In the Mood for Love
(ο Τραμπ στην Τεχεράνη)
Μέρος 1
Ο φιλόσοφος Alain Brossat μας προτείνει αυτή την εβδομάδα μια άσκηση τηλεπαθητικής Weltpolitik. Πώς φαίνεται από την Κίνα και πως μπορεί να κατανοηθεί (ή όχι) ο πόλεμος που διεξάγουν αυτή τη στιγμή οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εναντίον του ιρανικού καθεστώτος.
[lundimatin#512]
Alain Brossat
lundimatin#512, 16 Μαρτίου 2026
Οι συνθήκες της παγκόσμιας πολιτικής και των σχέσεων μεταξύ κρατικών (και άλλων) δυνάμεων έχουν μετασχηματιστεί ριζικά, από τη στιγμή που έγινε φανερό ότι, πλέον, οι ηγέτες του νέου 'Αξονα (πιστό αντίγραφο του Άξονα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου) διαθέτουν την ικανότητα να πλήττουν τους εχθρούς τους κατακέφαλα, επιλεκτικά, με σχεδόν αλάνθαστη ακρίβεια, σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη – καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν βάσεις και στρατιωτικούς σταθμούς σε όλες τις ηπείρους.
Αυτή η ικανότητα απορρέει απευθείας από τη σύμπραξη των ισχυρών της τεχνολογικής καινοτομίας (κυρίως της τεχνητής νοημοσύνης) με τον πολιτικο-στρατιωτικό μηχανισμό αυτού του νέου συνασπισμού ισχύος. Το σχήμα USIsraël είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια συμμαχία ή μια συσπείρωση δυνάμεων· είναι ένας άξονας και ένα συμπαγές μπλοκ ισχύος, που συγκεντρώνει γύρω του κάθε είδους οφειλέτες, δορυφόρους και υποτελείς, παρά συμμάχους με την κυριολεκτική έννοια του όρου.
Το σχήμα που επικρατεί εδώ είναι εκείνο της σύμφυσης – οι μηχανικοί και οι ηγέτες της βιομηχανίας της Silicon Valley συγκροτούν με τους στρατιωτικούς του Πενταγώνου ένα ενιαίο σώμα που δραστηριοποιείται προς την ίδια κατεύθυνση, με σκοπό την ανάπτυξη και την εφαρμογή αυτών των νέων τεχνολογιών που ανατρέπουν τις συνθήκες του σύγχρονου πολέμου. [1] Κατά τον ίδιο τρόπο, οι ηγέτες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ συγκροτούν ένα αλληλέγγυο σύνολο στην εφαρμογή της στρατηγικής του χάους στην κλίμακα της Εγγύς Ανατολής και πέραν αυτής. Υπό αυτή την έννοια, ο νέος Άξονας (όχι ακριβώς ο "Άξονας του Κακού" που ονειρευόταν ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος...) είναι απείρως πιο συμπαγής και συγκεντρωτικός από εκείνον του Β' Παγκοσμίου Πολέμου – η Γερμανία και η Ιαπωνία ανέπτυσσαν τις πολιτικές κατάκτησης και τις στρατιωτικές στρατηγικές τους ξεχωριστά, η καθεμία στη δική της ζώνη επέκτασης (το Grossraum του Carl Schmitt).
Οι μορφές του κεραυνοβόλου πολέμου, ντοπαρισμένου με τις νέες τεχνολογίες —όπως τις έχουν πειραματιστεί μέχρι στιγμής με απόλυτη επιτυχία οι ακτιβιστές του νέου Άξονα— προκαλούν παραλυτικά αποτελέσματα στους εχθρούς τους και, πέραν αυτών, στις δυνάμεις και τους λαούς (με την κοινή γνώμη να υποβιβάζεται στην κατάσταση ενός παθητικού και φοβισμένου κοινού) που παρακολουθούν ζωντανά αυτές τις εξελίξεις. Θυμόμαστε πόσο ισχυρά κάμφθηκε το ηθικό της Χεζμπολάχ μετά την εξ αποστάσεως εξόντωση του ηγέτη της Νασράλα και τις επαναλαμβανόμενες εκρήξεις των βομβητών, που ομοίως ενορχηστρώθηκαν από τους Ισραηλινούς ειδικούς του βρώμικου πολέμου. Με την πρόσφατη εξόντωση του Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν, καθίσταται σαφές ότι αυτός ο τύπος πρακτικής στοχευμένων δολοφονιών, στο υψηλότερο επίπεδο, ή της τηλετρομοκρατίας, δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο κατόρθωμα, αλλά μια πλήρως ελεγχόμενη τεχνολογία.
