TO BLOG ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΒΕΡΗ
Facebook Twitter

Η Δικτατορία, αντίθεση της δημοκρατίας;

Η δικτατορία, αντίθεση της δημοκρατίας;
 

Eugénie Mérieau, La dictature, une antithèse de la démocratie? 20 idées reçues sur les régimes autoritaires (Η δικτατορία, μια αντίθεση της δημοκρατίας; 20 στερεότυπα για τα αυταρχικά καθεστώτα), εκδ.  Le Cavalier Bleu, 240 σελ., 2019


Δικτατορία, η αντίθεση της δημοκρατίας; Facebook Twitter
Φωτ. Macaco do Sul

Eugénie Mérieau

Συμπέρασμα

 

"Μην μιλάτε για καταστολή ή αστυνομική βία: αυτές οι λέξεις είναι απαράδεκτες σε ένα κράτος δικαίου."
Εμανουέλ Μακρόν (2019)

"Η αιώνια εμπειρία λέει ότι κάθε άνθρωπος που κατέχει εξουσία έχει την τάση να την καταχράται: προχωρά μέχρι να βρει όρια."
Μοντεσκιέ, Το Πνεύμα των Νόμων (1748)

Το think tank Freedom House, εκφραστής του κυρίαρχου μιντιακού λόγου περί δικτατορίας, έχει προσδιορίσει οκτώ χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας "σύγχρονης αυταρχικής διακυβέρνησης". Πρώτον, το καθεστώς διατηρεί μια ψευδαίσθηση πλουραλισμού που συγκαλύπτει τον κρατικό έλεγχο των βασικών πολιτικών θεσμών, επιδεικνύοντας ανοχή ή και ενθαρρύνοντας την ύπαρξη κομμάτων της αντιπολίτευσης, τα οποία καλούνται να συμμετέχουν τακτικά στις εκλογές. Δεύτερον, το καθεστώς επιφυλάσσει για τον εαυτό του ή παραχωρεί στην ολιγαρχία τον έλεγχο των τομέων-κλειδιά της εθνικής οικονομίας, στο πλαίσιο μιας οικονομίας που παραμένει, ωστόσο, ανοιχτή στις ιδιωτικές επενδύσεις. Τρίτον, το καθεστώς ασκεί έλεγχο στις πληροφορίες, είτε άμεσα είτε μέσω ανάθεσης στην ολιγαρχία, ενώ παράλληλα ευνοεί την ανάπτυξη μεγαλύτερου πλουραλισμού στον τομέα της ψυχαγωγίας. Τέταρτον, τα μέσα ενημέρωσης που είναι ανεξάρτητα από την εξουσία δεν απαγορεύονται, αλλά φιμώνονται οικονομικά. Πέμπτον, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που είναι αφιερωμένες στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρεμποδίζονται στη δράση τους, ενώ την ίδια στιγμή το κράτος στηρίζει άλλες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών σε λιγότερο "πολιτικούς" τομείς: εκπαίδευση, υγεία, αναπτυξιακά ζητήματα. Έκτον, το κράτος αναθέτει την πολιτική καταστολή στη δικαιοσύνη, βάσει ασαφών νομοθεσιών που παρέχουν ευρέα περιθώρια ερμηνείας στους δικαστές. Τέλος, οι πολιτικοί αντιφρονούντες και οι επικριτικοί δημοσιογράφοι λογοκρίνονται μέσω του περιορισμού των οικονομικών και επαγγελματικών τους ευκαιριών, παρά μέσω της προσφυγής σε συλλήψεις. Η δε χρήση βίας ή ισχύος μειώνεται στο ελάχιστο: ασκείται με τρόπο εξαιρετικά επιλεκτικό, συγκαλυμμένο και παραμένει περιθωριακή.

Οφείλουμε να διαπιστώσουμε ότι αυτές οι μέθοδοι καταστολής και κοινωνικού ελέγχου, εκλεπτυσμένες και καλιμπραρισμένες, δεν αποτελούν μονοπώλιο των δικτατοριών. Η βία, το κατεξοχήν κριτήριο διάκρισης μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας (βία του δικτάτορα προς το περιβάλλον του – οι Εκκαθαρίσεις, βία της εξουσίας προς τον πληθυσμό – η Τρομοκρατία, βία του κράτους προς άλλα κράτη – ο επιθετικός πόλεμος), δεν φαίνεται να είναι τόσο κεντρική για τη λειτουργία των δικτατοριών. Τόσο στη διεθνή σκηνή όσο και στο εσωτερικό, τα καθεστώτα αυτά αποφεύγουν επιμελώς, τις περισσότερες φορές, να καταφεύγουν στην ωμή βία, βασιζόμενα σε πιο ύπουλες μορφές βίας: συμβολική, οικονομική και θεσμική.

