Φαιστός

 

Φωτ. Σπύρος Στάβερης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ιστορικό και περιγραφή

(από το ιστολόγιο Οδυσσεύς του Υπουργείου Πολιτισμού)

 

Η Φαιστός είναι κτισμένη πάνω σε χαμηλό λόφο (υψόμετρο 100 μ. περίπου από την επιφάνεια της θάλασσας), στα νότια του ποταμού Γεροπόταμου, του αρχαίου Ληθαίου, και δεσπόζει στην εύφορη κοιλάδα της Κάτω Μεσαράς, που περιτριγυρίζεται από επιβλητικά βουνά (Ψηλορείτης, Αστερούσια, Λασιθιώτικα Βουνά). Στα νότια εκτείνεται το Λιβυκό πέλαγος. Ο Ληθαίος περιβάλλει το λόφο της Φαιστού από ανατολικά και βόρεια, αποτέλεσε την πηγή ύδρευσης της πόλης. Το ήπιο και ζεστό κλίμα της περιοχής έκανε άνετη και ευχάριστη τη ζωή των κατοίκων της.

Η Φαιστός αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του μινωικού πολιτισμού και τη σπουδαιότερη σε πλούτο και δύναμη πόλη της νότιας Κρήτης. Αναφέρεται στα κείμενα αρχαίων συγγραφέων (Διόδωρος, Στράβωνας, Παυσανίας) ενώ μνημονεύεται και από τον Όμηρο. Ανήκει στις τρεις σημαντικές πόλεις που ίδρυσε στην Κρήτη ο Μίνωας. Κατά τη μυθολογία στη Φαιστό βασίλεψε η δυναστεία του Ραδάμανθυ, γιου του Δία και αδελφού του Μίνωα. Ο Όμηρος αναφέρει τη συμμετοχή της στον Τρωικό πόλεμο και τη χαρακτηρίζει πόλη ''καλά κατοικημένη''. Η περίοδος ακμής της Φαιστού ξεκινά με την είσοδο της Κρήτης στην Εποχή του Χαλκού στα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ, όπου δημιουργούνται οι βάσεις για το μινωικό πολιτισμό.

Ο Ληθαίος περιβάλλει το λόφο της Φαιστού από ανατολικά και βόρεια, αποτέλεσε την πηγή ύδρευσης της πόλης. Το ήπιο και ζεστό κλίμα της περιοχής έκανε άνετη και ευχάριστη τη ζωή των κατοίκων της.

Η κατοίκηση στη Φαιστό αρχίζει από τη νεολιθική περίοδο, όπως φανερώνουν θεμέλια νεολιθικών κατοικιών, εργαλεία, ειδώλια και όστρακα αγγείων που αποκαλύφτηκαν κάτω από το ανακτόρο κατά τις ανασκαφές. Ο νεολιθικός οικισμός πρέπει να απλωνόταν στην κορυφη του λόφου και τη νοτιοδυτική πλαγιά του. Στα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., άρχισε η χρήση των μετάλλων γεγονός που ευνοεί την ανάπτυξη της πόλης. Η ανάπτυξη συνεχίζεται μέχρι την ίδρυση και εδραίωση των μινωικών ανακτόρων (15ος αι. π.X.). Στις αρχές της 2ης χιλιετίας η εξουσία περνά στα χέρια βασιλιάδων, οι οποίοι ιδρύουν μεγάλα ανάκτορα. Το πρώτο ανάκτορο χτίστηκε στα 1900 π.Χ. περίπου και μαζί με τα άλλα γύρω κτίσματα είχε έκταση 18.000 τετραγωνικά μέτρα, λίγο μικρότερη από εκείνη του ανακτόρου της Κνωσού. Ο μεγάλος σεισμός που έγινε κοντά στο 1700 π.Χ. ήταν η αιτία της καταστροφής του, όπως και της Κνωσού. Στη θέση του οικοδομήθηκε νέο, επιβλητικότερο, στο οποίο ανήκουν και τα περισσότερα αναστηλωμένα σήμερα λείψανα, ενώ έχουν αποκαλυφτεί και αρκετά τμήματα του πρώτου ανακτόρου, κυρίως στα νοτιοδυτικά. Η μινωική πόλη αναπτύσσεται γύρω από το ανακτορικό κέντρο σε μεγάλη έκταση. Η Φαιστός ήταν η έδρα του άρχοντα-βασιλιά που έλεγχε όχι μόνο τον πλούσιο κάμπο της Μεσαράς αλλά και τους οικισμούς στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και την έξοδο προς τη θάλασσα και τα λιμάνια του κόλπου της Μεσαράς. Μετά την καταστροφή του ανακτόρου (15ος αι. π.X.) η πόλη της Φαιστού συνεχίζει να κατοικείται στα μυκηναϊκά χρόνια και στη γεωμετρική εποχή (8ος αι. π.X.).