Όλοι οι συμμετέχοντες (κρατικοί ή μη) στα παιχνίδια ισχύος, στο πλαίσιο των οποίων θα μπορούσαν να υποδειχθούν ως εχθροί από τους ηγέτες του Άξονα (διότι αυτοί είναι που, πρωτίστως, αποφασίζουν ποιος είναι ο φίλος και ποιος ο εχθρός), γνωρίζουν πλέον πολύ καλά τι τους περιμένει – το να χαρακτηριστείς εχθρός από αυτούς τους ανθρώπους, όποια θέση κι αν κατέχεις σε έναν μηχανισμό εξουσίας (νομιμοποιημένο ή μη, ελάχιστα τους απασχολεί), ισοδυναμεί με το να έχεις ένα θανατηφόρο "συμβόλαιο" να κρέμεται πάνω από το κεφάλι σου – οι αγιατολάδες, τουλάχιστον, έμπαιναν στον κόπο να εκδώσουν μια φετφά προτού εξαπολύσουν τους δολοφόνους τους στο κατόπι ενός αποστάτη.
Η πραγματοποίηση της ισραηλινο-αμερικανικής επίθεσης κατά του Ιράν —η οποία προαναγγέλθηκε με την επιχείρηση των κομάντος στη Βενεζουέλα και εγκαινιάστηκε με την εξόντωση του Αγιατολάχ Χαμενεΐ, δείχνει με απόλυτη σαφήνεια ότι, στο εξής, οι ηγέτες του νέου Άξονα έχουν ως δόγμα ότι τα συμφέροντα και οι στρατηγικές τους επιδιώξεις θεμελιώνουν το δικός τους δίκαιο, στα πάντα και με απεριόριστο τρόπο. Αυτό συμβαίνει χωρίς να μπορεί να τους προβληθεί καμία αντίρρηση βασισμένη στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου ή άλλων κανόνων που ίσχυαν μέχρι τώρα στις σχέσεις μεταξύ κρατών και λαών: η θέλησή μου, η κυρίαρχη απόφασή μου, το δίκαιό μου. Οι Ναζί ούτε σκέφτονταν ούτε ενεργούσαν διαφορετικά.
Το σκηνικό των διεθνών σχέσεων εμφανίζεται, εξ αυτού του γεγονότος, δραστικά και ζοφερά απλουστευμένο, και οφείλουμε να διαπιστώσουμε ότι όσο δεν αντιτάσσεται μια επαρκής δύναμη για να εμποδίσει την πρακτική εφαρμογή αυτού του νέου δόγματος, αυτό αποδίδει. Κάθε νέα δοκιμή, κάθε νέο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση ενθαρρύνει αυτούς τους προαγωγούς της σύζευξης ισχύος και δικαίου και τους επιτρέπει να κυριαρχήσουν όχι μόνο επί των τωρινών εχθρών τους, αλλά και επί εκείνων που θα μπορούσαν να γίνουν εχθροί αύριο. Ομοίως, αυτή η μανιώδης και αδιάκοπη έφοδος (ένα πραγματικό Amoklauf) προορίζεται για μια παγκόσμια κοινή γνώμη παγωμένη και τρομοκρατημένη.
