Η κραυγή του Τρότσκι
Josh Ireland, The Death of Trotsky: The True Story of the Plot to Kill Stalin’s Greatest Enemy (Ο θάνατος του Τρότσκι: Η αληθινή ιστορία της συνωμοσίας για τη δολοφονία του μεγαλύτερου εχθρού του Στάλιν), εκδόσεις Dutton, 2026
Josh Ireland
Ο Josh Ireland είναι ένας διακεκριμένος Βρετανός συγγραφέας και επιμελητής εκδόσεων με έδρα το Λονδίνο. Είναι κυρίως γνωστός για τα έργα του που εξερευνούν την ιστορία του 20ού αιώνα. Το βιβλίο του The Traitors: A True Story of Blood, Betrayal and Deceit (2017) ανακηρύχθηκε "Βιβλίο της Χρονιάς" από την εφημερίδα The Observer, ενώ το Churchill & Son (2021), μία αποκαλυπτική βιογραφία που εστιάζει στην ταραχώδη σχέση μεταξύ του Ουίνστον Τσόρτσιλ και του γιου του, Ράντολφ, ανακηρύχθηκε "Βιβλίο της Χρονιάς" από την εφημερίδα Daily Telegraph.
(Απόσπασμα από το βιβλίο)
Το ασπρισμένο με ασβέστη γραφείο του Λέοντα Τρότσκι, που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο λιτά επιπλωμένο υπνοδωμάτιό του, ήταν φωτεινό, ψηλοτάβανο και απέριττο, αν και το πάτωμά του ήταν βαμμένο σε ένα εντυπωσιακό βαθύ κόκκινο. Μέσα στην αυστηρή του κομψότητα, το γραφείο αποτελούσε από πολλές απόψεις αντανάκλαση του κατόχου του.
Το φως έμπαινε από το παράθυρο του μπαλκονιού, στο οποίο ο Τρότσκι συνήθως γύριζε την πλάτη καθώς εργαζόταν. Περνούσε τόσο πολύ χρόνο εδώ, που υπήρχε ακόμα και ένας καναπές για τον μεσημεριανό του ύπνο. Δεν υπήρχαν διακοσμητικά στοιχεία, ούτε φωτογραφίες, ούτε πίνακες. Οι καρέκλες ήταν απλές με ψάθινο κάθισμα. Η μόνη διακόσμηση που υπήρχε προερχόταν από έναν χάρτη του Μεξικού.
Ο Τρότσκι καθόταν στην πολυθρόνα του. Ο Ραμόν Μερκαντέρ, γνωστός και ως Φρανκ Τζάκσον, ένιωσε μια ξαφνική αυτοπεποίθηση. Όλα πήγαιναν όσο καλύτερα μπορούσε να ελπίζει. Το γραφείο πίσω από το οποίο καθόταν ο Τρότσκι ήταν φαρδύ και γεμάτο με περιοδικά και βιβλία. Πάνω του βρισκόταν ένας ελεφάντινος χαρτοκόπτης, στυλό και μολύβια σε ένα βάζο, μαζί με έναν στυπόχαρτο, ένα ρυθμιζόμενο πορτατίφ και το ογκώδες δικτάφωνό του. Σε κοντινή απόσταση βρισκόταν ένα αυτόματο πιστόλι διαμετρήματος .25. Κάπου αλλού στο γραφείο υπήρχε ένα Κολτ .38. Και τα δύο ήταν γεμισμένα με έξι φυσίγγια.
Ο Μερκαντέρ στάθηκε στα αριστερά του Τρότσκι. Πέταξε ανέμελα το παλτό του πάνω στο τραπέζι για να διασφαλίσει ότι ο Τρότσκι δεν θα μπορούσε να φτάσει τον πρόσφατα εγκατεστημένο διακόπτη συναγερμού· στη συνέχεια κάθισε στην άκρη του γραφείου και παρακολουθούσε καθώς ο Τρότσκι εξέταζε ένα άρθρο που είχε γράψει ο ίδιος ο Μερκαντέρ. Η θέση του Μερκαντέρ τού επέτρεπε να βλέπει το φαλακρό κεφάλι του Τρότσκι.