Στους επόμενους αιώνες η Φαιστός γνωρίζει νέα περίοδο ακμής. Η έκταση της πόλης μεγαλώνει σε σχέση με εκείνη της μινωικής. Πρόκειται για μια πλούσια, δυνατή, πολυάνθρωπη και ανεξάρτητη πόλη. Έκοβε δικά της νομίσματα και κατά την εποχή της ακμής της, η κυριαρχία της απλωνόταν από το ακρωτήριο Λίθινο ως το ακρωτήριο Μέλισσα και περιελάμβανε και τις νησίδες Παξιμάδια με την αρχαία ονομασία Λητώαι. Το κράτος της Φαιστού διέθετε δύο ισχυρά λιμάνια, τα Μάταλα και τον Κομμό στα νοτιοδυτικά.

Κατά τα ιστορικά χρόνια κτίζεται ο ναός της Ρέας, στα νότια του παλαιού ανακτόρου. Ένα χρονικό κενό παρατηρείται την κλασική περίοδο, από την οποία δεν έχουν αποκαλυφτεί ακόμη αρχιτεκτονικά λείψανα. Αντίθετα, η ελληνιστική πόλη υπήρξε εξαιρετικά ακμαία. Δείγμα οικιών της εποχής αυτής διακρίνεται στην δυτική αυλή (άνω άνδηρο) του ανακτόρου. Στα μέσα του 2ου αιώνα π.X. (περίπου 160 π.Χ.) η πόλη καταστράφηκε και υποδουλώθηκε από την γειτονική Γόρτυνα. Αν και δεν εγκαταλείφτηκε αμέσως, η θέση της Φαιστού, χάνει πλέον την ισχύ της. Ίχνη κατοίκησης της περιόδου της ενετοκρατίας υπάρχουν διάσπαρτα σε όλη την περιοχή. Το σημερινό χωριό του Αγίου Ιωάννη στις νότιες παρυφές της αρχαίας πόλης αποτελεί το φτωχικό κατάλοιπο ενός ένδοξου παρελθόντος.

Από αρχαιολογική άποψη η Φαιστός είναι η δεύτερη σε σπουδαιότητα μινωϊκή πόλη μετά την Κνωσσό. Ο πρώτος που αναγνώρισε και ταύτισε τη θέση της Φαιστού ήταν ο Άγγλος πλοίαρχος H. Spratt. Το 1884 άρχισαν οι αρχαιολογικές έρευνες από τον F. Halbherr στη Φαιστό και συνεχίστηκαν από την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή (Halbherr and L. Pernier, 1900-1904) και από τον Doro Levi (1950-1971). Παράλληλα με τις ανασκαφές έγιναν στερεωτικές εργασίες από την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή. Ορισμένοι χώροι, κυρίως το παλαιό ανάκτορο και τα βασιλικά δωμάτια του νέου ανακτόρου καλύφτηκαν με πλαστικά στέγαστρα, ενώ άλλοι, όπως οι αποθήκες του νέου ανακτόρου, καλύφτηκαν με πλάκα μπετόν.