Αυτό μοιάζει επίσης, αν θέλετε, στην κλίμακα μιας ολόκληρης περιοχής, μιας υποηπείρου, με μία από εκείνες τις σφαγές που διαπράττονται από έναν τρελό ή φανατισμένο δολοφόνο σε δημόσιο χώρο (στις ΗΠΑ, τη Νέα Ζηλανδία, τη Νορβηγία ή αλλού), πάντα εν αναμονή του επόμενου χτυπήματος, ακόμα πιο gore .. με την (ουσιαστική) διαφορά, προφανώς, ότι στην παρούσα περίπτωση, οι Amokläufer είναι οι υποτιθέμενες πλέον ακλόνητα νομιμοποιημένες αρχές: κυβερνήτες εκλεγμένοι υπό δημοκρατικές συνθήκες... [2]
Οι μορφές πολέμου με τις οποίες πειραματίζεται επί του παρόντος ο νέος Άξονας συνδυάζουν δύο στοιχεία: τη δυσανάλογη χρήση βίας (ένα εξέχον στοιχείο του ισραηλινού στρατιωτικού δόγματος) και την προπαγάνδα μέσω της δράσης. Πρόκειται για μια νέα μορφή "κεραυνοβόλου πολέμου" η οποία δεν συνίσταται —όπως η εκστρατεία στην Πολωνία από τον Χίτλερ και τους στρατηγούς του— στην κατάκτηση του εχθρικού εδάφους με ταχείες προελάσεις, συνδυάζοντας την εναέρια τρομοκρατία και τη χρήση μηχανοκίνητου πεζικού (τεθωρακισμένα). Πρόκειται αντίθετα για την παράλυση της αντίπαλης δύναμης χωρίς αναμέτρηση στο έδαφος, αξιοποιώντας την κυριαρχία στον εναέριο χώρο και μια ισχύ πυρός απείρως ανώτερη από εκείνη του εχθρού, με σκοπό τόσο την καταστροφή στρατηγικών τοποθεσιών και την παράλυση των κέντρων εξουσίας, όσο και την τρομοκράτηση του πληθυσμού και την πρόκληση μιας γενικευμένης αποθάρρυνσης, τόσο στον πληθυσμό όσο και στους κυβερνώντες.
Πρόκειται για μια νέα μορφή κεραυνοβόλου πολέμου στην οποία η διάσταση της ψυχολογικής δράσης (η κάμψη του ηθικού του αντιπάλου και ο εξαναγκασμός του σε παράδοση άνευ όρων) παίζει καθοριστικό ρόλο. Στόχος είναι πράγματι η αποφυγή μιας μαζικής επίγειας παρουσίας, όπως συνέβη στους δύο πολέμους του Ιράκ — γλιτώνοντας έτσι το αντίστοιχο κόστος, τόσο οικονομικό όσο και ανθρώπινο. Υπό αυτή την έννοια, πρόκειται για έναν πειραματικό κεραυνοβόλο πόλεμο, καθώς διεξάγεται, στο μεγαλύτερο μέρος του, από απόσταση — με τον ουρανό και τη θάλασσα (τον Περσικό Κόλπο) να καλούνται εδώ να υποκαταστήσουν τη στερεά γη ως καθοριστικά περιβάλλοντα της αναμέτρησης.
Υπό αυτή την έννοια, η εκστρατεία που διεξάγει επί του παρόντος ο νέος Άξονας αποτελεί σαφή συνέχεια των δύο πολέμων του Ιράκ (που ήταν ήδη "κεραυνοβόλοι πόλεμοι"), προχωρώντας όμως ένα βήμα παραπέρα στην αποσύνδεση του πολέμου από τη διάρκεια. Ο τελευταίος κλασικός αμερικανικός πόλεμος, δηλαδή αυτός που εξελίχθηκε με μια διάρκεια, ήταν ο πόλεμος του Βιετνάμ και κατέληξε στη γνωστή καταστροφή — ο όρος βάλτωμα περιγράφει εύστοχα τη μοιραία σύνδεσή του με τη χερσαία ("τελλουρική") διάσταση. Στο εξής, όλα γίνονται σαν οι αυτοκρατορικοί πόλεμοι να οφείλουν να συμπτύσσονται σε μια μορφή απόλυτης αμεσότητας — γι' αυτό και δεν μπορούν να "ριζώνουν", να παίρνουν το ρίσκο να χαθούν σε εχθρικές και ανεξέλεγκτες χερσαίες εκτάσεις, όπως ο πόλεμος στο Αφγανιστάν. Οφείλουν να αποδεσμευτούν από τη στερεά γη (Festland) και να στραφούν προς άλλες μορφές κυριαρχίας στον χώρο και άλλους τρόπους εγγραφής στον χρόνο. Εξού και η επιτακτική ανάγκη να επιτευχθεί η παράδοση του ιρανικού καθεστώτος το συντομότερο δυνατό. Αν αυτός ο πόλεμος αρχίσει να διαιωνίζεται, θα δούμε αναπόφευκτα να επιστρέφει με ορμή το φάντασμα του τέλματος. Εδώ, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πολλά να μάθουν από την ισραηλινή ισχύ, της οποίας όλοι οι νικηφόροι πόλεμοι υπήρξαν Blitzkriege. Η καταστροφή της Γάζας διήρκεσε, φυσικά, δύο χρόνια — αλλά εκεί δεν ήταν πόλεμος, ήταν μια γενοκτονία, η εξόντωση του γκέτο της Βαρσοβίας σε έκδοση XXL.