Τότε ο Μερκαντέρ έδρασε. Αργότερα είπε ότι αγωνιούσε "να μη χάσει τη λαμπρή ευκαιρία που του προσφέρθηκε". Την "ακριβή στιγμή" που ο Τρότσκι άρχισε να διαβάζει, ο Μερκαντέρ έβγαλε ένα ορειβατικό πιολέ από την τσέπη της καμπαρντίνας του. Στην άκρη του βαριού ξύλινου στελέχους της, μήκους τριάντα εκατοστών, υπήρχε μια ατσάλινη κεφαλή δεκαοκτώ εκατοστών. Η μία άκρη είχε ακονιστεί σε μια κοφτερή αιχμή· η άλλη ήταν ένα διχαλωτό σφυρί. Με αυτή την πλατιά πλευρά ο Μερκαντέρ κάρφωσε το κρανίο του Τρότσκι, αφήνοντας μια αιματηρή πληγή έξι εκατοστών.
Αλλά δεν τον σκότωσε ακαριαία. Ο Τρότσκι ούρλιαξε με τέτοιο τρόπο που ο Μερκαντέρ κατάλαβε αμέσως ότι δεν θα ξεχνούσε ποτέ αυτόν τον ήχο όσο ζούσε. "Η κραυγή του ήταν ένα μακρύ, ατέλειωτο αααα και ακόμα μου φαίνεται σαν εκείνη η κραυγή να διαπερνά τον εγκέφαλό μου", ομολόγησε αργότερα ο Μερκαντέρ.
Η ταραχή του Μερκαντέρ εκείνη τη στιγμή είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο, που δεν έψαξε καν για το μαχαίρι που είχε κρυμμένο στη φόδρα του παλτό του. Ο αντίκτυπος εκείνης της κραυγής τον παρέλυσε. Αίμα πιτσίλισε τα χαρτιά του Τρότσκι, στα οποία περιλαμβάνονταν η βιογραφία του για τον Στάλιν και ένας φάκελος που κρατούσε για την NKVD.
Ο Τρότσκι εκτόξευσε αντικείμενα από το γραφείο προς τον Μερκαντέρ καταφέρνοντας τελικά να του αποσπάσει το πιολέ. Στη συνέχεια πετάχτηκε πάνω "σαν τρελός" και ρίχτηκε στον δολοφόνο του, δαγκώνοντάς του το χέρι με τέτοια δύναμη, που τα σημάδια ήταν ακόμα ορατά κατά την ανάκριση του Μερκαντέρ λίγες μέρες αργότερα.
Ο Μερκαντέρ έσπρωξε τον Τρότσκι στο πάτωμα και, τρέχοντας και παραπατώντας, διέφυγε από το δωμάτιο. Ο Τρότσκι σύρθηκε έξω από το γραφείο προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η σύζυγός του, Νατάλια, είχε ακούσει "μια τρομερή, σπαρακτική κραυγή", αν και δεν συνειδητοποίησε αμέσως ότι προερχόταν από τον σύζυγό της. Έτρεξε προς τον ήχο και βρέθηκε αντιμέτωπη με το θέαμα του Τρότσκι να ακουμπά στην πόρτα που οδηγούσε από την τραπεζαρία στο μπαλκόνι, με τα χέρια του να κρέμονται. Το πρόσωπό του ήταν καλυμμένο με αίμα, αλλά αυτό που πραγματικά συγκλόνισε τη Νατάλια ήταν ο τρόπος που έλαμπαν τα μπλε μάτια του, χωρίς την προστασία των γυαλιών του.
