Υπερρεαλιστικές αντιστάσεις απέναντι στον κατακτητή
Léa Nicolas-Teboul, Résistances surréalistes. Claude Cahun et la Main à plume (Υπερρεαλιστικές αντιστάσεις. Η Claude Cahun και η ομάδα Main à plume), 208 σελ., Éditions Terres de Feu, Παρίσι, 2026
Frédéric Thomas
lundimatin#514, 30.03.2026
Το 1940, η Γαλλία έχει ηττηθεί, ο ναζισμός κυριαρχεί σε σχεδόν ολόκληρη την Ευρώπη. Πώς να αντισταθεί κανείς; Η Léa Nicolas-Teboul απαντά σε αυτό διασταυρώνοντας δύο πρωτότυπες εμπειρίες που αντλούν από τον σουρεαλισμό όχι τόσο ένα σώμα κειμένων, όσο μια "χειραφετητική παράδοση".
Στο νησί Τζέρσεϊ, όπου κατοικούν από το 1937, η Claude Cahun (1894-1954) και η σύντροφός της, Marcel Moore (1892-1972), εξαπολύουν μια εκστρατεία αντι-προπαγάνδας κατά του Γερμανού κατακτητή. Και οι δύο έχουν ήδη μια μακρά καλλιτεχνική και πολιτική πορεία. Το 1930, το βιβλίο της πρώτης, εικονογραφημένο από τη δεύτερη, απορρίπτεται ειρωνικά —και χαρακτηριστικά— από τη Nouvelle Revue Française λόγω του "απροσδιόριστου γένους" του. Κατά τους επόμενους μήνες, πολιτικοποιούνται και προσχωρούν στην Ένωση Επαναστατών Συγγραφέων και Καλλιτεχνών (AEAR), μια οργάνωση υπό την καθοδήγηση των κομμουνιστών που επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πνευματικό μέτωπο. Μέσα σε αυτή τη συσπείρωση, η Cahun προσεγγίζει τους υπερρεαλιστές και γράφει το Les paris sont ouverts (Τα στοιχήματα είναι ανοιχτά), ένα κείμενο που υπερασπίζεται τη δύναμη της έμμεσης δράσης της ποίησης· αυτή η δράση δεν εξαρτάται από λέξεις-κλειδιά ("προλετάριοι", "επανάσταση", κ.λπ.), ούτε από ένα συγκεκριμένο θέμα (κοινωνικό, πολιτικό) ή από άμεσα προπαγανδιστικά αποτελέσματα. Μπορεί, πιο υπόγεια και αποτελεσματικά, να δράσει δημιουργώντας "βραχυκυκλώματα". Ο Αντρέ Μπρετόν, συγγραφέας του Μανιφέστου του Σουρεαλισμού, εντυπωσιάστηκε από αυτή την ανάλυση, πάνω στην οποία προτίθεται να στηρίξει ταυτόχρονα την αυτονομία και την πολιτικοποίηση του σουρεαλισμού.
Στο Παρίσι του 1941, γύρω από τους λιγοστούς, λιγότερο γνωστούς υπερρεαλιστές που παρέμειναν στη Γαλλία και νέους προερχόμενους από το περιοδικό Réverbères, συγκεντρώνονται μερικά άτομα που ενδιαφέρονται να συνεχίσουν τις έρευνες του υπερρεαλισμού, οργανώνοντας παράλληλα την αντίστασή τους απέναντι στον κατακτητή. Αναφερόμενοι στον Ρεμπό – "la main à plume vaut la main à charrue, jamais je n’aurai ma main" (Το χέρι με την πένα αξίζει όσο το χέρι με το αλέτρι. Ποτέ δεν θα έχω το χέρι μου. –, παίρνουν το όνομα La Main à plume και αυτοαποκαλούνται "ελεύθεροι σκοπευτές του υπερρεαλισμού στην κατεχόμενη Γαλλία». Εκδίδουν ολιγοσέλιδα ποιητικά φυλλάδια) – σε ένα από αυτά δημοσιεύτηκε το περίφημο ποίημα του Πωλ Ελυάρ Ελευθερία –, ξεγελούν τη λογοκρισία (αλλάζοντας όνομα σε κάθε έκδοση), θεσπίζουν "μορφές υλικής αλληλεγγύης" – καθώς αρκετοί είναι Εβραίοι ή βρίσκονται σε παράνομη κατάσταση – και, ορισμένοι εξ αυτών εντάσσονται σε δράσεις ένοπλης αντίστασης.
