Nastassja Martin

 

 

Ζώντας πιο μακριά

 

 

Τι μας μαθαίνει η αιφνίδια συνάντηση μιας αρκούδας με μία ανθρωπολόγο για την σχέση μας με τον "έξω κόσμο"

 

 *

 

 [...]  9  Μία συζήτηση για τους γείτονές μας τις αρκούδες -ακόμη μία- στο τέλος με συγχύζει και σηκώνομαι να πάω με τα πόδια μέχρι ένα άλλο κυνηγετικό καταφύγιο για να βρω βενζίνη και να φύγω μακριά απ' αυτό το πολύ θορυβώδες δάσος, το υπερβολικά δονούμενο και ζωντανό για μένα. Διηγούμαι ένα βράδυ το τελευταίο μου όνειρο σε μερικούς κυνηγούς. Είμαι ξαπλωμένη στην κοιλιά μιας αρκούδας, με αγκαλιάζει με το προστατευτικό της πόδι. Είναι μεγάλη και γκρίζα. Συζητάμε για διάφορα πράγματα, πρέπει να είμαστε σε κάποιο χρόνο του παρελθόντος, όταν τα όρια μεταξύ των όντων δεν είχαν σταθεροποιηθεί ακόμη, όταν ακόμη καταλάβαιναν το ένα το άλλο αφού μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Το σώμα της αρκούδας και το δικό μου είναι αδιάρρηκτα μπλεγμένα, το δέρμα μου εξαφανίζεται μέσα στην παχιά της γούνα. Μιλάμε ήρεμα αλλά ξαφνικά αισθάνομαι μία υπόκωφη αγωνία, όταν μία δεύτερη και μια τρίτη αρκούδα καταφθάνουν στο δωμάτιό μας (γιατί πρέπει να πω ότι είμαστε ξαπλωμένες σε ένα κρεβάτι, σε ένα σπίτι που δεν αναγνωρίζω). Η μία είναι μαύρη, η άλλη καφετιά. Είναι πιο νέες, πιο κοντές επίσης, με αγγίζουν ελαφρά καθώς περνούν από δίπλα μου και ξαφνικά αισθάνομαι ότι απειλούμαι, παρατηρώ τα νύχια τους, τα δόντια τους, την αβεβαιότητα και την αμφιθυμία τους, που ξαφνικά αρχίζουν να αντηχούν με την δική μου, δεν είμαι πια πολύ σίγουρη για την έκβαση αυτής της συνάντησης. Ξυπνάω ιδρωμένη (ως συνήθως), χωρίς να μπορώ να αποδώσω ένα νόημα σε αυτές τις νυχτερινές εικόνες.

 

10  Τελειώνω την ιστορία μου και οι οικοδεσπότες μου δράττονται της ευκαιρίας για να την σχολιάσουνι: "Nastinka, υπάρχουν άνθρωποι που έχουν σημαδευτεί από την αρκούδα. 'Οντα που πέρασαν το κατώφλι, που έχουν ταξιδέψει στον άλλο κόσμο και επέστρεψαν απ' αυτόν. Μεταμορφωμένοι. Είναι λίγοι επειδή είναι σπάνιο να επιστρέφεις, αλλά υπάρχουν. Πάρε αυτά τα νύχια· είσαι ήδη Matura, έχεις κάτι από αυτήν μέσα σου, αλλά πρέπει να είσαι προσεκτική".
 

11  Δεν πάει άλλο. Παίρνω τα νύχια τους, αλλά αυτή τη φορά φεύγω, πρέπει να αποδράσω από αυτό το σύστημα νοημάτων και αντηχήσεων που απειλεί να με καταπιεί. Αργότερα, θα λειάνω όλα αυτά τα αποσπάσματα ανοικονόμητων εμπειριών, θα τα μετατρέψω επί τέλους σε δεδομένα αρκετά κατηγοριοποιημένα και απογυμνωμένα για να μπορέσω να τα διαχειριστώ και να τα συνδέσω μεταξύ τους. Αργότερα, θα κάνω τη δουλειά μου ως ανθρωπολόγος. Προς το παρόν πρέπει να διακόψω ριζικά: πηγαίνω προς τα βουνά, χρειάζομαι τον αέρα, το κρύο, τον πάγο, την σιωπή, το κενό και το απρόβλεπτο, και κυρίως όχι πια πεπρωμένο, και ακόμη λιγότερο σημεία.


