατόν, οι γενεαλογίες (πώς φτάσαμε ως εδώ, πως πέσαμε τόσο χαμηλά;), όχι τα δημοκρατικά κηρύγματα. Όσο θα υπάρχουν στο σχολείο και σε άλλους χώρους στιγμές λεκτικής, πειθαρχικής, παιδαγωγικής, αυταρχικής βίας, και για να είμαστε ειλικρινείς στιγμές τόσο βλακώδεις όσο εκείνη που ξεχείλησε το ποτήρι της επικαιρότητας, θα γυρίζουν σαν μπούμερανγκ, βάζοντας μπρος τον χορό των μοιρολογίστρων, οι οποίες, με μία πιο προσκετική ματιά, συνειδητοποιούμε γρήγορα ότι δεν είναι παρά οι Ερινύες ντυμένες με άλλα ρούχα για την περίσταση. Το σημείο προβληματισμού είναι εκεί και πουθενά αλλού. Τα υπόλοιπα είναι δημοκρατικό θέατρο, σε νεκρώσιμη και μακάβρια εκδοχή και δεν υπάρχει τίποτα που να αποτελεί ένα αντικείμενο σκέψης.

 

*

 

Ça pourrait commencer par un approximatif à la manière de Wittgenstein : de ce dont il n'y a rien à dire, il est inutile de parler.

 

Considérant en effet que nul ne vous soupçonne de penser que décapiter un prof à la sortie d'un établissement scolaire puisse être une chose à propos de laquelle on soit susceptible d'avoir des avis variables (du genre : recommandable ou son contraire, de mauvais goût, pas très malin, courageux, intempestif, etc.) et donc susceptible de donner lieu à une conversation ouverte et détendue – tout énoncé que vous serez porté à produire à propos de l'événement en question, commençant par une accumulation d'adjectifs et de superlatifs de répudiation et d'anathème n'aura pour effet que de vous inscrire dans le diagramme de cette correction morale qui est le ciment de toutes les unions sacrées et de vous assigner votre place dans le troupeau.

 

Commençons donc par dire que du geste du tueur et du tueur lui-même, mieux vaut ne rien dire, mieux vaut commencer par ne rien dire plutôt que participer au concours d'adjectifs et de superlatifs qui vaut ce que valent tous les concours de crachats et dont l'unique objet, au fond, est de se proclamer inconditionnellement républicain – ceci dans un contexte où, au contraire, ce qui importerait avant tout, du point de vue de la pensée, de la politique comme de la morale, ce serait de prendre le large et de ne pas être républicain du tout – aux conditions de ce que la meute et ceux qui l'inspirent ont fait de ce terme.

 

Pour parler du sujet du jour, il faudrait donc commencer par se taire, par éviter du moins de parler en somnambule, en automate pour dire des choses aussi inutiles, aussi vulgaires et basses pour tout dire, aussi gouvernementales, aussi médiatiques, aussi con (invariable) en somme que l'horreur que nous inspire en toutes circonstances la violence qui s'en prend aux personnes et le sang versé en abondance. Ce serait à la condition de ce suspens premier que l'on pourrait commencer par articuler quelque chose à propos de l'affaire, quelque chose qui ait une chance de make sense.

 

Or, c'est exactement à l'inverse qu'ont procédé la plupart de nos ami-e-s ou supposé-e-s tels, qui ont commencé par se plier scrupuleusement au rite républicain, avant d'en venir à ce qu'il-elles avaient sur le cœur, ignorant que le rite n'est pas ici une pure forme mais au contraire, ce qui délimite un espace, un régime de parole et vous y inscrit irrévocablement – une fois que vous avez commencé à parler de « la chose » sous ce signe, vous n'en sortez plus.

 

Vous êtes un républicain – une républicaine équipé-e d'états d'âmes. La meute et ses chefs adorent ça – ça assure le show.