Ξεκινώντας από την ιδέα που υπαγορεύει ο κοινός νους ότι μόνο η κινεζική δύναμη (υποστηριζόμενη από τους δύο μοναδικούς, υπό όρους, συμμάχους της, τη Ρωσία και τη Βόρεια Κορέα, που διαθέτουν αμφότερες πυρηνικά όπλα) θα ήταν σήμερα σε θέση να σταθεί εμπόδιο στην πολιτική επανακατάκτησης/καμένης γης που εφαρμόζει ο νέος Άξονας, οδηγούμαστε στο ερώτημα: μέχρι ποιου σημείου οι Κινέζοι ηγέτες μπορούν να αρθούν στο ύψος των ανατροπών που προκάλεσε η εμφάνιση του νέου "κανόνα του παιχνιδιού", η ιδιαιτερότητα του οποίου είναι ακριβώς να καταργεί κάθε περιοριστικό κανόνα των συγκρούσεων, να σαρώνει κάθε διπλωματία και να περιφρονεί το σύνολο των ρυθμιστικών κανόνων που αποτελούσαν τον ιστό του διεθνούς δικαίου; Διαθέτουν άραγε το (πνευματικό, πολιτικό, πολιτισμικό) "λογισμικό" που θα τους επέτρεπε να φανταστούν ότι, σε περίπτωση ανοιχτής σύγκρουσης της χώρας τους με τον νέο Άξονα (τον οποίο στηρίζει σε αυτή τη διάταξη μια ατελείωτη στρατιά συμμάχων και proxies, αρχής γενομένης από τις ευρωπαϊκές χώρες και την Ιαπωνία) με αφορμή την Ταϊβάν, για παράδειγμα, η πολιτική τους ηγεσία θα διέτρεχε τον κίνδυνο να "αποκεφαλιστεί" από μερικά καλά στοχευμένα πλήγματα; Όμως, δεδομένης της δομής της εξουσίας στην Κίνα, της μονολιθικής και αυστηρής καθετότητάς της, τι θα απέμενε από την ικανότητά της να προσανατολιστεί και να ανταποδώσει υπό τέτοιες συνθήκες, εν απουσία του παντοδύναμου Προέδρου Σι και των στρατηγών που γλίτωσαν από τις πρόσφατες εκκαθαρίσεις στην ηγεσία του Λαϊκού Στρατού; Αυτή η παρατήρηση ισχύει εξίσου για τη Ρωσία και, κατά μείζονα λόγο, για τη Βόρεια Κορέα.
