ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ κοκτέιλ είναι το Porn Star Martini! Το αγαπάω γιατί, ενώ δεν έχει Μαρτίνι, σ’ το σερβίρουν στο ποτήρι του, το οποίο σε κάνει να νιώθεις λίγο Bond. To κακό είναι ότι δεν μπορείς να πεις στον μπάρμαν «shaken, not stirred».
Είναι το μοναδικό πράγμα που με κάνει να ξεχνάω με ευκολία αυτά τα καταθλιπτικά χειμωνιάτικα απογεύματα της Κυριακής, τα οποία είναι βασανιστικά και οδυνηρά, μου θυμίζουν αυτό το τραγούδι που λέει: «Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο / Οι πικραμένες καρδιές το ξέρουνε μόνο». Ξεκινάει με εκδρομή ή βόλτα κάπου σε ένα εστιατόριο και μετά, μόλις πέσει το σκοτάδι, εφιάλτης. Όταν ήσουν μικρός έκανες ότι διάβαζες τα απογεύματα, ενώ ήθελες να δεις «Αθλητική Κυριακή» και τώρα που μεγάλωσες σκέφτεσαι τι θα αντιμετωπίσεις τη Δευτέρα και σε πιάνει πανικός!
Τέτοια εναλλαγή συναισθημάτων μού έχει προκαλέσει μια ισπανική ταινία, η «Οργή ενός υπομονετικού ανθρώπου»: εκεί που νομίζεις ότι βλέπεις ένα ρομάντζο, ξαφνικά γίνεται ταινία εκδίκησης.
Πόσο θα ήθελα έναν λαχανοντολμά, το απόλυτο comfort food. Στην Πόλη τούς φτιάχνουν και με κουκουνάρια και σταφίδες, ενώ στην πολίτικη κουζίνα αναφέρονται και ως γιαπράκια και πολλές φορές γίνονταν και με χοιρινό κιμά. Πια, τους βρίσκεις σε άπειρες εκδοχές.
Πρέπει να δημιουργηθεί μια λέσχη, να καθόμαστε να πίνουμε και να βλέπουμε ταινίες τις Κυριακές τα απογεύματα, και μετά να πηγαίνουμε όλοι μαζί σαν εκδρομή τον καθένα στο σπίτι του, για να μην αισθανθεί τη μοναξιά της Κυριακής στη διαδρομή! Ουσιαστικά, μόνο ο τελευταίος θα επιστρέφει μόνος του!
Όταν μεγαλώνεις, έρχεσαι αντιμέτωπος με αυτούς τους δύσκολους αποχαιρετισμούς ανθρώπων, μυρωδιών, γεύσεων και παραμυθιών. Δεν ξέρω αν οι μεζέδες της γιαγιάς μου ήταν γκουρμεδιές, ξέρω όμως πως όταν με έβγαζε ο δρόμος προς το σπίτι της αγαλλίαζε η ψυχή μου με αυτή την τραγανή σπανακόπιτά της (που όμοιά της δεν έχω ξαναβρεί, κι έχω κάνει χιλιάδες δοκιμές), τα ροκ κεφτεδάκια της και τις μισοκαμένες πατάτες της που κατά έναν περίεργο τρόπο ήταν μοναδικές και γευστικότατες. Τι χαρά είχε που έτρωγα για δέκα νοματαίους και εγκατέλειπα το τραπέζι σε λιπόθυμη κατάσταση, έτοιμος να παραδοθώ στη νοσοκομειακή φροντίδα!
Μετά ξεκίναγαν οι ίδιες ιστορίες, πάντα με διαφορετικό τρόπο, με τον μύθο διανθισμένο με καινούργια κάθε φορά στοιχεία, ανάλογα με τη διάθεσή της. Άλλες φορές γίνονταν πικρές και άλλες φορές τόσο γλυκιές όσο το αξεπέραστο κέικ καρύδας της.
Όσες φορές κι αν πήγαινα, ακόμα κι αν ήταν κουρασμένη, ποτέ δεν αρνούνταν την αποστολή της να σε γεμίζει με τόνους φαγητό, μύθους και αγάπη. Ποτέ δεν σου έλεγε όχι, ποτέ δεν έφερνε αντιρρήσεις. Πάντα με έβλεπε όμορφο, ακόμα κι όταν έφτανα στο xxxlarge, και πάντα με αποκαλούσε «πασά μου» – έχεις δει κανένα πασά αδύνατο; Γι’ αυτό τους πήραμε φαλάγγι πριν από 200 χρόνια, τις απολαύσεις σκέφτονταν όλη μέρα!