Από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, και ακόμη περισσότερο μετά το 1989, σε μια Δύση που παραμένει τραυματισμένη από τους ολοκληρωτισμούς της, ο διαχωρισμός του κόσμου μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας είχε ριζώσει βαθιά στους διανοητικούς ορίζοντες. Αυτή η διαίρεση στα δύο δεν αναπαρήγαγε απλώς τον παλιό διαχωρισμό σε δύο μπλοκ, Ανατολής-Δύσης –οι περισσότερες από τις κυρίαρχες αντιλήψεις για τις σύγχρονες δικτατορίες έχουν μεταφερθεί αυτούσιες από τις αντιλήψεις για τα κομμουνιστικά καθεστώτα– αλλά εντασσόταν επίσης σε μια μακρά παράδοση κληρονομημένη από τον Διαφωτισμό, η οποία φρόντιζε να καταστήσει τη Δύση το πρότυπο της νεωτερικότητας, που τότε αποκαλούνταν συχνότερα "πολιτισμός". Στην ιδέα ότι ο δεσποτισμός είχε γεννηθεί στην Ανατολή, απαντούσε η ιδέα ότι η δημοκρατία είχε εφευρεθεί στην Αθήνα. Η δικτατορία έπαιζε το ρόλο του αντινομικού κατόπτρου προς το κράτος δικαίου, τον καπιταλισμό, τον πασιφισμό, τον ορθολογισμό· με άλλα λόγια, ήταν η αντίθεση της νεωτερικότητας που προέκυψε από τον Διαφωτισμό, το διακριτικό γνώρισμα της Δύσης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι στερεότυπες αντιλήψεις για τη δικτατορία αντικαθρεφτίζουν τους μύθους της δημοκρατίας, αλλά και το χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Στην πραγματικότητα, η δικτατορία προβάλλει σήμερα κυρίως ως ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα, που δημιουργήθηκε για λόγους ταυτότητας προκειμένου να νομιμοποιήσει τη δημοκρατία (και, κατ’ επέκταση, τη δυτική ανωτερότητα)· πράγματι, για να παραμείνει η δημοκρατία "το χείριστο πολίτευμα, εξαιρουμένων όλων των άλλων, πρέπει ο "Άλλος" της, η δικτατορία, να είναι συνώνυμο της κόλασης. Όμως, είναι όντως η ζωή σε μια δικτατορία μια κόλαση; Διαπιστώνουμε ωστόσο ότι πολλοί από τους δημοφιλείς προορισμούς των Δυτικών για τα ταξίδια των ονείρων τους είναι δικτατορίες (για παράδειγμα: η Ταϊλάνδη), και ότι οι χώρες με την υψηλότερη βαθμολογία στην ποιότητα ζωής για τους εκπατρισμένους είναι επίσης αυταρχικά καθεστώτα (για παράδειγμα: η Σιγκαπούρη). Μήπως, λοιπόν, η ζωή είναι πιο γλυκιά σε μια δικτατορία;

Το να απαντήσει κανείς καταφατικά είναι ηθικά απαγορευμένο, επιστημονικά αμφισβητήσιμο και επιφέρει την κατακραυγή στον ομιλητή – πρόκειται για τρεις μηχανισμούς λογοκρισίας που ανέλυσε ο Μισέλ Φουκώ στην περίφημη εναρκτήρια διάλεξή του στο Collège de France με τίτλο Η τάξη του λόγου. Η υποστήριξη της ύπαρξης ενός continuum μεταξύ αυταρχισμού και δημοκρατίας, καθώς και η επισήμανση των συνεχειών και ομοιοτήτων μεταξύ αυτών των καθεστώτων που θεωρούνται αντινομικά, υφίσταται συνήθως την ίδια τύχη. Σε όσους καταγγέλλουν τη δικτατορία εντός της δημοκρατίας επιφυλάσσεται το παραδοσιακό: "Πηγαίνετε λοιπόν να ζήσετε στη Βόρεια Κορέα αν βρίσκετε τη Γαλλία τόσο εχθρική προς τις ελευθερίες" – μια υπενθύμιση του 16ου στρατηγήματος του Σοπενχάουερ (στην Εριστική Διαλεκτική του, ο τελευταίος χρησιμοποιεί το παράδειγμα μιας συζήτησης για την αυτοκτονία, κατά την οποία ένας από τους συνομιλητές, που αντιτίθεται στην αυτοκτονία, απευθύνει στον αντίλογό του την εξής παρατήρηση: "αν θεωρείτε την αυτοκτονία αποδεκτή, γιατί δεν κρεμιέστε;"). Η επιτομή της δικτατορίας είναι η Βόρεια Κορέα. Αν δεν υπήρχε για να δομεί το φαντασιακό μας και να επιβεβαιώνει τις κατηγοριοποιήσεις μας, θα έπρεπε να την εφεύρουμε!