Θα μπορούσε να προβάλει κανείς την αντίρρηση ότι το γεγονός πως αυτές ακριβώς οι χώρες είναι πυρηνικές δυνάμεις αλλάζει άρδην τα δεδομένα του προβλήματος. Όμως, αν το καλοσκεφτεί κανείς, αυτή η ένσταση ευσταθεί μόνο εν μέρει. Και τούτο για δύο τουλάχιστον λόγους. Ο πρώτος είναι ότι οι amok δεν είναι ρεαλιστές· θα λέγαμε μάλιστα ότι αυτό που τους χαρακτηρίζει είναι η ικανότητά τους να παράγουν μια πραγματικότητα στα μέτρα τους ακριβώς επειδή έχουν χάσει την επαφή με την πραγματικότητα — ένας είδος αυτοτροφοδοτούμενου ολοκληρωτισμού. Η φυγή στο φαντασιακό παράγει μια ολέθρια πραγματικότητα την ίδια στιγμή που χειραφετείται από το πραγματικό (αυτό στο οποίο κατοικούν οι ζωντανοί). Οι δικοί μας amok είναι πάνω απ' όλα ψυχωτικοί πολιτικοί. Για τον λόγο αυτόν ακριβώς, στην ταχεία πορεία τους προς την άβυσσο, "ντοπαρισμένοι" από τις επιτυχίες τους, μπορούν να στοιχηματίσουν ότι η άλλη πλευρά δεν θα τολμήσει να πάρει την πρωτοβουλία χρήσης πυρηνικών όπλων (αυτό είναι άλλωστε το κινεζικό δόγμα — χρήση των όπλων αυτών αποκλειστικά για αμυντικούς σκοπούς, δηλαδή σε θέση καθοριστικής μειονεξίας...). Μέσα στην ύβρη τους, οι amok ίσως ανακαλύπτουν εδώ μια μορφή ανώτερου ρεαλισμού — στο κάτω-κάτω, είναι οι μόνοι που ανήκουν σε μια ιστορική παράδοση σύμφωνα με την οποία η τύχη χαμογελά στον τολμηρό που δεν διστάζει να εξαπολύσει το πυρηνικό πυρ· η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι μάλλον τους βγήκαν σε καλό.
Ο δεύτερος λόγος είναι προφανώς ότι η πρωτοβουλία προσφυγής στη χρήση πυρηνικών όπλων, μέσα στη δίνη μιας σύγκρουσης, αποτελεί προνόμιο —αν όχι ενός μόνο ατόμου— τουλάχιστον ελάχιστων προσώπων που βρίσκονται στην κορυφή της ιεραρχικής πυραμίδας της εκτελεστικής εξουσίας. Αν αυτή η "κεφαλή" αποκοπεί από ένα πλήγμα εξ αποστάσεως, οι ίδιες οι συνθήκες λήψης αποφάσεων καθίστανται εντελώς νεφελώδεις. Αν υπάρχει ένας τύπος απόφασης που δεν επιδέχεται μεταβίβαση εξουσίας, είναι αναμφίβολα αυτός.
Η υπερβολική μετριοπάθεια —για να μην πούμε τίποτα περισσότερο— των αντιδράσεων της κινεζικής ηγεσίας απέναντι στη συνεχή και κραυγαλέα βιαιότητα της πολιτικής του νέου Άξονα στη Λατινική Αμερική και την Εγγύς Ανατολή (χωρίς να ξεχνάμε τους παληκαρισμούς για τη Γροιλανδία, που δείχνουν ότι καμία περιοχή του κόσμου δεν εξαιρείται εκ των προτέρων από αυτό το Drang nach... σε ολόκληρο τον πλανήτη μας ουσιαστικά) αποτελεί μια αρκετά σαφή ένδειξη της πολύ μεγάλης αμηχανίας τους μπροστά σε αυτή τη νέα πορεία του δυτικού ηγεμονισμού (που δεν διαχωρίζεται εδώ από την φυλετική ανωτερότητα). Όλα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα ηγετικά στελέχη του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος μοιάζουν σαν να έχουν δεχτεί όρθιο νοκ άουτ, παρακολουθώντας ανήμποροι μια επιχείρηση που διεξάγεται με την ισχύ των κανονιών. Από την πλευρά τους, όλα συμβαίνουν λες και το να καταπίνουν τη μία ταπείνωση μετά την άλλη και να επιδεικνύουν ψυχραιμία μπροστά στη χιονοστιβάδα —αντί να προβάλουν αντίσταση, τουλάχιστον σε διπλωματικό επίπεδο (με τον ΟΗΕ να μοιάζει οριστικά ανύπαρκτος), προσπαθώντας να κινητοποιήσουν ό,τι μπορεί να κινητοποιηθεί, ιδίως στον Παγκόσμιο Νότο, ενάντια στην ανεξέλεγκτη σταυροφορία του νέου Άξονα— θεωρείται δείγμα αυτοσυγκράτησης και ανώτερης σοφίας. Όμως, φυσικά, ισχύει το αντίθετο: όσο η Κίνα συνεχίζει να προσπαθεί να εξευμενίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες πάση θυσία (όπως κάνει τώρα με αφορμή τον πόλεμο που κήρυξε μονομερώς ο νέος Άξονας κατά του Ιράν), τόσο οι σύγχρονοι "Τζένγκις Χαν" θα της επιβάλλονται και θα νιώθουν ενθαρρυμένοι να συνεχίσουν το έργο της επανακατάκτησης στην Κούβα, τον Λίβανο και αλλού — προτού επιτεθούν, από θέση ισχύος, στο "κυρίως πιάτο": την Κίνα και τη Βόρεια Κορέα.
