Τα βερίκοκα του Μπάαλμπεκ

 

...και τα πορτοκάλια της Γιάφα

 

 

Δύο αποσπάσματα από το βιβλίο του René Otayek που μόλις κυκλοφόρησε

 

 

 

 

Λιβανέζικο γραμματόσημο της δεκαετίας του '50.
Λιβανέζικο γραμματόσημο της δεκαετίας του '50.

 

 


Τα βερίκοκα του Μπάαλμπεκ συνδυάζουν δύο ιστορίες που διαδραματίζονται στο Λεβάντε του 19ου και 20ου αιώνα: την ιστορία μιας δυναστείας προξένων γενοβέζικης καταγωγής που εγκαταστάθηκαν στο Χαλέπι κι έπειτα στον Άγιο Ιωάννη της Άκρας ήδη από τον 19ο αι, και την "μεγάλη" ιστορία της περιοχής αυτής του κόσμου που επλήγη από την παρακμή και σύντομα την πτώση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, την επιβολή της ευρωπαϊκής εποπτείας μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, την αποκρυστάλλωση των εθνικισμών, τη σύγκρουση των θρησκευτικών κοινοτήτων. Μέσα από το ιδιαίτερο πεπρωμένο της οικογένειας Καταφάγκο, και μιας από τις απογόνους της, της 'Εβελυν, αναδύεται ένας κόσμος πολύχρωμος, κοσμοπολίτικος, πολυπολιτισμικός, που όμως βαδίζει προς τη δύση του. Από περιπλάνηση σε περιπλάνηση, από εξορία σε εξορία, η αφήγηση αυτή μας μεταφέρει την ύστατη φθορά μιας ουτοπίας που είχε όνομα Λεβάντε. 'Εχει όμως πεθάνει και ο λεβαντινισμός μαζί με το Λεβάντε που τώρα λέγεται Μέση Ανατολή; Τα βερίκοκα του Μπάαλμπεκ είναι ένα μυθιστόρημα που μας μιλάει για το Λεβάντε εκείνο που πρέπει να επανεφευρεθεί, αλλά με την έννοια της οικουμενικότητας.

Εκδ. EditionsNoirBlancEtc

 

* Ο René Otayek είναι διευθυντής έρευνας στο CNRS (Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής 'Ερευνας της Γαλλίας) και καθηγητής στο Ινστιτούτο πολιτικών σπουδών του Μπορντό. Ειδικεύεται στην Υποσαχάρια Αφρική και στον αραβικό κόσμο. Με τα Βερίκοκα του Μπααλμπέκ μας παρουσιάζει ένα ιστορικό αφήγημα εμπνευσμένο από την ίδια την οικογενειακή του ιστορία, ως φόρο τιμής σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια και που ίσως δεν υπήρξε παρά μόνο μέσα σε όνειρο.

 

 

 

 

 

Φαντάζομαι ποιός μπορεί να ήταν ο φόβος της Τέτα [πρόκειται για την 'Εβελυν Καταφάγκο, σύζυγο του Ελίας Σαγιά, γιαγιά του συγγραφέα από την πλευρά της μητέρας του] όταν το υπερωκεάνιο που την μετέφερε από την Αλεξάνδρεια, έφτασε στο λιμάνι της Βηρυτού την Πρωτοχρονιά εκείνη του 1926. 'Ηταν 23 ετών και είχε μόλις παντρευτεί στο Κάιρο, λίγες μέρες πριν την αναχώρησή της, τον άνδρα που θα ήταν πλέον ο συζυγός της. Ο Ελίας, ένας γεροδεμένος Λιβανέζος που την περνούσε δέκα οκτώ χρόνια, είχε πάει να την "βρει", όπως λέμε ακόμη και σήμερα, στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα όπου εκείνη και η οικογένειά της, με εξαίρεση τον πατέρα που θα αντάμωνε μαζί τους μερικά χρόνια αργότερα, αναγκάστηκαν να εξοριστούν την παραμονή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. 'Οπως όλοι οι Παλαιστίνιοι, ποτέ δεν επρόκειτο η ανάμνηση της γεννέτειράς της να την εγκαταλέιψει, και πάντα με νοσταλγία αναφερόταν στην Γιάφα, την πόλη που την θεωρούσε δική της, παρά το γεγονός ότι είχε γεννηθεί στην 'Ακρα το 1902. Δεν μπορώ να πω αν η νοσταλγία αυτή εξέπεμπε και μία επιθυμία για επιστροφή, γιατί η Τέτα δεν ήταν μια αγωνίστρια της Παλαιστινιακής υπόθεσης. Αλλά υπήρχε έντονη σ' εκείνην η προσήλωση σε έναν τόπο, την Γιάφα, όπου η οικογένειά της είχε εγκατασταθεί λίγο μετά τη γεννησή της, σε ένα όνομα, των Καταφάγκο, και σε αναμνήσεις που, με εκπλητικό τρόπο, ήταν ακριβέστατες στην παραμικρή τους λεπτομέρεια ακόμη και μερικές δεκάδες χρόνια μετά. [...]