 

Il fallait donc attendre que la poussière soit un peu retombée pour commencer à parler pour dire quelque chose et non pour faire tourner les moulins à prières. Dire quelque chose qui ait quelque chance d'échapper à l'insignifiance, dans cette configuration, cela suppose, élémentairement, commencer par le commencement et s'y tenir, à ce commencement, à l'encontre de toute l'opération discursive de grand style qui a consisté à l'éluder, le rendre nébuleux, le travestir, le transfigurer – le falsifier pour assurer le gros plan tétanique sur la scène d'horreur, le moment gore.

 

Au commencement, donc, il y a un prof qui, dans une espèce de cours d'instruction civique (peu importe le nom dont on affuble la chose, c'est bien toujours la même denrée sous des enveloppes différentes), montre des images à des gamins et gamines de treize ans. L'objet du cours, c'est la liberté d'expression, thème impulsé par les sommets de l'Etat depuis l'attaque contre les locaux de Charlie Hebdo. Aux premiers temps de la République, l'instruction civique était patriotique et revancharde, elle véhiculait aussi tout un catéchisme moral – aujourd'hui, elle est citoyenniste et la liberté d'expression en est le mantra – ce qui sert à tracer la ligne de partage entre le monde de l'autochtonie axiologique et culturelle et celui de cette cinquième colonne plébéienne aux contours variables, suspecte d'être allergique et rétive aux "valeurs de la République".

 

Histoire de meubler, peupler, imager son cours, le prof exhibe deux dessins supposés satiriques de Charlie Hebdo, un gros plan destiné à enraciner dans la pâte molle des jeunes cervelles dont la culture et la garde lui ont été remises cette notion première : que la liberté d'expression, en général et en particulier, c'est la question de Charlie Hebdo avant tout, ou bien, réciproquement, que Charlie Hebdo, c'est l'alfa et l'oméga, le test des tests de la liberté d'expression. Bizarre, cette idée fixe, cette obsession – n'existe-t-il pas, dans notre beau pays, terre des droits de l'homme tant soit peu malmenés par les temps qui courent, d'autres sujets, d'autres exemples à propos desquels l'avantageux motif de la liberté d'expression (en tant qu'elle est le cœur battant de la vie démocratique) pourrait être utilement, pédagogiquement déployé ? – la possibilité pour les détenus de nos prisons d'exprimer des opinions audibles hors des espaces pénitentiaires, des opinions concernant leur condition de détenus et d'autres sujets d'intérêt public aussi – un exemple entre mille.

 

Mais non, le prof, un peu formaté comme tant de ses collègues par les consignes tombées du ciel, donc, a une prédilection pour Charlie Hebdo – allez savoir pourquoi. Il exhibe donc ses deux images, tout en mentionnant que ceux-celles qui seraient réticent-s- à les regarder en face, vu leur caractère tant soit peu provocant (quels furent ses mots exacts, les flics qui ont recueilli les témoignages en ont assurément une idée assez précise, mais nous ne sommes pas près de les connaître – allez savoir pourquoi – bis).

 

On est en droit de s'interroger ici sur le sens ou la qualité pédagogique d'un geste consistant à montrer des images à une classe tout en indiquant que ceux-celles qui ne veulent pas les voir peuvent s'en détourner... N'est-ce pas, mal grimé en attitude libérale (sentez-vous libres de regarder ou ne pas regarder...), le geste même, évoqué plus haut, et qui consiste à tracer une ligne de démarcation entre vrais inclus dans le champ de l'esprit républicain (ses valeurs, ses rites, ses images, donc...) et celui des rétifs, des réfractaires, ceux qui résistent aux images républicaines et qui, à ce titre même, sont du bois dont on fait les suspects ?

 

Vous pouvez détourner le regard et refuser de voir ces images. Mais tout le monde aura compris que ce que vous ne voulez pas regarder dans les yeux, c'est la République, et que ce regard qui se détourne, c'est un manquement précoce à la discipline républicaine que l'école a la vocation de vous inculquer. En refusant de voir ces images qui recèlent la quintessence de l'esprit républicain et de la valeur qui s'attache à celui-ci, vous vous assignez à vous-mêmes votre place – en marge, en position litigieuse.

 

Mais ces images elles-mêmes, qu'est-ce qu'elles disent, qu'est-ce qu'elles montrent, qu'est-ce qu'elles mettent en jeu ?