"Τι έγινε; Τι έγινε;" φώναξε εκείνη και έπεσε στην αγκαλιά του. Ο Τρότσκι έμεινε για λίγο ανέκφραστος, ενώ η Νατάλια προσπαθούσε έντρομη να καταλάβει τι είχε συμβεί. Είχε πέσει κάτι από το ταβάνι;
Εκείνη τη στιγμή, όπως έγραψε αργότερα η Νατάλια, ο Τρότσκι είπε μία λέξη, ήρεμα, χωρίς καμία "παραμόρφωση, πικρία ή απόγνωση": "Τζάκσον". Ήταν, όπως σκέφτηκε εκείνη αργότερα, σαν να της εμπιστευόταν ένα στερνό μήνυμα: Τώρα τελείωσε.
Μόλις άκουσε την κραυγή του Τρότσκι, ο Τζόζεφ Χάνσεν, ο γραμματέας του, ένιωσε έναν απροσδιόριστο τρόμο να τον πλημμυρίζει. Έτρεξε αμέσως από το φυλάκιο προς την ταράτσα.
Η πρώτη του σκέψη ήταν ότι κάποιος από τους οικοδόμους είχε κάποιο ατύχημα. Όμως τότε άκουσε τους ξεκάθαρους ήχους μιας θανάσιμης αναμέτρησης που έρχονταν από το γραφείο. Διέκρινε τον Μελκιάδες Μπενίτες, τον τεχνίτη, να σημαδεύει με το τουφέκι του το από κάτω παράθυρο και είδε φευγαλέα τον Τρότσκι με το μπλε σακάκι εργασίας του σε μια πάλη "σώμα με σώμα" με κάποιον άλλον.
"Μην πυροβολείς!" φώναξε ο Χάνσεν στον Μπενίτες. "Μπορεί να πετύχεις τον γέρο!"
Ενεργοποίησε έναν συναγερμό, κατέβηκε μια σκάλα προς τη βιβλιοθήκη και, μόλις πέρασε την πόρτα που συνέδεε τη βιβλιοθήκη με την τραπεζαρία, βρέθηκε μπροστά στον αιμόφυρτο Τρότσκι. Ο Χάνσεν τον ρώτησε τι είχε συμβεί.
"Ο Τζάκσον με πυροβόλησε με περίστροφο", του είπε ο Τρότσκι. "Είμαι σοβαρά τραυματισμένος... νιώθω ότι αυτή τη φορά είναι το τέλος".
"Είναι μόνο ένα επιφανειακό τραύμα. Θα γίνεις καλά".
"Μιλούσαμε για τις γαλλικές στατιστικές".
"Σε χτύπησε από πίσω;"
Ο Τρότσκι δεν έδωσε καμία απάντηση.
"Όχι, δεν σε πυροβόλησε. Δεν ακούσαμε κανέναν πυροβολισμό. Σε χτύπησε με κάτι".
Ο Τρότσκι φάνηκε σκεπτικός και έσφιξε το χέρι του Χάνσεν. Μιλούσε στη Νατάλια στα ρωσικά την ίδια στιγμή που απαντούσε στις ερωτήσεις του γραμματέα του. Ανά διαστήματα, έφερνε το χέρι της στα χείλη του.
"Νατάσα, σ' αγαπώ. Ω... ω..."
"Κανένας, κανένας δεν πρέπει να επιτρέπεται να σε βλέπει χωρίς να του γίνεται σωματική έρευνα".
Η Νατάλια τοποθέτησε ένα μαξιλάρι κάτω από το πληγωμένο του κεφάλι, κράτησε ένα κομμάτι πάγο πάνω στο τραύμα του που πρηζόταν γρήγορα και σκούπισε το αίμα από το πρόσωπό του με ένα κομμάτι βαμβάκι.
Μιλώντας με αυξανόμενη προσπάθεια, με τη φωνή του να εξασθενεί και να κοντεύει να σπάσει, ο Τρότσκι διέταξε να απομακρυνθεί ο Σέβα, ο εγγονός του, για ασφάλεια. Ήταν όμως φανερό ότι ο ίδιος δεν συνειδητοποιούσε πως δυσκολευόταν να μιλήσει.