 

 

Υπήρχε επίσης και η ανάμνηση των απέραντων πορτοκαλεώνων που είχαν ήδη από τότε εδραιώσει τη φήμη της Γιάφα. Τέτοιους είχαν στην κατοχή τους ο πατέρας της και κυρίως η θεία της 'Εμιλυ, η αδερφή του. Τα ζούμερα φρούτα τους με την κάπως χοντρή φλούδα, που ήταν και χωρίς κουκούτσια, αντίθετα με άλλα ειδή πορτοκαλιών, εξάγονταν στο Λίβανο, τη Συρία, την Κωνσταντινούπολη, κι ακόμη πιο μακριά, στο Λίβερπουλ ή την Οδησσό. Λένε μάλιστα πως ένας βρεταννός πρόξενος, απεσταλμένος στην οθωμανική Παλαιστίνη το 1851, είχε χαρίσει τρία κιβώτια στη βασίλισσα Βικτώρια, ή οποία έδειξε να τα απολαμβάνει, γεγονός που εξασφάλισε μια για πάντα τη φήμη τους.

 

 

Ο ισραηλινός σκηνοθέτης Εγιάλ Σίβαν, ξάδελφος του Ρόνυ Μπράουμαν, του οποίου γνωρίζουμε τις κριτικές θέσεις απέναντι στην ισραηλινή κατοχή των παλαιστινιακών εδάφων, διηγείται την επιχείρηση αυτή του αφανισμού της παλαιστινιακής μνήμης στην πολύ ωραία του ταινία Jaffa, la mécanique de l'orange. 'Ηδη από το 19ο αι., η καλλιέργεια και η εξαγωγή των πορτοκαλιών υπήρξε πράγματι μία κύρια οικονομική δραστηριότητα στην Παλαιστίνη. 'Αραβες και Εβραίοι αγροτικοί εργάτες εργάζονταν δίπλα δίπλα μέσα σε μεγάλους πορτοκαλεώνες που οι πρώτοι ονόμαζαν bayarat και οι δεύτεροι pardès. Μόνο ο σιωνιστικός αποικισμός της Παλαιστίνης έβαλε τέλος σ' αυτήν την συνύπαρξη, εξαφανισμένη σήμερα ή σβησμένη από τη μνήμη των δύο λαών. 'Εμεινε όμως ένα όνομα, μία ταυτότητα, η Γιάφα, που τα πορτοκάλια της Παλαιστίνης έκαναν γνωστή στον κόσμο όλο πολύ πριν οικειοποιηθεί από το νεαρό κράτος του Ισραήλ και μετατραπεί σε σύμβολό του.

 

 

Αρχαίος ναός στο Μπάαλμπεκ γύρω στο 1890-1900. Φωτ. VideoBlocks
Αρχαίος ναός στο Μπάαλμπεκ γύρω στο 1890-1900. Φωτ. VideoBlocks

 

 