 

Τα μνημεία του χώρου

 

Το ανάκτορο της Φαιστού, ένα από σημαντικότερα μινωικά ανάκτορα και το δεύτερο σε μέγεθος (περίπου 18.000 τ.μ.) μετά από αυτό της Κνωσού, είναι χτισμένο σε ένα ύψωμα στο δυτικό άκρο της μεγαλύτερης και πλουσιότερης πεδιάδας της Μεσαράς. Από το σημείο αυτό έλεγχε ο τοπικός άρχοντας-βασιλιάς όχι μόνο τα αγαθά του κάμπου αλλά και την έξοδο προς τη θάλασσα και τα λιμάνια του κόλπου της Μεσαράς (θέσεις Καλαμάκι, Κομμός και Μάταλα). Ο χαμηλός αυτός λόφος ανήκει σε μια σειρά μικρών λόφων που εκτείνονται προς τα αντολικά, ανάμεσα στον ορεινό όγκο της Ίδας βόρεια και των Αστερουσίων νότια, φθάνουν μέχρι τη θάλασσα και κλείνουν την πεδιάδα στα δυτικά. Κατά τη μυθολογία στη Φαιστό βασίλεψε η δυναστεία του Ραδάμανθυ, γιου του Δία και αδελφού του Μίνωα.

Το ανάκτορο της Φαιστού θεωρείται τυπικό δείγμα μινωικού ανακτόρου εξ αιτίας της εξαιρετικής αρχιτεκτονικής του σύνθεσης και της άψογης κατασκευής του. Το πρώτο ανάκτορο της Φαιστού κτίστηκε στην αρχή της 2ης χιλιετίας π.X., στην κορυφή του χαμηλότερου λόφου, που ισοπεδώθηκε και διαμορφώθηκε κατάλληλα. H ζωή του πρώτου ανακτόρου διήρκησε τρεις αιώνες περίπου (2000-1700 π.X.). Γύρω στο 1700 π.X. καταστρέφεται από μεγάλη πυρκαγιά. Πάνω στα ερείπια ένα νέο μεγαλοπρεπέστερο ανάκτορο οικοδομείται, το οποίο καταστρέφεται, όπως και τα άλλα μινωικά κέντρα στα μέσα του 15ου αι. π.X. Τα πιο πολλά ερείπια που ο επισκέπτης βλέπει σήμερα ανήκουν σε αυτό. Το ανάκτορο δεν λειτουργεί πλέον. Μόνο κάποια τμήματά του κατοικήθηκαν από ιδιώτες στην Ύστερη Μετανακτορική εποχή. Στα αρχαϊκά χρόνια ανήκει ο ναός της "Mεγάλης Mητέρας" ή Pέας που βρέθηκε χτισμένος πάνω σε παλαιοανακτορικά ερείπια στο νότιο τμήμα του ανακτόρου.

Στην περιοχή του αρχαιολογικού χώρου διακρίνονται λείψανα του παλαιού αλλά και του νέου ανακτόρου. Tα λείψανα του παλαιού ανακτόρου είναι σήμερα στεγασμένα. Η πρόσβαση γίνεται από μια πλακόστρωτη αυλή (δυτική αυλή). Ένας πομπικός δρόμος διασχίζει λοξά την αυλή. Στη βόρεια άκρη του υπάρχει μια σειρά από οκτώ βαθμίδες μήκους 22 μ. που χρησίμευαν σαν θεατρικές κερκίδες και στην απόληξη του δρόμου στα νότια βρίσκεται το πρόπυλο του Παλαιού Ανακτόρου με ένα μοναδικό κίονα. Στη βορειοανατολική άκρη της δυτικής αυλής βρίσκεται ένα παλαιοανακτορικό τριμερές ιερό. Πίσω από το ιερό βρίσκεται η μνημειώδης σκάλα των προπυλαίων του νέου ανακτόρου και στη συνέχεια τα προπύλαια, η πιο εντυπωσιακή είσοδος μινωικού ανακτόρου. Στα νοτιοανατολικά των προπυλαίων, δίπλα σε φωταγωγό, στενή σκάλα οδηγεί στις αποθήκες και δεξιά της σκάλας βρίσκεται το παλαιοανακτορικό δωμάτιο της δεξαμενής των καθαρμών. Ένας φαρδύς διάδρομος συνδέει τη δυτική με την κεντρική αυλή. Το τμήμα του ανακτόρου που βρίσκεται στη μέση της δυτικής πλευράς της κεντρικής αυλής αποτελείται από μικρά δωμάτια ιερών, όπως μαρτυρούν τα αντικείμενα λατρείας που ανακαλύφθηκαν εκεί. Σε ορισμένα μάλιστα βρέθηκαν διπλοί πελέκεις χαραγμένοι στους τοίχους.