 

On est pas bien fûté, la chose est notoire, mais pas au point de tomber dans le panneau qui consisterait à les reproduire, tout bêtement, ces images, à titre d' "illustration" du propos et, ce faisant, à faire rebondir une nouvelle fois l'outrage qu'elles infligent sciemment, perfidement à ceux qu'elles visent à humilier. On ne va rien montrer du tout, donc, on ne mange pas de ce pain moisi, mais du moins faudra-t-il bien en parler, puisqu'elles sont là, étalées au beau milieu du différend noué à propos de l'affaire. Nous reste donc l'unique ressource de les décrire aussi minutieusement que possible, de les passer au traitement de texte, nous laissant guider par la main experte de Foucault analysant les Ménines au début de Les mots et les choses ou de Daniel Arasse dans ses magnifiques analyses de tableau. Mais là, l'exercice est plus modique et moins réjouissant – car c'est bien de disséquer, d'autopsier des documents de barbarie qu'il s'agit.

 

Le croquis le plus litigieux, celui devant lequel les âmes sensibles ou susceptibles (allez savoir pourquoi, ter...) sont invitées à détourner les yeux représente un personnage accroupi, fesses tendues, testicules et sexe pendants, poilus et dégoulinants. Ce personnage est désigné sans équivoque comme musulman par deux signes distinctifs : la calotte qui lui couvre la tête et la barbe qui lui couvre le visage. Nez busqué et œil globuleux qui, en d'autres temps, auraient été susceptibles de désigner un autre alien exposé à la moquerie et à la vindicte publique (ces stigmates sont interchangeables, ils circulent, dans ce genre de caricatures comme la fausse monnaie de la persécution).

 

La posture, à tous égards grotesque et nettement obscène du personnage prosterné, celle d'une prière, mais aussi bien, vu la nudité du sujet, celle d'une invitation à la sodomie, suggère fortement un trait d'animalité (pieds démesurés et vaguement griffus de l'individu), mais aussi de bestialité – ici, c'est le subliminaire qui travaille, le bon vieil inconscient colonial – dans tout "bon" musulman, la chose est notoire, il y a un enculeur/enculé qui sommeille... voir à ce sujet toute cette littérature orientaliste dont la liste sera épargnée au-à la-lecteur-trice, dans le souci d'économiser du papier ou du temps de lecture... L'expression très simplifiée ou stylisée du visage, si l'on peut dire, du protagoniste est un mélange de stupidité dévote et de bestialité perverse – dans l'imminence de l'union contre nature et, bien sûr, de soumission – autre inépuisable cliché orientaliste.

 

Enfin, last but not least, l'anus du personnage est recouvert par une vaste étoile jaune distinctement associée ici à l'Islam (ici aussi, il suffit d'une infime déplacement pour entériner le changement de bouc émissaire, l'étoile jaune, ça ne vous rappelle rien ?), une marque venant en complément de la boutade figurant en légende au-dessus du dessin : "Mahomet : une étoile est née !"». Pas de doute, donc, le clou étant aussi lourdement enfoncé, le dévot sodomite, c'est le Prophète lui-même, mais aussi bien, tout musulman mâle sera appelé à s'y voir désigné, moqué, méprisé et humilié (car le fond de l'affaire, c'est encore, dans le jeu toxique entre les "nous" et les "vous", ce cri du cœur plus ou moins explicite : "On (nous) vous encule, vous les rebeuxmuslims et toute votre séquelle !") .