"Ξέρεις, εκεί μέσα", είπε, δείχνοντας το γραφείο με τα μάτια του, "αισθάνθηκα... κατάλαβα τι ήθελε να κάνει... Ήθελε να με χτυπήσει... άλλη μια φορά... Αλλά δεν τον άφησα". Υπήρχε μια δόση περηφάνιας στα λόγια του.
Ο Χάνσεν άφησε τον Τρότσκι με τη Νατάλια και μπήκε στο γραφείο. Βρήκε έναν πανικόβλητο Μερκαντέρ να προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεφύγει από τον σωματοφύλακα Χάρολντ Ρόμπινς. Ένα αυτόματο πιστόλι βρισκόταν πάνω στο τραπέζι. Στο πάτωμα υπήρχε "ένα αιματοβαμμένο εργαλείο που μου φάνηκε σαν αξίνα χρυσοθήρα".
Ο Ρόμπινς στεκόταν πάνω από τον τραυματισμένο Μερκαντέρ, ο οποίος ήταν καλυμμένος τόσο με το δικό του αίμα όσο και του Τρότσκι. Ο Χάνσεν μετέφερε την εντολή του Τρότσκι να μην σκοτώσουν τον Μερκαντέρ.
Ο Ρόμπινς απάντησε: "Δεν πρόκειται να τον σκοτώσω. Αλλά θα του τσακίσω τα κόκαλα και θα κάνω το σώμα του κόσκινο αν δεν μας πει αμέσως για ποιον δουλεύει".
Ο Ρόμπινς χτύπησε τον Μερκαντέρ. Το ένα χτύπημα διαδεχόταν το άλλο. Οι κραυγές του Ρόμπινς "Ομολόγησέ το, η GPU σε έστειλε!" διαδέχονταν με τον πνιχτό θόρυβο από το σπάσιμο των οστών και τις αρνήσεις του Μερκαντέρ: "Όχι! Όχι η GPU". Ο Μερκαντέρ έχασε τις αισθήσεις του δύο φορές, συνερχόταν κάθε φορά για να προβάλει κι άλλους ασαφείς, αντιφατικούς ισχυρισμούς που έμοιαζαν προκατασκευασμένοι.
Ο Χάνσεν θυμήθηκε να σκέφτεται: "Εκείνη ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα πόσο σκληρός ήταν πραγματικά αυτός ο άνθρωπος. Θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να μιλήσει".
Κάποια στιγμή ο Μερκαντέρ συνήλθε και στέναξε: "Έχουν φυλακίσει τη μητέρα μου... Η Σίλβια Άγκελοφ δεν είχε καμία σχέση με αυτό... Όχι, δεν ήταν η GPU. Δεν έχω καμία σχέση με την GPU".
Τελικά, ένα σπρώξιμο από τον Ρόμπινς έπεισε τον Μερκαντέρ ότι η τελευταία του στιγμή είχε φτάσει. Ολόκληρο το κορμί του σπαρτάρησε από τον φόβο.
"Αυτοί είναι! Αυτοί!"
"Ποιοι, αυτοί;" ούρλιαξε ο Ρόμπινς. "Επί τέλους, μίλα!"
"Ένας άντρας. Δεν τον ξέρω, αλλά αυτός με ανάγκασε να το κάνω".
"Πώς σε ανάγκασε να το κάνεις;"
"Με κρατάνε στο χέρι!" Υπήρξε μια παύση, σαν ο Μερκαντέρ να ζύγιζε πόσο φρόνιμο ήταν αυτό που ετοιμαζόταν να πει. Μετά: "Κρατούν όμηρο τη μητέρα μου!"
Ο Ρόμπινς, πεπεισμένος ότι ακόμα του έλεγε ψέματα, συνέχισε να πιέζει για περισσότερες πληροφορίες. Επανέλαβε τις ερωτήσεις του ξανά και ξανά, κάθε φορά με περισσότερη εχθρότητα στη φωνή του.
