ADVERTORIAL
Αν κάτι χαρακτηρίζει την εργασία στην Ελλάδα σήμερα, είναι ότι τίποτα δεν μοιάζει πλέον απολύτως ξεκάθαρο. Το γραφείο έχει αλλάξει μορφή, τα deadlines έχουν γίνει πιο πιεστικά, οι απαιτήσεις πιο σύνθετες και, κάπου ανάμεσα σε meetings, notifications και ατελείωτες to-do lists, έχει κάνει την εμφάνισή του κι ένας νέος «συνάδελφος»: η τεχνητή νοημοσύνη.
Για κάποιους, η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα εργαλείο που διευκολύνει ουσιαστικά την καθημερινότητά τους. Για άλλους, είναι μια εξέλιξη που παρακολουθούν με επιφύλαξη. Και για πολλούς, συνιστά μια νέα πραγματικότητα που ενδέχεται να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο εργαζόμαστε.
Μέσα σε αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, η παγκόσμια έρευνα «Workforce Hopes & Fears 2025» της PwC, στην οποία συμμετείχαν σχεδόν 50.000 εργαζόμενοι από 48 χώρες - μεταξύ αυτών και 838 εργαζόμενοι από την Ελλάδα - επιχειρεί να απαντήσει σε ένα απλό αλλά κρίσιμο ερώτημα: πώς νιώθουν πραγματικά οι άνθρωποι για την εργασία τους σήμερα και τι περιμένουν από το αύριο;
Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι η ελληνική αγορά εργασίας βρίσκεται σε μια έντονα μεταβατική φάση, στην οποία συνυπάρχουν η αισιοδοξία και η αβεβαιότητα, οι ευκαιρίες και οι εμφανείς ανισότητες, με τέσσερις διαφορετικές γενιές να προσπαθούν να βρουν τη θέση τους σε μια πραγματικότητα που αλλάζει ταχύτερα από ποτέ.
Εργαλεία GenAI: Η υιοθέτηση ξεκινά αλλά δεν έχει γίνει ακόμη καθημερινότητα
Παρότι η τεχνητή νοημοσύνη κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση, από το linkedin έως τα οικογενειακά τραπέζια, η καθημερινή της χρήση στην ελληνική αγορά εργασίας παραμένει ακόμη σχετικά περιορισμένη.
Σύμφωνα με την έρευνα, μόλις το 10% των εργαζομένων χρησιμοποιεί εργαλεία genai σε καθημερινή βάση, ποσοστό ελαφρώς χαμηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο του 14%. Παράλληλα, περίπου το 43% δηλώνει ότι έχει χρησιμοποιήσει τεχνητή νοημοσύνη στη δουλειά του τουλάχιστον μία φορά μέσα στους τελευταίους 12 μήνες.
Ωστόσο, για όσους την έχουν ήδη ενσωματώσει στην επαγγελματική τους καθημερινότητα, τα οφέλη που αναφέρθηκαν είναι σαφή: το 88% των καθημερινών χρηστών αναφέρει αύξηση της παραγωγικότητας, το 81% μεγαλύτερη δημιουργικότητα, ενώ το 84% πιστεύει ότι έχει βελτιωθεί η ποιότητα της δουλειάς του. Με άλλα λόγια, η τεχνολογία μπορεί να μην έχει ακόμη υιοθετηθεί μαζικά, όμως όσοι τη χρησιμοποιούν ήδη διαπιστώνουν ξεκάθαρα την αξία της.
Τεχνολογική αλλαγή: Ευκαιρία ή απειλή;
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν εξετάσουμε τα συναισθήματα απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη, αν και αυτό που προκύπτει είναι ότι πολλοί δεν έχουν ακόμη σαφή εικόνα για το πώς ακριβώς θα τους επηρεάσει.
Στην Ελλάδα, οι εργαζόμενοι είναι περίπου 1,5 φορά πιο πιθανό να δηλώνουν θετικά παρά αρνητικά συναισθήματα για τον αντίκτυπο της ΤΝ στη δουλειά τους, στοιχείο που δείχνει ότι η τεχνητή νοημοσύνη αντιμετωπίζεται περισσότερο ως ευκαιρία παρά ως απειλή.