Η ανάδυση μιας φουτουριστικής και καπιταλιστικής, αλλά εξίσου αυταρχικής Κίνας, ήρθε να ανατρέψει τις πεποιθήσεις πάνω στις οποίες είχε αυτοπροσδιοριστεί η Δύση – όπως ακριβώς συνέβη και με τη σταθερή και ήρεμη ύπαρξη της Σιγκαπούρης, μιας μορφής "παραδεισένιας δικτατορίας". Εάν ο φιλελευθερισμός είναι, όπως υποστηρίζει με περίσσιο σθένος ο Φρίντριχ Χάγιεκ, τόσο στην οικονομική όσο και στην πολιτική του εκδοχή, απόρροια της ατομικιστικής κληρονομιάς του δυτικού πολιτισμού που εμφανίστηκε με τους Νεότερους Χρόνους, αλλά έλκει την καταγωγή του από την αρχαία Ελλάδα, τότε η καπιταλιστική κινεζική δικτατορία θέτει ένα μείζον εννοιολογικό πρόβλημα. Ο οικονομολόγος Μίλτον Φρίντμαν το παραδέχτηκε τελικά με δυσκολία τη δεκαετία του 1990: "είναι δυνατόν να συνδυαστεί ένα οικονομικό σύστημα οικονομίας της αγοράς με ένα δικτατορικό πολιτικό σύστημα". Κατά τον ίδιο τρόπο, είναι δυνατόν να συμβιβαστεί η δικτατορία με το κράτος δικαίου, η δικτατορία με την ευημερία, η δικτατορία με τον διεθνή πασιφισμό, η δικτατορία με τον ορθολογισμό. Όπως σκιαγράφησε το παρόν έργο, η δικτατορία μπορεί να είναι όλα αυτά ταυτόχρονα. Είναι απόλυτα συμβατή με το οικονομικό άνοιγμα και την παγκοσμιοποίηση, με τις πολυκομματικές εκλογές και τη συνταγματική δικαιοσύνη, με την παγκόσμια ειρήνη και την επιστημονική αριστεία.

Ο μανιχαϊστική αντίθεση ανάμεσα στη δικτατορία και τη δημοκρατία δεν είναι πλέον λειτουργική, όπως υπήρξε κάποτε η αντίθεση μεταξύ ολοκληρωτισμού και δημοκρατίας, που εξομοιώνονταν αντίστοιχα με την Κόλαση και τον Παράδεισο. Καθώς καταρρέει, αυτό το "ηθικό παραμύθι" που δόμησε την ταυτότητα του δυτικού κόσμου απέναντι στον ανατολικό, δίνει τη θέση του στην ανομία, πηγή βαθιάς ανησυχίας και ταυτοτικών ερωτημάτων. Αυτή η διανοητική δυσφορία είναι ασφαλώς αγχογόνα, αλλά μπορεί επίσης να αποδειχθεί σωτήρια, καθώς μας αναγκάζει να υπερβούμε κατεστημένα αξιώματα για να θέσουμε τα ερωτήματα διαφορετικά, ή ακόμα και να θέσουμε άλλα ερωτήματα.