Η οικογένεια αυτή των Λεβαντίνων, απόγονων Ευρωπαίων που είχαν εγκατασταθεί νωρίς στις Σκάλες του Λεβάντε, εξαπλώθηκε στην 'Ακρα, τη Χάϊφα και την Γιάφα, στη Σάιντα και στη Βηρυτό, στην Αλεξάνδρεια, το Κάιρο και την Κύπρο, πριν επεκταθεί προς το Νέο Κόσμο, ιδίως στη Νέα Υόρκη και το Μόντρεαλ, όπου ο 'Εντουαρ και ο 'Αλφρεντ, δύο από τα αδέρφια της Τέτα , μετανάστευσαν στη δεκαετία του '70. Μήπως η διαδρομή τους δεν είναι, κατά βάθος, μία παγκοσμιοποιημένη διαδρομή πριν την ώρα της, φτιαγμένη από ρευστότητες, με την έννοια που δίνει στον όρο αυτό ο ινδός ανθρωπολόγος Αρζούν Απαντουράι, με πολλαπλούς δεσμούς αλλά και μονιμότητες και αγκύρωση σε μια ιστορική μνήμη; 'Ηταν Ευρωπαίοι, Οθωμανοί, 'Αραβες, Γενοβέζοι, κάτοικοι της Γιάφας ή της 'Ακρας, χριστιανοί και μπαχαϊστές, και θα γίνουν κάτοικοι του Καϊρου, της Αλεξάνδρειας και της Βηρυτού, Κύπριοι, Αμερικανοί ή πολίτες του Κεμπέκ, αλλά ποτέ δεν θα πάψουν να είναι Λεβαντίνοι.

 

 Γι' αυτόν τον λόγο αγαπώ και υποστηρίζω τον όρο αυτό των Λεβαντίνων, που τόσο συχνά έχει πάρει μία αρνητική έκφανση στον καθημερινό λόγο. Για μένα, ξεπερνάει το αρχικό του νόημα που προσδίδεται μόνο στους γαλλόφωνους και τους Ευρωπαίους που εγκαταστάθηκαν ιστορικά στις Σκάλες του Λεβάντε. Ούτε και έχει πολλή σχέση με τις γαλλικές γεωπολιτικές φιλοδοξίες του 19ου αι., αλλά ούτε και με την ανατολίζουσα αντίληψη των Βρεταννών που ανταγωνίζονταν τους Γάλλους σ' έναν αγώνα επιρροής, αντιτάσσοντας την προσποίηση των Λεβαντίνων στην αυθεντικότητα των Βεδουίνων του Χεντζάζ, τους συμμάχους τους ενάντια στους Οθωμανούς. Και ακόμη λιγότερο συμβαδίζει με την περιφρονητική αντίληψη που είχαν ο Μπεν Γκουριόν και οι κυριότεροι Ασκενάζι σιωνιστές ηγέτες ως προς την έννοια του Λεβαντινισμού, που ήταν γι' αυτούς συνώνυμη του χυδαίου μερκαντιλισμού και της διαφθοράς. Αυτοί δεν είχαν καταλάβει πως ο λεβαντινισμός είναι, όπως γράφει ο ιστορικός της Μέσης Ανατολής Χένρυ Λώρενς, ένας "πολιτισμός της επαφής", επειδή, αναμφισβήτητα, αποτελούσε τη ριζική άρνηση του εθνικιστικού τους οράματος.

 

Ο Λεβαντίνος [...] είναι ένας άνθρωπος του ενδιάμεσου, ή, όπως λένε κάποιο ιστορικοί σαν τον Σαντζάι Σουμπραμανιάν, ένας "πολιτιστικός διακινητής", ο οποίος, επειδή βρίσκεται σ' ένα σταυροδρόμι, κάνει τις διάφορες κουλτούρες και πολιτισμούς να συνομιλούν αντί να αλληλοεχθρεύονται,  και δημιουργεί γέφυρες εκεί όπου πολλοί, σήμερα, δεν σκέπτονται παρά να υψώνουν τείχη [...] Ο λεβαντινισμός δεν είναι θέμα καταγωγής, θρησκείας και τόπου γεννήσεως. Είναι ένα ήθος, μία πνευματική κατάσταση, ένας τρόπος να υπάρχεις στον κόσμο. Το να είσαι Λεβαντίνος, σημαίνει, σύμφωνα με την ωραία διατύπωση του Εμέ Σεζέρ [ποιητή της Μαρτινίκας], "να αφήνεις να σε διαπερνούν όλες οι ανάσες του κόσμου."

René Otayek, Les abricots de Baalbek

EditionsNoirBlancEtc, Mtayleb, Λίβανος, Σεπτ. 2018

 

Αναδημοσίευση από το σάιτ Orient XXI - Magazine - 31.08.2018

Μτφ. Σ.Σ.