Στην ανατολική πλευρά της κεντρικής αυλής αναπτύσσεται η πτέρυγα των εργαστηρίων. Από τη βόρεια γωνιά της ξεκινάει στενός διάδρομος με ανατολική κατεύθυνση που χωρίζει την ανατολική από τη βόρεια πτέρυγα. Νότια του διαδρόμου βρίσκονται τέσσερα επικοινωνούντα δωμάτια. Εδώ βρέθηκαν ρυτά, μια πρόχους, λίθινα κέρατα και διπλοί πελέκεις. Μια στοά με κιονοστοιχία βρίσκεται στα ανατολικά των δωματίων αυτών. Στη μέση της βόρειας πτέρυγας βρίσκεται η είσοδος της, όπου αναπτύσσονται τα βασιλικά διαμερίσματα. Ένας υπαίθριος, πλακόστρωτος διάδρομος, με αγωγό για την αποχέτευση των βρόχινων νερών, καταλήγει στη μικρή βόρεια αυλή. Δεξιά και αριστερά του διαδρόμου αναπτύσσονται μικρά δωμάτια. Ένας άλλος διάδρομος στα ανατολικά της βόρειας αυλής καταλήγει σε μια μεγαλύτερη ανατολική αυλή, με κλίβανο στο κέντρο της. Στο σημείο αυτό βρέθηκαν και δύο κεραμικοί τροχοί.

Από τη βόρεια αυλή ένας διάδρομος με βόρεια κατεύθυνση μας φέρνει στα βασιλικά διαμερίσματα, σε χαμηλότερο επίπεδο. Στα αριστερά του διαδρόμου βρίσκεται η αίθουσα της βασίλισσας. Πίσω απ' αυτή στενή σκάλα οδηγούσε στον άνω όροφο. Στα βόρεια της αίθουσας της βασίλισσας βρίσκεται το μέγαρο του βασιλιά, που στολιζόταν με πλούσιες τοιχογραφίες και ήταν στρωμένο με αλαβάστρινες πλάκες με κόκκινους αρμούς όπως και της βασίλισσας. Το βορειοανατολικό τμήμα του ανακτόρου αποτελεί ανεξάρτητο κομμάτι της Παλαιοανακτορικής εποχής και συνδέεται οργανικά με το ανάκτορο. Σε ένα από τα δωμάτια του βρέθηκε ο περίφημος δίσκος της Φαιστού, με ιερογλυφική γραφή τυπωμένη σπειροειδώς και στις δυο πλευρές του.

Οι έρευνες στο ανάκτορο άρχισαν το 1884 από τους Iταλούς Fred. Halbherr και Ant. Taramelli. Mετά την ανακήρυξη της Kρητικής Πολιτείας το 1898, ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν από τους Halbherr και L. Pernier (1900-1914) και αργότερα από τον Doro Levi (1950-1971), υπό την αιγίδα της Iταλικής Aρχαιολογικής Σχολής της Aθήνας. Παράλληλα με τις ανασκαφές έγιναν και μικρής κλίμακας αναστηλώσεις και στερεωτικές εργασίες. Ορισμένοι χώροι προστατεύθηκαν με πλάκα μπετόν ή πλαστικό κάλυμμα.