ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΜΙΑ ΓΕΝΙΑ που μεγάλωσε με τη συνήθεια να μοιράζεται τα πάντα: σκέψεις, στιγμές, εικόνες, την ίδια της την καθημερινότητα. Κι όμως, κάποια στιγμή, επέλεξε να αποσυνδεθεί. Την ημέρα που έκλεισε τους λογαριασμούς της στα social media, ο πρώτος της φόβος ήταν απλός και σχεδόν αυτονόητος: πίστευε ότι με την επιλογή της αυτή θα έχανε όλους τους φίλους της. Ότι οι άνθρωποι που βρίσκονταν γύρω της θα απομακρύνονταν. Είχε συνηθίσει άλλωστε να παρατηρεί την καθημερινότητα των άλλων, καθώς και να επικοινωνεί μαζί τους μέσα από μια οθόνη: ένα story, ένα like, ένα μήνυμα αργά το βράδυ. Χωρίς αυτά, ένιωσε για λίγο σαν να βγήκε εκτός χάρτη, ενώ όλοι οι υπόλοιποι συνέχιζαν να κινούνται κανονικά μέσα σε αυτόν. «Έναν χρόνο αργότερα, συνειδητοποιώ ότι αυτός ο φόβος ήταν ίσως και ο λόγος που έπρεπε να το κάνω», λέει στη συζήτησή μας.
Η Μαρία Πετροπούλου, που διανύει την τρίτη δεκαετία της ζωής της, μεγάλωσε στη Νεμέα Κορινθίας και τα τελευταία έντεκα χρόνια ζει στο Λονδίνο. Εργάζεται στον τομέα της έρευνας, με εξειδίκευση στις κλινικές δοκιμές. Εκτός δουλειάς, περνά τον χρόνο της με φίλους, αγαπά το φαγητό και το διάβασμα, ενώ διατηρεί έντονο ενδιαφέρον για κοινωνικά ζητήματα και την εξέλιξη της ζωής, από τις απαρχές του πλανήτη μέχρι τη βιολογία ανθρώπων και ζώων. Το Διάστημα, ειδικότερα, επισημαίνει, τη γοητεύει ιδιαίτερα, όπως και η διαρκής αναζήτηση του νοήματος της ζωής.
Εδώ και έναν χρόνο η ίδια επέλεξε να γίνει μέρος μιας τάσης που στα διεθνή μέσα ενημέρωσης περιγράφεται ως η «σιωπηλή επανάσταση» της Gen Z. Ουσιαστικά, όλο και περισσότεροι νέοι απομακρύνονται από τα social media, επιλέγοντας έναν πιο αναλογικό τρόπο ζωής. Σε μια εποχή υπερσύνδεσης, αναζητούν κάτι που μοιάζει όλο και πιο σπάνιο: συγκέντρωση, παρουσία και σχέσεις που εκτείνονται πέρα από την οθόνη.
Το 52% των νέων δήλωσε ότι προσπάθησε να μειώσει ή να εγκαταλείψει τα social media το 2025, με βασικό κίνητρο λόγους που συνδέονται με την ψυχική υγεία. Παράλληλα, σχεδόν 1 στους 3 νέους δηλώνει ότι θα ήθελε να περνά λιγότερο χρόνο online.
Η απόφαση να αποσυνδεθεί δεν ήρθε ξαφνικά. Ήταν κάτι που, όπως λέει, ωρίμαζε μέσα της για καιρό. Περνώντας μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο σε σχέση με την ψυχική της υγεία, άρχισε να στρέφεται προς τα μέσα, να ψάχνει, να διαβάζει, να προσπαθεί να καταλάβει τι την επηρεάζει και γιατί. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία προσωπικής έρευνας και εσωτερικής αναζήτησης, συνειδητοποίησε πως τα social media, παρότι πίστευε ότι τα χρησιμοποιούσε με μέτρο, ενδεχομένως την επηρέαζαν πολύ περισσότερο απ’ όσο είχε καταλάβει.