Η τακτική της αναμονής που υιοθέτησε η κινεζική ηγεσία στην παρούσα φάση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη σθεναρή αντίδρασή της στους δρακόντειους δασμούς που επέβαλε η αμερικανική κυβέρνηση στην αρχή της δεύτερης θητείας του Τραμπ — μια ανένδοτη στάση που είχε αναγκάσει τον bully yankee σε υποχώρηση. Όλα δείχνουν πως η κινεζική ηγεσία, απορροφημένη από το όνειρο μιας αρμονικής οικονομικής ανάπτυξης, στερούνται κάθε πραγματικής Weltpolitik· αντίθετα, παραμένουν εγκλωβισμένοι στην εμμονή τους για την αποκατάσταση του εθνικού γοήτρου και την περιφερειακή κυριαρχία — με την επιστροφή της Ταϊβάν στην αγκαλιά της μητέρας πατρίδας ως μοναδικό γνώμονα.
Ο αναποφάσιστος χαρακτήρας των αντιδράσεών της στα αδιάκοπα πλήγματα του αλήτικου Άξονα δείχνει ότι οι ηγέτες της αυτοί δεν έχουν, στην πραγματικότητα, ξεκάθαρη εικόνα για το τι ακριβώς υποδηλώνει το κατακτητικό ύφος των ηγεμόνων της Ουάσιγκτον και της Ιερουσαλήμ, ούτε για το τι προαναγγέλλουν οι τρέχουσες εκστρατείες επανακατάκτησής τους· όλα συμβαίνουν σαν να μην έχουν ακόμη υπολογίσει την τροχιά αυτού του μαύρου αερόλιθου.
Οι παλινδρομήσεις τους σχετικά με όσα διαφαίνονται στις πρόσφατες ενέργειες των θιασωτών του "όλα είναι δυνατά", "όλα επιτρέπονται" (ο άξονας Ουάσιγκτον-Ιερουσαλήμ), θυμίζουν σχεδόν την τύφλωση του Στάλιν την εποχή που προηγήθηκε της εισβολής της Βέρμαχτ στην ΕΣΣΔ, όταν φανταζόταν ότι προστατεύεται από το διαβόητο σύμφωνο μη επίθεσης που είχε υπογράψει με τον Χίτλερ. Οι Κινέζοι ηγέτες δεν έχουν υπογράψει κανένα σύμφωνο με τον διάβολο, βεβαίως· είναι όμως να αναρωτιέται κανείς, παρατηρώντας την παράξενη αδράνειά τους μπροστά στο ξεσάλωμα των δυνάμεων του χάους, αν έχουν πράγματι καταλάβει ότι η επανακατάκτηση της ηγεμονίας από αυτούς τους νέους κατακτητές θα περάσει αναπόφευκτα, αργά ή γρήγορα, από το Πεκίνο και την πτώση του καθεστώτος που προέκυψε από την επανάσταση του 1949. Η ηγεμονική και λυσσασμένη λευκή οργή των ηγετών του νέου Άξονα δεν σταματά σε λεπτομέρειες — δεν διαχωρίζει τον οικονομικό πόλεμο (που επιβάλλει το δικό τους συμφέρον ως καθολικό κανόνα) από τη φιλοδοξία τους (ή μάλλον την παθολογική παρόρμηση) να εξαλείψουν κάθε είδος καθεστώτος ή δύναμης που δεν υποτάσσεται στους όρους τους — με τα καθεστώτα που στιγματίζονται ως "κομμουνιστικά" να φιγουράρουν στην πρώτη γραμμή αυτών των ανυπότακτων απέναντι στην ηγεμονία. Το όνειρο της διαγραφής της κινεζικής επανάστασης από τα κατάστιχα της Ιστορίας δεν εγκατέλειψε ποτέ το ερπετοειδές εγκέφαλο των τοποτορητών και των βικάριων αυτής της Αμερικής, παρά τη ρεαλιστική στροφή που προώθησαν ο Νίξον και ο Κίσινγκερ στις αρχές της δεκαετίας του 1970.