Την ίδια στιγμή, όμως, η τεχνολογική αλλαγή θεωρείται ένας από τους βασικούς παράγοντες που θα επηρεάσουν την εργασία τα επόμενα χρόνια. Το 45% των εργαζομένων πιστεύει ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις θα επηρεάσουν τη δουλειά του σε μεγάλο βαθμό, ποσοστό αντίστοιχο με άλλους σημαντικούς παράγοντες, όπως οι αλλαγές στο ρυθμιστικό πλαίσιο (47%) και οι μεταβαλλόμενες απαιτήσεις των πελατών (43%).
Ποιος ελέγχει, τελικά, το μέλλον της εργασίας;
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της έρευνας είναι ότι η αίσθηση ελέγχου απέναντι στις τεχνολογικές αλλαγές δεν είναι ίδια για όλους. Για παράδειγμα, σχεδόν οι μισοί managers στην Ελλάδα (45%) θεωρούν πιθανό η τεχνητή νοημοσύνη να μειώσει μέσα στα επόμενα τρία χρόνια χρόνια τις entry-level θέσεις εργασίας, ποσοστό υψηλότερο από το αντίστοιχο παγκόσμιο (38%).
Οι νεότεροι εργαζόμενοι, ωστόσο, που βρίσκονται ήδη σε entry-level θέσεις, αντιμετωπίζουν την κατάσταση διαφορετικά και συχνά εμφανίζονται πιο αισιόδοξοι, εκτιμώντας ότι η τεχνολογία μπορεί να ενισχύσει την εργασιακή τους ασφάλεια ή ακόμη και τις αποδοχές τους. Η διαφορετική αυτή οπτική δείχνει πόσο διαφορετικά μπορεί να ερμηνεύεται η ίδια αλλαγή, ανάλογα με τη θέση που κατέχει κάποιος μέσα στον οργανισμό.
Η καθημερινότητα στη δουλειά: μεταξύ έμπνευσης και κόπωσης
Πέρα από την τεχνολογία, η έρευνα αποτυπώνει και κάτι βαθύτερα ανθρώπινο: το πώς νιώθουν πραγματικά οι εργαζόμενοι στην καθημερινότητά τους. Και εδώ η εικόνα είναι, όπως ίσως θα περίμενε κανείς, μεικτή.
Συναισθήματα όπως η ικανοποίηση, η έμπνευση και ο ενθουσιασμός εμφανίζονται τακτικά - για παράδειγμα, το 63% δηλώνει ότι νιώθει ικανοποίηση από τη δουλειά του τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Την ίδια στιγμή, όμως, η κόπωση και η πίεση παραμένουν εξίσου παρούσες, με το 51% να δηλώνει ότι αισθάνεται υπερφορτωμένο.
Παρατηρούνται επίσης μικρές αλλά σταθερές διαφοροποιήσεις ανά φύλο: οι άνδρες δηλώνουν λίγο συχνότερα ότι αισθάνονται έμπνευση ή ενθουσιασμό, ενώ οι γυναίκες εμφανίζουν ελαφρώς υψηλότερα επίπεδα κόπωσης και πίεσης, με διαφορές που φτάνουν περίπου το 5%.
Εμπιστοσύνη: Πιο κοντά στον manager παρά στην ανώτατη διοίκηση
Ένα από τα πιο σαφή μοτίβα που προκύπτουν από τα δεδομένα αφορά την εμπιστοσύνη. Στην Ελλάδα, οι εργαζόμενοι εμπιστεύονται σημαντικά περισσότερο τον άμεσο προϊστάμενό τους από ό,τι την ανώτατη διοίκηση.
Συγκεκριμένα, το 51% δηλώνει ότι εμπιστεύεται τον άμεσο manager του, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για την ανώτατη διοίκηση περιορίζεται στο 41%. Παρόμοια διαφορά εμφανίζεται και στην αντίληψη για την αξιοπιστία των δεσμεύσεων: το 50% θεωρεί ότι ο άμεσος προϊστάμενος τηρεί όσα υπόσχεται, έναντι 38% για την ανώτατη διοίκηση.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η μεσαία διοίκηση διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της καθημερινής εργασιακής εμπειρίας.