Αυτή ήταν η αποστολή της γιαγιάς μου σε έναν κόσμο με «όχι» και «μη»: πραγματοποιώντας την υπέρβαση τον έκανε μαγικό και έψαχνε πάντα αφορμή να σου δώσει αγάπη μέσα από το φαγητό και τις ιστορίες. Όταν γύρναγα από το σχολείο κουρασμένος, όταν γύρναγα από τη σχολή, όταν επέστρεφα με άδεια από τον στρατό, όταν ήμουν ερωτευμένος, όταν ήμουν χωρισμένος. Θα πείτε πολλοί, οι γιαγιάδες κάνουν τα παιδιά κακομαθημένα· ναι, αλλά τους δίνουν και αγάπη και τους μαθαίνουν τον σεβασμό. Να στενοχωρούσα εγώ κορίτσι; Την έβλεπα ότι άλλαζε η όψη της και πάντα μου έλεγε πως η μεγαλύτερη αμαρτία στον κόσμο είναι να πληγώνεις έναν άνθρωπο που σε αγαπάει.
Βασικά, δεν νομίζω ότι υπήρχε κάτι που να αναπνέει και να μην το πρόσεχε ή να μην το αγαπούσε, είτε ήταν λουλούδια, είτε ζώα, είτε άνθρωποι. Δεν πίστευα ότι θα έφευγε ποτέ και ήδη έχουν περάσει εννιά χρόνια. Πάντα θεωρούσα ότι οι γιαγιάδες έχουν δεσπόζουσα θέση στα παραμύθια, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος τους, ο από μηχανής Θεός, γιατί είναι αυτές που φέρνουν το happy end.
Όταν βρέχει τον χειμώνα, αυτές οι αναμνήσεις είναι σαν αλκυονίδες μέρες. Και σήμερα που θα ήθελα να πάω στο κέντρο, λόγω βροχής αυτό φαντάζει σαν επικίνδυνη αποστολή. Άρα θα βγάλω κιμά και θα φτιάξω κεφτέδες μπαμπάτσικους και θα φάμε σαν πασάδες.
Τώρα που το σκέφτομαι, γι’ αυτό η γιαγιά μου δεν με έλεγε πρίγκιπα, επειδή αυτοί είναι συνήθως αδύνατοι και δεν ήθελε να χαλάσει τον μύθο. Α, ρε γιαγιά, τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω τη γλυκιά απατεωνιά σου!
Τώρα που λέμε για κεφτεδάκια, πήγα στο Αναψυκτήριο στη Γλυφάδα. Θέλουν δουλίτσα, βέβαια, ακόμα οι γεύσεις – γιατί οι προσδοκίες είναι υψηλές όταν βλέπεις έναν σεφ του επιπέδου του Θάνου Φέσκου και έναν φούρνο να δεσπόζει στην κουζίνα. Πριν πω για το μαγαζί να τονίσω ότι η αναζήτηση των μπέργκερ τέλειωσε με αυτό που φτιάχνει ο ίδιος στο Four Hands. Είναι θαυμάσιο, δεν έχει νόημα να ψάχνεις κάτι άλλο.
Κάτι σαν το «είσαι ο τελευταίος μου σταθμός». Θα πείτε «Λειβαδίτης, Ρεμί, οι στίχοι;». Όχι, αγαπητά μου παιδιά, Χάρης Βαρθακούρης! Μην πείτε Καρβέλας και Βίσση, έχουν βγάλει κι άλλοι «τελευταίο σταθμό»! Βέβαια, αν πιάσουμε τραγούδια με σταθμούς –μάλλον τρένων–, θα ψηφίσω τον σταθμό του Μονάχου, Άκης Πάνου και Στράτος Διονυσίου.