12  Κι όμως, εδώ, στην καρδιά των παγετώνων, στη μέση των ηφαιστείων, μακριά από ανθρώπους, δέντρα, σολομούς και ποτάμια, είναι που την βρίσκω ή με βρίσκει. Βαδίζω πάνω σε αυτό το άνυδρο οροπέδιο στο οποίο δεν θα είχα υπό κανονικές συνθήκες κανένα λόγο να βρίσκομαι, βγαίνω από τον παγετώνα, κατεβαίνω από το ηφαίστειο, πίσω μου ο καπνός δημιουργεί μία άλω από σύννεφα. Νομίζω ότι είμαι μόνη, αλλά δεν είμαι. Μια αρκούδα εξίσου αποπροσανατολισμένη με μένα κάνει κι αυτή τον περίπατό της σε αυτά τα ύψη όπου δεν έχει κι αυτή κανένα λόγο να βρίσκεται, είναι σχεδόν σαν ορειβάτισσα. Αλήθεια τι κάνει εδώ, σε αυτήν τη γυμνή γη χωρίς μούρα ή ψάρια, ενώ θα μπορούσε να είναι ήσυχα στο δάσος και να ψαρεύει; Πέφτουμε η μία πάνω στην άλλη: αν ο kairos πρέπει να έχει μια ουσία, είναι αυτή εδώ. Μια προεξοχή του εδάφους μας κρύβει τη μία από τον άλλη, η ομίχλη ανεβαίνει, ο άνεμος δεν είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Όταν την βλέπω είναι μπροστά μου, το ίδιο έκπληκτη όσο κι εγώ. Μας χωρίζουν δύο μέτρα, δεν υπάρχει καμία δυνατή διαφυγή, ούτε για αυτήν ούτε για μένα. Η Ντάρια μου είχε πει: "Αν συναντήσεις αρκούδα, πες της "δεν σε πιάνω, κι ούτε εσύ με πιάνεις". Ναι, σίγουρα, αλλά όχι εδώ. Μου δείχνει τα δόντια της, είναι σίγουρα φοβισμένη, κι εγώ φοβάμαι, αλλά δεν μπορώ να υποχωρήσω, την μιμούμαι, της δείχνω τα δόντια μου. Κι ύστερα, όλα εκτυλίσσονται πολύ γρήγορα. Συγκρουόμαστε, με αναποδογυρίζει, έχω τα χέρια μου μέσα στη γούνα της, μου δαγκώνει το πρόσωπο και μετά το κεφάλι, νιώθω τα οστά μου να συντρίβονται, λέω στον εαυτό μου ότι πεθαίνω, αλλά δεν πεθαίνω, έχω όλη μου τη συνείδηση. Με αφήνει και με αρπάζει από το πόδι. Επωφελούμαι της ευκαιρίας για να τραβήξω το πιολέ μου που είχε μείνει κρεμασμένο από το λουρί του μετά από την βόλτα στον παγετώνα σήμερα το πρωί, την χτυπάω μ' αυτό, δεν ξέρω πού γιατί τα μάτια μου είναι κλειστά, είμαι μόνο αίσθηση. Με αφήνει. Ανοίγω τα μάτια, την βλέπω να τρέχει μακριά κουτσαίνοντας, ενώ βλέπω και το αίμα στο αυτοσχέδιο όπλο μου. Και μένω εκεί, μέσα στα αίματα, μέσα σε μία παραίσθηση, ενώ αναρωτιέμαι αν θα ζήσω, αλλά ζω, είμαι πιο διαυγής παρά ποτέ, ο εγκέφαλός μου φαίνεται να λειτουργεί με τα χίλια. Λέω στον εαυτό μου: αν ζήσω, θα έχω πράγματα να πω και να κάνω σε αυτήν τη ζωή. Λέω στον εαυτό μου: αν ζήσω, θα είναι μία δεύτερη γέννηση.

 

13  Εκείνη τη μέρα, 25 Αυγούστου 2015, το γεγονός δεν είναι: μια αρκούδα επιτίθεται σε μία γαλλίδα ανθρωπολόγο κάπου στα βουνά της Καμτσάτκα. Το γεγονός είναι: μια αρκούδα και μια γυναίκα συναντιούνται και τα όρια μεταξύ των κόσμων εκρήγνυνται. Όχι μόνο τα φυσικά όρια μεταξύ ενός ανθρώπου και ενός ζώου, τα οποία τη στιγμή της αντιπαράθεσής τους ανοίγουν ρωγμές στα σώματα και στα κεφάλια τους. Είναι και η εποχή του μύθου που συναντιέται με την πραγματικότητα· το τότε που συγχέεται με το τώρα· το όνειρο που ενσαρκώνεται. Όταν επισκέφθηκα στην πρώτη μου έρευνα στην Αλάσκα τους κυνηγούς Gwich'in, πάντα κοίταζα τον Κλάρενς χαμογελώντας όταν μου έλεγε ότι όλα καταγράφονταν συνεχώς στον γύρω κόσμο και ότι το δάσος ήταν "ενημερωμένο". "Everything is being recorded all the time", μου υπενθύμιζε συχνά. Τα δέντρα, τα ζώα, τα ποτάμια, όλα τα μέρη αυτού του κόσμου συγκρατούν όχι μόνο ό, τι κάνουμε, αλλά και ό, τι λέμε, ό, τι ονειρευόμαστε και ό, τι σκεφτόμαστε. Γι' αυτό πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί με τις σκέψεις που κάνουμε, έλεγε, γιατί τίποτα δεν "ξεχνιέται" από τον κόσμο· καθένα από τα στοιχεία που το συνθέτουν "γνωρίζει" τι συνέβη, τι συμβαίνει· κάτι πάντα ετοιμάζεται, υπάρχει μία επαγρύπνηση των όντων έξω από τους ανθρώπους, που είναι πάντα έτοιμοι να ξεπεράσουν όλες τις προσδοκίες τους. Έτσι, κάθε σκέψη που καταθέτουμε στον κόσμο έρχεται να αναμιχθεί και να προστεθεί στις παλιές ιστορίες που "ενημερώνουν" το περιβάλλον, καθώς και στις διαθέσεις όσων το κατοικούν. Υπάρχει στον κόσμο μία λανθάνουσα κατάσταση και ένας αναβρασμός, που μοιάζουν με την λάβα που περιμένει κάτω από το ηφαίστειο κάτι να την αναγκάσει να βγει από τον κρατήρα. Γι' αυτό η Ντάρια και η Ματίλντα χαμηλώνουν τη φωνή τους και ψιθυρίζουν το πρωί μέσα στο νυσταγμένο γιούρτ όταν διηγούνται τα όνειρά τους. "Φοβάσαι να ξυπνήσεις τους άλλους;" ρωτώ μια μέρα, καθώς δυσκολεύομαι να συλλάβω τι λένε, έτσι αδύναμη που βγαίνει η φωνή τους. "Όχι, είναι που δεν θέλω να ακούσουν έξω", μου απαντάει.