Μία από τις κύριες αδυναμίες της ηθικής καταδίκης της δικτατορίας, η οποία υποκαθιστά την εμπειρική ανάλυση, είναι ότι για καιρό απέφευγε το ζήτημα των κοινωνιολογικών προσδιοριστικών παραγόντων της δικτατορίας, αποκλείοντας τη σκέψη ότι μια δικτατορία μπορεί να διαθέτει λαϊκά ερείσματα. Όμως, η δικτατορία ανταποκρίνεται αναμφίβολα σε μια επιθυμία για αρχηγική εξουσία. Στο έργο του Η Έννοια της Αυθεντίας, που δημοσιεύτηκε το 1942, ο Αλεξάντρ Κοζέβ προσδιόρισε τέσσερις τύπους μοντέλων αυθεντίας: τον Ηγέτη, τον Πατέρα, τον Αφέντη και τον Δικαστή. Ο δικτάτορας ενσαρκώνει αυτές τις τέσσερις λειτουργίες: ως πολέμαρχος, ανταποκρίνεται στις επιθυμίες του λαού του για μεγαλείο· ως πατέρας, στην επιθυμία για τάξη και ταύτιση· ως αφέντης, στην ανάγκη για καθοδήγηση και έλεγχο· ως δικαστής, στην απαίτηση για αποφασιστικές και κυρίαρχες αποφάσεις.

Στη δημοκρατία, όπως καταδεικνύει ο φιλόσοφος Ζαν-Κλοντ Μονό, ο ηγέτης επιχειρεί επίσης να εκπληρώσει αυτές τις λειτουργίες, με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία. Τα δεδομένα του Democracy Barometer –δημοσκοπήσεις που διεξάγονται ανώνυμα και τυχαία από think tanks ή ανεξάρτητα πανεπιστήμια– αποκαλύπτουν ότι οι αυταρχικές κυβερνήσεις μπορούν να επικαλούνται, κατά μέσο όρο, μια ισχυρότερη στήριξη από τον πληθυσμό τους σε σύγκριση με τις δημοκρατίες.

Το να ταυτίζουμε κατ’ ουσίαν τη δημοκρατία με την ελευθερία και τον αυταρχισμό με την αυθεντία είναι ένας διπλά απλουστευτικός ισχυρισμός: συγκαλύπτει τους αυταρχικούς χώρους και τους χώρους ελευθερίας ("αυταρχικοί και δημοκρατικοί θύλακες") που συνυπάρχουν σε κάθε καθεστώς, σε διάφορα επίπεδα. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι η αυτοκρατορία: ένα ίδιο κράτος –για παράδειγμα, η Γαλλία της Τρίτης Δημοκρατίας– επιβάλλει τη δικτατορία στις αποικίες του για να διασφαλίσει καλύτερα τις δημόσιες ελευθερίες στη μητρόπολη. Μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας υπάρχει μια δεδομένη ρευστότητα: το αποδεικνύει το φαινόμενο, αναλλοίωτο από τη ρωμαϊκή αρχαιότητα έως τον 21ο αιώνα, της κήρυξης κατάστασης έκτακτης ανάγκης, η οποία μετατρέπει μια δημοκρατία σε δικτατορία. Κι αν, όπως υποστήριζε ο Καρλ Σμιτ, η δικτατορία ήταν απλώς η θεμελιώδης αρχή του Κράτους;

Η επιστημολογική τομή που συνιστά η κατάρρευση του ηθικού παραδείγματος "δικτατορία εναντίον δημοκρατίας", ανοίγει νέους δρόμους για να στοχαστούμε τη δικτατορία στον ορίζοντα της δημοκρατίας και να αναλογιστούμε κριτικά πως σχετίζεται η δικτατορία —ως λόγος που ορίζει τη ριζική ετερότητα και ως απόλυτο απωθητικό πρότυπο— με την έννοια και την πρακτική της δημοκρατίας. Το 1748, στο έργο του Το Πνεύμα των Νόμων, ο Μοντεσκιέ κατήγγειλε τον ανατολικό δεσποτισμό. Όμως, αυτή η καταφυγή στο εξωτικό χρησίμευε μόνο ως καρικατούρα για να αναδείξει τις στρεβλώσεις της γαλλικής απόλυτης μοναρχίας. Ο ανατολικός δεσποτισμός βασιζόταν σε όλα τα σημεία στους ίδιους μηχανισμούς νομιμοποίησης με την ευρωπαϊκή απόλυτη μοναρχία ελέω Θεού: τον μυστικισμό. Τι είναι ο άνθρωπος; αναρωτιόταν ο Αλμπέρ Καμύ στα Γράμματα σε έναν Γερμανό φίλο (1948): "Είναι αυτή η δύναμη που καταλήγει πάντα να γκρεμίζει τους τυράννους και τους θεούς".
 

Δικτατορία, η αντίθεση της δημοκρατίας; Facebook Twitter
Αλμανάκ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