Ο Μερκαντέρ άρχισε να διανθίζει την ιστορία του. Είχε λάβει εντολή να σκοτώσει τον Τρότσκι από έναν άνδρα ονόματι Πάρις, ο οποίος ήταν επίσης γνωστός ως Μπαρτόλο ή Μπαρτόλο Πέρεζ. Ο Μερκαντέρ είχε συναντήσει αυτόν τον Πάρις ή Μπαρτόλο ή Μπαρτόλο Πέρεζ στο Παρίσι και μετά τον συνάντησε ξανά πριν από τρεις εβδομάδες στο Μεξικό, στο Kit-Kat Club, στη γωνία της λεωφόρου Ιντεπεντένσια και της οδού Ντολόρες.
Τότε ο Χάνσεν μπήκε κι αυτός στον χορό χτυπώντας τον Μερκαντέρ τόσο δυνατά που έσπασε το ίδιο του το χέρι. Ο Μερκαντέρ άρχισε να ικετεύει: "Σκοτώστε με! Σκοτώστε με αμέσως! Δεν αξίζω να ζω! Σκοτώστε με! Δεν έλαβα εντολές από την GPU. Αλλά σκοτώστε με ούτως ή άλλως!"
Τους διέκοψε ο Τσαρλς Κορνέλ, ένας άλλος φρουρός, ο οποίος εισέβαλε ορμητικά στο γραφείο. "Τα κλειδιά δεν είναι στο αυτοκίνητό του", είπε. Ο Κορνέλ έψαξε νευρικά στα ρούχα του Μερκαντέρ, προσπαθώντας να τα βρει. Τίποτα. Καθώς ο Κορνέλ έψαχνε, ο Χάνσεν έτρεξε έξω και άνοιξε τις πόρτες του γκαράζ. Στη συνέχεια, ο Κορνέλ έφυγε τρέχοντας με το αυτοκίνητο του Τρότσκι και ο Χάνσεν επέστρεψε στον Τρότσκι. Όπως και η Νατάλια, γονάτισε στο πάτωμα, κρατώντας τα χέρια του Τρότσκι.
"Σε χτύπησε με αξίνα", είπε ξανά ο Χάνσεν στον Τρότσκι. "Δεν σε πυροβόλησε. Είμαι σίγουρος ότι είναι μόνο ένα επιφανειακό τραύμα".
"Όχι, νιώθω εδώ" —ο Τρότσκι έδειξε την καρδιά του— "ότι αυτή τη φορά τα κατάφεραν".
"Όχι, είναι μόνο ένα επιφανειακό τραύμα. Θα γίνεις καλά".
Μια γλυκιά θυμηδία έλαμψε στα μάτια του Τρότσκι μπροστά στην αδέξια προσπάθεια του Χάνσεν να τον καθησυχάσει. "Να προσέχεις τη Νατάλια. Είναι μαζί μου πολλά, πολλά χρόνια". Μετά από αυτή την παράκληση, άρχισε να κοιτάζει επίμονα τη σύζυγό του.
"Έμοιαζε σαν να ρουφάει τα χαρακτηριστικά της", θυμήθηκε αργότερα ο Χάνσεν, "σαν να την αποχαιρετούσε για πάντα — συμπυκνώνοντας σε αυτά τα φευγαλέα δευτερόλεπτα όλο το παρελθόν σε ένα τελευταίο βλέμμα".
"Θα το κάνουμε", υποσχέθηκε ο Χάνσεν.
Και οι τρεις γνώριζαν ότι ο Τρότσκι πλησίαζε στο τέλος. Εκείνος έσφιξε τα χέρια της Νατάλιας και του Χάνσεν· τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Η Νατάλια έκλαψε και φίλησε το χέρι του.
Δείτε ακόμα στο Αλμανάκ:
Ο Τρότσκι στην Πρίγκηπο (Büyükada) το 1929
Ο παππούς μου, ο Λέων Τρότσκι
Οι τελευταίες στιγμές του Τρότσκι
Ο ολέθριος έρωτας της Sylvia Αgeloff
Ήταν η φωτογράφος Τίνα Μοντότι συνεργός των δολοφόνων της GPU;
Οι ταριχευτές του Λένιν