14  Αυτά τα δεδομένα φαίνεται να είναι καλά παραδείγματα των ανιμιστικών κοσμολογιών των λαών του 'Απω Βορρά· και είναι πράγματι. Ωστόσο, αυτό που ίσως υποτιμήθηκε από τους ανθρωπολόγους που κατέγραψαν αυτές τις μορφές σχέσης με τον κόσμο είναι η ύπαρξή τους έξω από τα βιβλία, έξω από τις διαλέξεις μας στον φυσικό κόσμο· η επικαιροποίησή τους σε συγκεκριμένες συναντήσεις που συμβαίνουν χωρίς να είμαστε προετοιμασμένοι για αυτές. Πέρα από την κριτική απόσταση και την αντανακλαστικότητα που μας επιτρέπουν να επανεξετάζουμε τις ζωντανές μας εμπειρίες και να γράφουμε, ίσως είναι απαραίτητο να παραδεχτούμε σήμερα ότι αυτοί οι μύθοι που συλλέγουμε και που οργανώνουμε για να γίνουν κοινό κτήμα πάντοτε ξεπερνούν το πλαίσιο στο οποίο τους περικλείουμε· με τον ίδιο τρόπο που τα όντα-πρόσωπα που κατοικούν τον κόσμο υπερβαίνουν πάντα κι αυτά όλες τις ιστορίες που τα αφορούν και που διηγούνται οι αυτόχθονες. Ο Umberto Eco ίσως να μην είχε τόσο άδικο όταν έλεγε: "Για να ακούσουμε τις ιστορίες, πρέπει να αναστείλουμε τη δυσπιστία".

 

15  Στην ξεχωριστή περίπτωση της συνάντησης στην οποία αναφέρομαι, τα όνειρα συναπαντούν το γεγονός, οι μύθοι έρχονται σε αντήχηση με την πραγματικότητα. Για πιο πράγμα μιλάμε; Για μία περίοδο, μία σύντομη ή μεγάλη στιγμή, κατά την οποία τα όρια ανάμεσα σε μας και το έξω σιγά σιγά εξαφανίζονται, σαν να ακολουθούμε αργά μία πορεία αποσύνθεσης για να κατεβούμε στα βάθη του χρόνου του ονείρου όπου τίποτα δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί, όπου τα σύνορα μεταξύ αυτών που υπάρχουν εξακολουθούν να είναι ακόμη ρευστά, όπου όλα είναι ακόμα δυνατά. Το να ξαναγεννηθούμε εδώ σημαίνει: να έχουμε περάσει από αυτόν τον κύκλο αποσύνθεσης σε μία ριζοσπαστική ετερότητα, να έχουμε σχεδόν χαθεί, να έχουμε σχεδόν χάσει τα πάντα, αλλά χωρίς να έχουμε πεθάνει, και να επιστρέφουμε, με νέες δυνατότητες. Το να ξαναγεννηθούμε συνεπάγεται, στο τέλος αυτής της αβύσσου όπου κυριαρχεί το ακαθόριστο, να επιλέξουμε να αναδιαμορφώσουμε νέα όρια χρησιμοποιώντας τα νέα υλικά που βρήκαμε στο βάθος του στόματος κάποιου άλλου από μας.

 

Το πλήρες κείμενο (στα γαλλικά) της Nastassja Martin εδώ:

Vivre plus loin - Une rencontre d'ours chez les Even du Kamtchatka [récit]

 

 Μτφ. Σ.Σ.