Όσο διαφορετικές κι αν είναι, αυτές οι δύο περιπέτειες αποτελούν μέρος του ίδιου υπερρεαλιστικού αστερισμού στις παρυφές του. Έτσι, η θέση της Cahun στην ομάδα των υπερρεαλιστών της δεκαετίας του τριάντα "είναι ταυτόχρονα κομβική και περιθωριακή". Η μόνη γυναίκα που συμμετέχει στις πολιτικές και θεωρητικές συζητήσεις, δεν είναι "ούτε σύζυγος κάποιου, ούτε μούσα, ούτε ερωμένη. Αντι-μούσα, μάλλον". Επιπλέον, είναι λεσβία. Προκαλεί αμηχανία. Το φωτογραφικό της έργο δεν είναι (ανα)γνωρισμένο και δεν καλείται να συμμετάσχει στις διεθνείς σουρεαλιστικές εκθέσεις του Λονδίνου (1936) και του Παρισιού (1938), οι οποίες επικυρώνουν τη διάδοση της ομάδας και, ταυτόχρονα, τη θεσμοποίησή της.
"Η ιστορία ξηλώνει τις ραφές του προπολεμικού υπερρεαλισμού", γράφει η Léa Nicolas-Teboul. Η υπερρεαλιστική εμπειρία οφείλει να επανακωδικοποιηθεί υπό το πρίσμα της κατοχής και της αντίστασης, και να γίνει πιο καθημερινή και υλική (κάτι που τη φέρνει κοντά στον βελγικό υπερρεαλισμό). Στις δικές τους κλίμακες, το ζευγάρι του Τζέρσεϊ και η παρισινή ομάδα προσπάθησαν να αντλήσουν διδάγματα από τα στοιχήματα που παραμένουν ανοιχτά, πειραματιζόμενοι με μορφές ποιητικής και πρακτικής δράσης που ξεφεύγουν από τον διαχωρισμό της πνευματικής εργασίας, από το "εθνικό αντι-γερμανικό άσμα" και από την κομμουνιστική επιρροή (πολλά μέλη της La Main à plume είναι τροτσκιστές).
Η Cahun και η Moore, οι οποίες ως παιδιά είχαν βιώσει τον αντισημιτισμό κατά τη διάρκεια της υπόθεσης Ντρέιφους, επινοούν έναν "Ανώνυμο Στρατιώτη" ανάμεσα στα γερμανικά στρατεύματα. Στο όνομά του, γράφουν χιλιάδες προκηρύξεις, παραποιούν εικόνες και φτιάχνουν τρικάκια με δόσεις μαύρου χιούμορ, που προορίζονται για τους στρατιώτες της Βέρμαχτ, με σκοπό να τους σπείρουν την αμφιβολία και να τους παρασύρουν στην ηττοπάθεια. Η κορυφαία δράση τους ήταν η τοποθέτηση πινακίδων, μέσα στην εκκλησία που σύχναζαν οι Γερμανοί στρατιώτες, στις οποίες αναγραφόταν: "Ο Ιησούς είναι μεγάλος, αλλά ο Χίτλερ είναι ακόμα μεγαλύτερος, γιατί ο Ιησούς πέθανε για τους ανθρώπους, ενώ οι άνθρωποι πεθαίνουν για τον Χίτλερ". Οι SS εξέλαβαν αυτό το μήνυμα κυριολεκτικά.
Μετά τη συλληψή τους στις 25 Ιουλίου 1944, η Cahun και η Moore καταδικάστηκαν σε θάνατο δια τουφεκισμού, πριν τους απονεμηθεί χάρη μερικούς μήνες αργότερα. Όσο για την ομάδα La Main à plume, σχεδόν τα μισά μέλη της έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του πολέμου: εκτελέστηκαν, εκτοπίστηκαν, κ.λπ. Όχι μόνο η επισφαλής δράση αυτού του ζευγαριού στο Τζέρσεϊ και αυτής της μικρής ομάδας στο Παρίσι δεν προκάλεσε εξέγερση στα γερμανικά στρατεύματα ούτε κάποια κοινωνική επανάσταση κατά την Απελευθέρωση, αλλά μερικά πρώην μέλη της La Main à plume προσχώρησαν στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCF) το 1944-1945, γυρίζοντας έτσι την πλάτη σε αυτή την εμπειρία.
Ασήμαντη και εφήμερη δράση, που ξεχάστηκε γρήγορα; Το στοίχημα αυτού του υπέροχου βιβλίου από τις εκδόσεις Terres de feu είναι, αντιθέτως, να αφηγηθεί το "εκτός κάδρου" μιας ιστορίας αγάπης, αντίστασης και φαντασμάτων, που μας αγγίζει βαθιά μέχρι και στον τρόπο που την γράφουμε ή την κατανοούμε. Υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, να αφεθούμε να επηρεαστούμε από αυτή την ενέργεια στραμμένη στη δράση που μπορούν επίσης να εμπεριέχουν ορισμένες εικόνες, συλλογικές εμπειρίες και ποιητικοί ιστοί.