Upskilling: Άνιση πρόσβαση σε έναν κόσμο που αλλάζει
Σε έναν κόσμο που αλλάζει τόσο γρήγορα, η ανάπτυξη δεξιοτήτων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα προσαρμογής. Και εδώ, όμως, η εικόνα παραμένει σύνθετη.
Σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι στην Ελλάδα (49%) δηλώνουν ότι απέκτησαν νέες, χρήσιμες για την εργασία τους δεξιότητες μέσα στον τελευταίο χρόνο. Την ίδια στιγμή, μόλις το 48% θεωρεί ότι έχει επαρκή πρόσβαση σε ευκαιρίες learning & development που χρειάζεται στη δουλειά του, ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο του 59%.
Το χάσμα γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν εξετάσει κανείς τα διαφορετικά επίπεδα ιεραρχίας: το 57% των managers δηλώνει ότι έχει πρόσβαση σε ευκαιρίες ανάπτυξης δεξιοτήτων, ενώ το ποσοστό για τους μη διοικητικούς εργαζόμενους πέφτει στο 45%. Με άλλα λόγια, η ανάγκη για upskilling αναγνωρίζεται αλλά δεν ικανοποιείται με τον ίδιο τρόπο για όλους.
Ψυχολογική ασφάλεια: Ποιοι μιλούν και ποιοι σιωπούν
Η ψυχολογική ασφάλεια, δηλαδή το αν κάποιος αισθάνεται άνετα να εκφράσει ιδέες και απόψεις, να ζητήσει βοήθεια ή να δοκιμάσει κάτι νέο χωρίς φόβο, είναι ένας ακόμη δείκτης που αποκαλύπτει σημαντικές διαφορές.
Οι managers δηλώνουν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα άνεσης στο να μιλούν ανοιχτά μέσα στον οργανισμό τους. Οι μη διοικητικοί εργαζόμενοι, αντίθετα, εμφανίζουν συστηματικά χαμηλότερα επίπεδα, κάτι που επηρεάζει άμεσα την καινοτομία, τη συμμετοχή και, τελικά, την αίσθηση ότι κάποιος ανήκει πραγματικά στον οργανισμό όπου εργάζεται.
Πόσο νόημα έχει η δουλειά μας;
Ίσως το πιο ανθρώπινο ερώτημα που θέτει η έρευνα είναι το εξής: βρίσκουμε πραγματικά νόημα σε αυτό που κάνουμε; Στην Ελλάδα, μόλις το 46% των εργαζομένων δηλώνει ότι έχει βρει μια ουσιαστική επαγγελματική πορεία, ποσοστό 10% χαμηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο (56%).
Οι διαφορές μεταξύ ρόλων είναι επίσης έντονες. Το 56% των εργαζομένων που βρίσκεται σε διοικητικές θέσεις δηλώνει ότι βρίσκει νόημα στη δουλειά του, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τους μη διοικητικούς εργαζόμενους περιορίζεται στο 42%.
Λιγότερες προαγωγές, μικρότερη κινητικότητα
Η ελληνική αγορά εργασίας φαίνεται επίσης λιγότερο κινητική σε σχέση με τον παγκόσμιο μέσο όρο. Μέσα στους τελευταίους 12 μήνες, το 38% των εργαζομένων έλαβε αύξηση αποδοχών, έναντι 43% παγκοσμίως, ενώ μόλις το 9% πήρε προαγωγή, όταν το αντίστοιχο ποσοστό διεθνώς ανέρχεται στο 17%.
Αντίστοιχα, μόνο το 11% δηλώνει ότι υπέβαλε αίτηση για νέα δουλειά, ποσοστό χαμηλότερο από το 15% που καταγράφεται παγκοσμίως. Την ίδια στιγμή, το 10% αναφέρει ότι άλλαξε εργοδότη τον τελευταίο χρόνο, σε σύγκριση με το 9% παγκοσμίως. Τα στοιχεία αυτά συνθέτουν την εικόνα μιας αγοράς που χαρακτηρίζεται από περιορισμένες ευκαιρίες και συγκριτικά χαμηλή κινητικότητα.