Η πίεση υπήρχε, έστω κι αν δεν μπορούσε αρχικά να την προσδιορίσει με ακρίβεια. Ήταν μια διαρκής, υπόκωφη αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι «αρκετό»: δεν ήταν αρκετά όμορφη, αρκετά γυμνασμένη, αρκετά μορφωμένη, αρκετά πειθαρχημένη. Ένα ατελείωτο «αρκετά» που δεν συμπληρωνόταν ποτέ. Μαζί με αυτό, ερχόταν και το FOMO, ένας φόβος ότι χάνει εμπειρίες, στιγμές και ευκαιρίες. Είχε φτάσει στο σημείο να ενεργοποιεί ειδοποιήσεις για κάθε πιθανό event: πάρτι, φεστιβάλ, εκθέσεις είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό. Αντί όμως να της προσφέρει χαρά, αυτό μετατρεπόταν σε ένα διαρκές άγχος: ότι δεν προλαβαίνει, ότι δεν έχει τα χρήματα, ότι δεν έκλεισε εγκαίρως εισιτήρια. Η διασκέδαση, που υποτίθεται πως λειτουργεί αποσυμπιεστικά, είχε αρχίσει να παράγει το αντίθετο αποτέλεσμα, ένα επιπλέον, περιττό βάρος μέσα σε όλα τα υπόλοιπα άγχη της καθημερινότητας.
Όταν τελικά έκλεισε τα social media, ο πρώτος και πιο έντονος φόβος ήταν πως θα χάσει τους φίλους της. Πως θα ξεχαστεί. Πως δεν θα τη συμπεριλαμβάνουν πια σε σχέδια, πως δεν θα μαθαίνει τα νέα τους, πως ο δεσμός θα χαλαρώσει. «Ένιωθα ότι θα γίνω αόρατη», υποστηρίζει με ένα χαμόγελο αμηχανίας. Μαζί με αυτό, υπήρχε και μια δεύτερη ανησυχία: το φλερτ. Σε έναν κόσμο όπου η προσέγγιση γίνεται κυρίως μέσω social media, πίστευε πως οι πιθανότητες να γνωρίσει κάποιον θα μειωθούν ακόμη περισσότερο. Τελικά, τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Οι φίλοι που είχε επιλέξει να κρατήσει στη ζωή της παρέμειναν. Οι σχέσεις δεν διαλύθηκαν – αντιθέτως, απέκτησαν μεγαλύτερο βάθος. Οι συναντήσεις τους έγιναν πιο ουσιαστικές: είχαν περισσότερα να πουν, περισσότερα να μοιραστούν, γιατί πλέον δεν παρακολουθούσαν ο ένας τη ζωή του άλλου μέσα από μια οθόνη. Η επικοινωνία ξαναβρήκε έναν πιο άμεσο, ανθρώπινο ρυθμό.
Στο κομμάτι του dating, ωστόσο, τα πράγματα έγιναν πιο σύνθετα. Η διά ζώσης προσέγγιση, όπως αναφέρει στη συνομιλία μας, μοιάζει να βρίσκεται σε κρίση. Είναι πλέον σπάνιο κάποιος να ζητήσει απευθείας ένα τηλέφωνο, συνήθως ζητά τα social media, περνάς από ένα είδος «casting» και έπειτα αποφασίζει αν θα στείλει μήνυμα. Συχνά, η επικοινωνία κρατά εβδομάδες ή και μήνες προτού προκύψει ένα ραντεβού, αν προκύψει. Στο μεταξύ, και οι δύο πλευρές σχηματίζουν εικόνες και συμπεράσματα μέσα από τα προφίλ, τα οποία, όπως παραδέχεται, δεν αντανακλούν πάντα την πραγματικότητα. «Όλοι παρουσιάζουμε μια εκδοχή του εαυτού μας, συνήθως καλύτερη από την πραγματική», τονίζει, επισημαίνοντας πως έτσι χάνεται κάτι από τη μαγεία της αυθεντικής γνωριμίας, εκείνης που χτίζεται σταδιακά, χωρίς προαποφασισμένες εντυπώσεις.