 

La question que nous ne sommes pas près de cesser de poser et reposer est donc la suivante : quelle est au juste la qualité pédagogique intrinsèque de cette image, mélange d'outrage ordurier autant que délibéré à une religion, (une foi qui se trouve être celle d'une fraction significative des milieux populaires de ce pays), de pornographie de bas étage et de clichés néo-coloniaux inusables ? Quelle est au juste la qualité et la vocation pédagogique du geste consistant, pour un enseignant, à exhiber cette caricature, non pas du tout pour en analyser les signes ou en déchiffrer les sous-entendus, le subliminaire, mais pour l'assortir d'un blabla sur la « liberté d'expression » dont le fond consistera à asséner cette franche insanité : plus le dessin est offensant pour certains, vulgaire à tous égards, nul en qualité esthétique, et plus la "liberté d'expression" s'y trouve validée et grandie. C'est dans l'abjection même que se trempe la valeur d'une valeur ou d'un principe – si l'on voulait une définition du nihilisme ou une illustration du tournant nihiliste des normes aujourd'hui, nul besoin d'aller chercher plus loin – on est ici au cœur du sujet. Le problème étant, entre autres, l'enthousiasme avec lequel une partie au moins du corps enseignant entre dans cette spirale nihiliste. Bien au-delà du temps des abandons progressifs, nous voici entrés dans le temps de l'auto-lobotomisation collective.

 

La prétendue normativité républicaine qui tente de s'imposer ici au point de faire de la présentation du croquis fétide et nauséeux de Charlie Hebdo la quintessence du geste pédagogique, geste distinctement héroïque quand l'affaire tourne mal, ce n'est jamais que la résultante, le débouché d'une fuite dans l'imaginaire. Dans le monde réel, ou, plus sobrement, dans le monde d'hier, ce type de dessin était immédiatement associé premièrement à l'obscénité, deuxièmement à l'incitation à la haine, les discours de haine comme on dit aujourd'hui. Le signe infaillible de la fuite dans l'imaginaire, une sorte d'effondrement mental ou de dégringolade collectifs, c'est le fait que ce qui, hier, et non sans raison, s'associait à la plus méprisable des pornographies et le plus manifeste des activismes de persécution se trouve, par l'effet d'un coup de force discursif et normatif, transfiguré en manifeste en faveur de la liberté d'expression, des Lumières et des valeurs de la République.

 

Que ce tournant ou cette opération relèvent bien d'une aberration collective, la chose serait facile à vérifier, les journaux, les médias de notre pays auraient aisément pu le faire en temps réel s'ils n'avaient rien de plus pressé qu'emboîter le pas aux joueurs de flûte : il aurait suffi d'aller enquêter dans les pays voisins (je ne parle pas de pays arabes ou musulmans proches ou lointains) et y demander à des enseignants, des personnes rassises et supposées éclairées issues de différents milieux, ce qu'ils pensent de la qualité pédagogique de ce genre de « matériel » et de l'action enseignante consistant à le présenter comme document de civilisation et de progrès à des enfants de treize ans... Le retour au réel aurait été, assurément, foudroyant, comme il l'est, d'ailleurs, avec le développement (pas volé) de la campagne de boycott des produits français dans les pays musulmans... Mais non : le républicanisme en mode Charlie Hebdo, c'est une bulle, c'est une sphère étanche, "sans portes ni fenêtres" – et que l'étranger, à Dieu ne plaise, ne se mêle pas de nous faire la leçon. Les couilles de Mahomet à la une (ou en pages intérieures – est-ce que ça fait vraiment la différence ?), c'est le cœur battant de la liberté d'expression, c'est les droits de l'homme dont la France est la Jérusalem et rien de tout cela ne saurait souffrir la moindre objection.

 

Pauvre pays, pauvre peuple – et pas seulement, hélas, dans ce moment même, pauvre et détestable engeance qui le régente.

 

La seconde caricature à vocation de manifeste en faveur de la liberté d'expression est une « une » publiée après l'attentat contre Charlie Hebdo. Elle présente une autre version, moins pornographique que la précédente, mais pas moins venimeuse de la politique du mépris. On y voit un musulman identifié comme tel par son turban, sa barbe, son vêtement et son regard de crétin (et qui, à nouveau, peut-être aussi bien le Prophète que le quelconque muslim) porteur d'une pancarte proclamant "Je suis Charlie". La légende, au-dessus du dessin, dit : "Tout est pardonné".