Πήγα στο Αναψυκτήριο για τρία πιάτα: το ένα ήταν τα ανορθόδοξα μακαρόνια με κιμά, το δεύτερο η παστα φλόρα ή πασταφρόλα, που λένε στην Κέρκυρα, και το τρίτο οι λαχανοντολμάδες, που δεν τους είχε εκείνη την ημέρα. Τι ωραίο φαγητό αυτοί οι λαχανοντολμάδες. Δεν σταματάς να τους τρως: 3-4 από την κατσαρόλα, 1-2 στο πιάτο.
Η λέξη είναι τουρκικής προέλευσης και βγαίνει από το ρήμα «doldurmak», που σημαίνει «γεμίζω». Ωστόσο τα γεμιστά φύλλα με κρέας (κυρίως φύλλα συκής) είναι γνωστά από την αρχαιότητα στην Ελλάδα ως θρία. Σε νοιάζει η προέλευσή τους; Όχι, απλά το γράφω! Πόσο θα ήθελα έναν λαχανοντολμά, το απόλυτο comfort food. Στην Πόλη τούς φτιάχνουν και με κουκουνάρια και σταφίδες, ενώ στην πολίτικη κουζίνα αναφέρονται και ως γιαπράκια και πολλές φορές γίνονταν και με χοιρινό κιμά. Πια, τους βρίσκεις σε άπειρες εκδοχές.
Εγώ, όμως, λατρεύω αυτούς που είναι με μοσχαρίσιο κιμά «που σου μιλάει», έτσι έλεγε η γιαγιά. Βέβαια, είχα πάντα μια απορία: πώς σου μιλάει ο κιμάς; Και υπάρχει κι αυτή η βελούδινη κρέμα του αυγολέμονου που τους αγκαλιάζει. Έχω τέτοια λαχτάρα να τους φάω, που τους έχω δοκιμάσει και σε αποδομημένη μορφή ριζότου στη Φλώρινα – έχει γίνει και αυτό.
Οι λαχανοντολμάδες φέρνουν τις αλκυονίδες, αρκεί να τους βρεις. Πού όμως; Έχω φάει ωραίο λαχανοντολμά στο Winter Garden της «Μεγάλης Βρεταννίας», στο Zohós, στον Αορίτη και στον Σολάκη.
Πρωτοχρονιά πήγα στο Rick's. Γιατί το πιο σημαντικό είναι ένα καλό κρασί (αυτό το λέω χωρίς να το πιστεύω απόλυτα, αλλά ταιριάζει στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ας πούμε δεν θα ταίριαζε αν έλεγα «μισή γουλιά ροζέ και μετά coke με πάγο»), ένα καλό φιλέτο, αγαπημένα πρόσωπα αριστερά και δεξιά, ένας πιανίστας να παίζει Σινάτρα κι εσύ να νομίζεις ότι είσαι ο Χάμφρεϊ· να κλείνεις το μάτι στο κορίτσι σου και να της λες: «Θα έχουμε πάντα, αγάπη μου, το Παρίσι».
Χαρούμενος από τη μεγαλειώδη ατάκα που μόλις είπες, βγαίνεις έξω υπερήφανα και με περπάτημα Μπόγκαρτ, ανεξάρτητα από το αν είσαι τριάντα κιλά παραπάνω απ’ αυτόν, για να καπνίσεις το πούρο που σου έδωσε με αγάπη ο Ευάγγελος για την Πρωτοχρονιά· ψάχνεσαι και δεν το βρίσκεις πουθενά και εκεί παθαίνεις σοκ – μήπως το πέταξες, μαζί με τα σκουπίδια;
Να τονίσω ότι το να βγάζεις τα σκουπίδια είναι μια αποστολή των ανδρών που τους ακολουθεί από τη γέννησή τους, μέχρι να παραδώσουν τα σκήπτρα του βασιλείου στον διάδοχο.
Δεν χάνεις την ψυχραιμία σου, γιατί δεν πρέπει να χαλάσει η ατμόσφαιρα και, αντί για πούρο, τελικά κάνεις ένα iqos με γεύση λεμονιού τράκα από τον έφηβο που είναι έξω και καπνίζει κρυφά από τη μαμά του.
Όπως και να έχει, σπάνια ολοκληρώνεις σωστά και απόλυτα αυτό που ονειρεύτηκες, το θέμα είναι να το ολοκληρώνεις έστω και με κάποιο τρόπο, έλεγε η γιαγιά μου, κι αυτό είναι μια μικρή νίκη.