Έναν χρόνο μετά την απόφασή της για μια «offline» καθημερινότητα, οι αλλαγές που παρατηρεί στον εαυτό της είναι ουσιαστικές. Νιώθει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αναγνωρίζει πιο καθαρά την αξία και τη μοναδικότητά της. Το άγχος έχει μειωθεί, τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, ενώ ο ύπνος της έχει βελτιωθεί. Έχει επίσης αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο του τρόπου με τον οποίο ενημερώνεται: επιλέγει η ίδια πότε και από πού θα διαβάσει ειδήσεις, ποια θέματα την αφορούν, χωρίς να βομβαρδίζεται από μια συνεχή, αφιλτράριστη ροή πληροφοριών. «Δεν είναι αρκετό ένα scroll για να αποφύγεις μια πληροφορία που δεν σε ενδιαφέρει, αφού ο εγκέφαλος την έχει ήδη καταγράψει», σημειώνει.
Υπάρχουν, βέβαια, και στιγμές που νιώθει κάπως εκτός, κυρίως σε σχέση με τα trends ή την εύκολη πρόσβαση σε περιεχόμενο που απολάμβανε, όπως το interior design. Σταδιακά, όμως, ανακαλύπτει εναλλακτικές: πλατφόρμες όπως το YouTube ή άλλες πηγές που δεν είχε εξερευνήσει όσο χρησιμοποιούσε καθημερινά τα social media.
Σε πρακτικό επίπεδο, η καθημερινότητά της έχει αλλάξει αισθητά. Διαβάζει περισσότερο και όπως επισημαίνει δεν φεύγει από το σπίτι χωρίς ένα βιβλίο στην τσάντα της. Η συγκέντρωσή της έχει βελτιωθεί, κάτι που της επιτρέπει να απολαμβάνει καλύτερα μια ταινία ή να εμβαθύνει σε ένα θέμα. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι αυτή η διαδικασία απαιτεί χρόνο: ο εγκέφαλος χρειάζεται επανεκπαίδευση για να απομακρυνθεί από τη λογική της «γρήγορης πληροφορίας» και να αντέχει τη διάρκεια, την αργή ανάγνωση, την εστίαση. «Θέλω να μπορώ να δω ένα ντοκιμαντέρ μίας ώρας χωρίς να κουράζομαι και να αναζητώ ένα reel ενός λεπτού», λέει, και προσθέτει με μια δόση αποφασιστικότητας: «Θα τα καταφέρω».
Λίγο προτού την αποχαιρετήσω, τη ρωτώ τι θα συμβούλευε κάποιον που σκέφτεται να κάνει το ίδιο. Απλά και άμεσα απαντά: «Do it. Έστω και για λίγο». Η ίδια δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να επιστρέψει κάποια στιγμή στα social media, αλλά πλέον τα βλέπει διαφορετικά, ως κάτι που χρειάζεται όρια και συνειδητή χρήση. «Let’s normalise social media detox» λέει, προτείνοντας μια νέα κανονικότητα: μήνες αποσύνδεσης ή ακόμη και μια πιο μόνιμη απομάκρυνση, εφόσον αυτό εξυπηρετεί την ψυχική ισορροπία.
Τα τελευταία χρόνια, διεθνή μέσα και έρευνες επιβεβαιώνουν ότι αυτή η στροφή που έκανε η Μαρία δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, το 52% των νέων δήλωσε ότι προσπάθησε να μειώσει ή να εγκαταλείψει τα social media το 2025, με βασικό κίνητρο λόγους που συνδέονται με την ψυχική υγεία. Παράλληλα, σχεδόν 1 στους 3 νέους δηλώνει ότι θα ήθελε να περνά λιγότερο χρόνο online, δείχνοντας μια αυξανόμενη δυσαρέσκεια με τη συνεχή σύνδεση. Τέλος, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το 47% των νέων 20-34 ετών προσπαθούν ενεργά να περιορίσουν τον χρόνο στην οθόνη, με πολλούς να καταφέρνουν σημαντική μείωση.