 

Ce qu'il s'agit bien de signifier ici est tout à fait distinct : quoi que vous puissiez entreprendre contre nous, nous demeurerons à tous égards hors de votre portée, tant notre qualité morale et notre distinction naturelle (qui est ce "nous" subliminaire qui parle ici ? – chacun apportera sa propre réponse à la question) nous place au-dessus de la bande d'abrutis fanatiques que vous êtes. "Vous" et "nous", donc, encore et toujours, sur un fond de guerre des civilisations (des races, des religions...) inexpiable et in-terminable – c'est la philosophie du présent, la philosophie de l'Histoire de Charlie Hebdo et de ceux qui s'y reconnaissent, réduite à sa plus claire et simple expression.

 

A la fin, donc, bande de cons que vous êtes, vous finirez par adopter le signe de ralliement de l'humanité civilisée, "Je suis Charlie" – et comment faire autrement, tant la chose va de soi. Et nous, aristocratie de l'esprit et du reste que nous sommes, maîtres de l'ironie supérieure, serons alors en situation de donner libre cours à nos infinies puissances humoristiques. "Tout est pardonné" – en d'autres termes, vous êtes tellement cons, tellement en dessous de nous et abjects que nous n'allons pas perdre notre temps à vous haïr.

 

Dans la vie réelle, qui se tient très à l'écart des "unes" de Charlie Hebdo, ce serait plutôt le contraire qui imposerait ses conditions, comme l'indique le procès fleuve en cours aujourd'hui : rien n'est pardonné et une impitoyable vindicte poursuit tous ceux qui, de près ou de loin, sont réputés avoir entretenu des liens et des collusions avec les auteurs de l'attentat – et tous, on ne prend pas grand risque à le présager, seront condamnés à des peines d'élimination... Mais qu'importent ces menus détails : l'important est ce qui s'affiche sur cette "une" et sur quoi ne sauraient se méprendre ceux qu'elle vise, et qui s'appelle le coup du mépris. Le coup du mépris, dont les déclinaisons se multiplient dans ce qu'Axel Honneth appelle la société du mépris, consiste ici très distinctement à remettre l'autre (abject) à sa place et à re-tracer d'un coup de crayon vigoureux la ligne de partage qui nous sépare de lui.

 

En exhibant cette "une" en classe, l'enseignant pyromane remet un coup de crayon sur cette ligne de partage, pour son propre compte, car il n'ignore pas que certains, parmi les élèves, se savent de l'autre bord, qu'ils le veuillent ou non. C'est à ceux-là qu'il indique, d'un mot où perce la même ironie supérieure que dans le dessin, qu'ils peuvent, s'ils se trouvent avoir l'esprit si embrumé par leurs superstitions et leurs susceptibilités, "détourner le regard pendant quelques instants". Vieille histoire : le superstitieux, l'hérétique, c'est celui qui se refuse à vénérer les images, qui les rejette, qui les détruit. Ce qui est une autre façon de dire que ces images que notre esprit de tolérance sans bornes autorise les enfants déplorablement étrangers à la vraie foi (la républicaine mais ressemblant ici à s'y méprendre à la catholique) à ne pas regarder sont des images saintes et que ce que fait le prof qui les présente en classe s'apparente à la célébration d'un culte. Ne faisons pas semblant de redécouvrir à l'occasion que les enseignants républicains n'ont jamais été, en règle générale, que des espèces de prêtres – cela fait quelque temps déjà que le bon Frédéric a attiré notre attention sur ce point.

 

Pauvre époque que celle en laquelle un torchon raciste en vient à remplacer le petit catéchisme illustré de jadis...

 

Dans un article d'irréprochable facture républicaine et néanmoins abondamment parfumé aux scrupules démocratiques et anti-racistes les plus méritants, Pierre Tévanian livre le fond de sa pensée : "On a, écrit-il à propos des caricatures de Charlie Hebdo, le droit de détester cet humour, on a le droit de considérer que certaines de ces caricatures incitent au mépris ou à la haine raciste ou sexiste, entre autres griefs possibles, et on a le droit de le dire. On a le droit de l'écrire, on a le droit d'aller le dire en justice, et même en manifestation. Mais – cela allait sans dire, l'attentat de janvier 2015 oblige désormais à l'énoncer expressément – quel que soit le mal qu'on peut penser de ces dessins, de leur brutalité, de leur indélicatesse (sic), de leur méchanceté gratuite envers des gens souvent démunis, de leur racisme parfois, la violence symbolique qu'ils exercent est sans commune mesure avec la violence physique extrême que constitue l'homicide, et elle ne saurait donc lui apporter le moindre commencement de justification [c'est l'auteur qui souligne]" [1].