Σήμερα, όλα δείχνουν πως οι Κινέζοι ηγέτες δεν έχουν ξεκάθαρη εικόνα πάνω σε αυτό το ζήτημα, καθώς επιμένουν να συντηρούν την ψευδαίσθηση μιας φυσικής αύξησης της ισχύος και της επιρροής τους σε παγκόσμια κλίμακα· μιας αύξησης που θα τους επέτρεπε να χαλαρώσουν τον κλοιό της ηγεμονίας, αποφεύγοντας ταυτόχρονα μια κατά μέτωπο σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους — αυτό είναι το πλάνο που χάραξαν οι "Δρόμοι του Μεταξιού" και οι μορφές οικονομικής συνεργασίας (ποτέ όμως χωρίς πολιτικά παρεπόμενα) που εφαρμόστηκαν ιδίως στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Όλα μοιάζουν λες και δεν έχουν καταλάβει πλήρως, ή τουλάχιστον όχι μέχρι τέλους, με ποιους έχουν να κάνουν πλέον — όχι με ανταγωνιστές, αλλά με θηρευτές και προσκυνητές του μηδενός, που ακολουθούν τη δική τους γραμμή θανάτου, στον αυτόματο πιλότο και εντελώς αδιάφοροι για τις συνθήκες της πραγματικότητας (για να μην μιλήσουμε για τα υπόλοιπα — κανόνες, αρχές, αξίες...)· και αυτό θα συνεχίζεται όσο τίποτα δεν ορθώνεται για να ανακόψει την πορεία τους προς τα εμπρός.
'Ολα (ή σχεδόν όλα) μας ωθούν να πιστέψουμε ότι οι Κινέζοι ηγέτες επιμένουν να θεωρούν πως η πολιτική αντιπαλότητα —δηλαδή η φρίκη που τρέφει σήμερα η Δύση απέναντι σε κάθε μορφή αποκρυσταλλωμένης και οργανωμένης ετερότητας— θα μπορούσε, παρά ταύτα, να παραμείνει διαχειρίσιμη μέσω της οικονομικής ανάπτυξης και της τεχνολογικής προόδου. Όλα συμβαίνουν λες και προσπαθούν ακόμα να αποφύγουν την πρόκληση που τους απευθύνουν αυτές οι ενσαρκώσεις της τελευταίας λέξης του "καπιταλισμού των ζωντανών-νεκρών" (τον οποίο εκπροσωπούν εξίσου ο Τραμπ και ο Μασκ) και οι οποίοι, με τρόπο όλο και πιο προφανή, θέλουν το κεφάλι τους — όπως θέλουν και εκείνο των μουλάδων ή των εξουθενωμένων κληρονόμων της κουβανικής επανάστασης. Όλα μοιάζουν λες και τους λείπουν τα εργαλεία για να κατανοήσουν πραγματικά πού οδηγεί αυτή η δύναμη, η οποία αποτελείται από ένα κράμα φασιστικών ενορμήσεων και μια φυγή προς τα εμπρός μέσω μιας πολεμικής οικονομίας.