Στην εμπειρία αυτή, η ψυχολόγος-παιδοψυχολόγος Αντιγόνη Γινοπούλου δίνει το δικό της πλαίσιο κατανόησης, εξηγώντας τι μπορεί να οδηγήσει έναν νέο άνθρωπο σήμερα σε μια τέτοια απόφαση. Όπως εξηγεί, δεν είναι ακόμα σύνηθες να βλέπουμε νέους να αποχωρούν από τα social media, ωστόσο υπάρχουν εκείνοι που, έχοντας βιώσει ψυχική κόπωση, αρχίζουν να αναγνωρίζουν την αρνητική τους επιρροή. Τα πρότυπα που προβάλλονται, οι προσδοκίες που καλλιεργούνται ή ακόμη και η ανάγκη απομάκρυνσης από συγκεκριμένες μορφές επικοινωνίας μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες. Το κλείσιμο των social media, τονίζει, δεν αποτελεί πράξη φυγής ή αντικοινωνικότητας. Αντίθετα, μπορεί να ιδωθεί ως μια συνειδητή πράξη αυτοφροντίδας, μια επιλογή που προστατεύει την ψυχική υγεία και ανοίγει τον δρόμο για πιο αυθεντικές μορφές σύνδεσης.
ψυχολόγος-παιδοψυχολόγος
Ο φόβος που περιγράφεται, ότι η απουσία από τα social media μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια φίλων, είναι, σύμφωνα με την ίδια, απολύτως κατανοητός. Σε ένα περιβάλλον όπου η κοινωνικοποίηση έχει σε μεγάλο βαθμό μεταφερθεί στις ψηφιακές πλατφόρμες, η «εξαφάνιση» από αυτές συχνά βιώνεται ως κοινωνική αποκοπή. Στην πράξη, όμως, οι ουσιαστικές σχέσεις δεν διαλύονται τόσο εύκολα. Αντιθέτως, πολλές φορές ενισχύονται, όταν μεταφέρονται εκτός οθόνης και αποκτούν πιο άμεσο και αυθεντικό χαρακτήρα, κάτι που επιβεβαιώνεται και στην αφήγηση της Μαρίας.
Για όσους σκέφτονται να κάνουν ένα αντίστοιχο βήμα, αλλά νιώθουν ότι δεν μπορούν, η σύσταση είναι να προσεγγίσουν την αλλαγή σταδιακά. Η δυσκολία είναι φυσιολογική, σημειώνει, καθώς τα social media αποτελούν πλέον κομμάτι που έχει ενσωματωθεί στην καθημερινότητα και είναι σχεδιασμένα για να διατηρούν την προσοχή μας. Αντί για μια απότομη διακοπή, προτείνεται η σταδιακή μείωση της χρήσης, σε συνδυασμό με την ενίσχυση της διά ζώσης ή τηλεφωνικής επικοινωνίας. Παράλληλα, αξίζει να τεθεί ένα βασικό ερώτημα: τι προσφέρουν πραγματικά τα social media και με ποιους άλλους τρόπους θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ο χρόνος που αφιερώνεται σε αυτά.
Η μετάβαση, όπως επισημαίνει, δεν χρειάζεται να ακολουθεί τη λογική τού «όλα ή τίποτα». Αντιθέτως, απαιτεί χρόνο, επίγνωση και προσωπικό ρυθμό, στοιχεία που, τελικά, καθορίζουν και τη διάρκειά της. Η εμπειρία της Μαρίας, όπως και οι παρατηρήσεις των ειδικών, δείχνουν πως πίσω από αυτή την τάση δεν υπάρχει απλώς μια «μόδα». Πρόκειται για μια βαθύτερη ανάγκη που στοχεύει στην ησυχία, στη συγκέντρωση και, φυσικά, σε μια πιο ουσιαστική επαφή είτε με τους άλλους είτε με τον ίδιο μας τον εαυτό.