 

On ne saurait mieux dire, dans le genre catéchisme républicain, et on ne saurait mieux l'énoncer sur le ton de prêche et d'édification de la prêtraille. Le seul problème, c'est que le différend autour duquel s'agence ici la situation de référence n'est pas soluble dans la mieux peignée des leçons de morale. Le différend, en tant précisément qu'il est irréductible aux opérations discursives et communicationnelles, aux procédures réglées et aux conditions fixées par la normativité politique et juridique dans les démocraties du présent, c'est cela précisément qui fait et qui continuera de faire qu'en certaines circonstances particulières, le tort subi ne saurait faire l'objet d'une procédure judiciaire (on en connaît l'issue d'avance), d'une manifestation (interdite, dispersée à coup de gaz et de tirs de LBD) ou d'un débat public (les médias sont bien tenus) mais d'une explosion de violence. C'est cette configuration vouée à la répétition par le caractère inaudible et incompensable du tort subi qui est ici le réel, le différend comme la figure tangible du réel – par opposition à la musique céleste de l'homélie déclamée en chaire par le philosophe en soutane et surplis.

 

Le boulot du philosophe, en la circonstance, c'est l'analyse critique du présent, les diagnostics et, si possible les généalogies (comment avons-nous pu en arriver là, tomber si bas ?), pas les sermons républicains. Tant qu'il y aura dans les espaces scolaires et autres des moments de violence discursive, disciplinaire, pédagogique, autoritaire et pour tout dire imbéciles aussi épais que celui qui a fait déborder tout récemment la coupe de l'actualité, il y aura de ces retours de boomerang stridents dont la propriété est de mettre en mouvement de ces chœurs de pleureuses dont, à y regarder de près, on ne tarde pas à s'apercevoir qu'elles ne sont jamais que les Erinyes rhabillées par la circonstance [2]. Le point de réflexion est là et nulle part ailleurs. Le reste, c'est du théâtre républicain, en version funéraire et macabre et rien ne s'y trouve qui soit un objet de pensée.

 

Al(a)i(n) Brossat [3]

 

[1] Les mots sont importants, article posté le 22 octobre 2020, sous le titre sulpicien : "Je suis prof – seize brèves réflexions contre la terreur et l'obscurantisme, en hommage à Samuel Paty" : https://lmsi.net/Je-suis-prof

 

[2] Tévanian a beau jeu d'opposer « violences symboliques » (incommodantes, mais pas si graves, supportables comme une piqûre de guêpe, à condition de serrer les dents) aux violences homicides qui, elle, constituent l'interdit par excellence. C'est qu'en bon immunitaire républicain qu'il est, il vit dans sa bulle hexagonale et veut tout ignorer du prolongement distinctement et massivement homicide des violences symboliques exercées par les caricatures, là où les bombes larguées par les avions de la coalition n'ont jamais bien fait la différence entre les combattants du djihad et les civils, femmes et enfants inclus. Le propre du "principe" que pose Tévanian est de supposer résolu le problème sur lequel, précisément, son pathos moralisant se casse les dents.

 

[3] Philosophe islamo-gauchiste. C'est qu'en effet, il faut de tout pour faire un monde à la française, aujourd'hui, des philosophes islamo-gauchistes qui infiltrent et colonisent l'Université, et puis aussi des facho-républicains à la Blanquer qui s'en vont remplir leur petit caddie discursif, on n'ose pas dire intellectuel, à la supérette Le Pen du coin... De tout, vous dit-on, de tout...

 

Δύο ακόμη άρθρα του Alain Brossat στο Αλμανάκ:

Η συμβολική της κρεμάλας

Η μεγάλη πολιτιστική αηδία