Όταν η οικονομική πίεση επηρεάζει τη σχέση με τη δουλειά
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο που προκύπτει από την έρευνα είναι η επίδραση της οικονομικής πίεσης. Μεταξύ όσων δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές οικονομικές υποχρεώσεις, μόνο το 46% δηλώνει ότι εμπιστεύεται τον άμεσο προϊστάμενό του, ενώ το ποσοστό ανεβαίνει στο 60% μεταξύ όσων έχουν μεγαλύτερη οικονομική άνεση.
Αντίστοιχα, μόλις το 50% των οικονομικά πιεσμένων εργαζομένων δηλώνει ότι ανυπομονεί να πάει στη δουλειά, ενώ το ποσοστό φτάνει το 63% μεταξύ όσων καλύπτουν τις υποχρεώσεις τους και έχουν οικονομικό πλεόνασμα. Με άλλα λόγια, η οικονομική ασφάλεια δεν επηρεάζει μόνο την καθημερινότητα εκτός δουλειάς αλλά και τη σχέση με τον ίδιο τον οργανισμό.
Τέσσερις γενιές, τέσσερις διαφορετικές εμπειρίες εργασίας
Ίσως τελικά το πιο ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας να μην είναι μόνο το πώς αλλάζει η δουλειά, αλλά το πόσο διαφορετικά τη βιώνουν οι άνθρωποι. Από τη Gen Z και τη Gen X, που εμφανίζονται πιο ανήσυχες και μπερδεμένες απέναντι στην ΤΝ, μέχρι τους Millennials, που είναι πιο πιθανό να επιδιώξουν αύξηση αποδοχών, αλλά και τους Baby Boomers που ανυπομονούν να πάνε στη δουλειά τους, το μόνο βέβαιο είναι πως η αγορά εργασίας στην Ελλάδα λειτουργεί σε πολλαπλές ταχύτητες - και αυτό ίσως είναι το πιο καθοριστικό στοιχείο για την επόμενη ημέρα.
PwC Insights: Έτοιμοι για τη νέα εποχή στην εργασία
Μάιρα Καρακατσάνη, Looking after Learning & Development στην PwC Ελλάδας
Πιστεύουμε βαθιά ότι οι άνθρωποι μπορούν να εξελίσσονται συνεχώς, αρκεί να έχουν τον χώρο και τις ευκαιρίες να το κάνουν. Και αυτό σήμερα είναι πιο κρίσιμο από ποτέ, καθώς, σύμφωνα και με την έρευνα, λιγότεροι από τους μισούς εργαζόμενους στην Ελλάδα νιώθουν ότι έχουν πραγματική πρόσβαση σε ευκαιρίες μάθησης και ανάπτυξης.
Για εμάς, η μάθηση δεν αφορά μόνο τις δεξιότητες. Είναι κάτι πιο συνολικό: έχει να κάνει με το πώς σκέφτεται κανείς, τι τον κινητοποιεί και πώς συμπεριφέρεται μέσα σε ένα περιβάλλον που αλλάζει διαρκώς. Γι’ αυτό και επενδύουμε συνειδητά στη δημιουργία ενός πλαισίου όπου οι άνθρωποι μπορούν να εκφραστούν, να δοκιμάσουν νέα πράγματα και να εξελιχθούν, νιώθοντας παράλληλα την απαραίτητη ψυχολογική ασφάλεια – κάτι που, όπως δείχνει και η έρευνα, δεν είναι αυτονόητο.
Η ανάπτυξη, άλλωστε, δεν είναι ίδια για όλους. Έχουμε χτίσει ένα Growth Experiences Hub, μέσα από το οποίο προσεγγίζουμε την ανάπτυξη και την εξέλιξη ως μια δυναμική, εξατομικευμένη διαδρομή. Για αρχή, στη Leadership Academy εστιάζουμε όχι μόνο στο τι μαθαίνει κανείς αλλά και στο πώς σκέφτεται, πώς παίρνει αποφάσεις και πώς εξελίσσεται ως επαγγελματίας.
Σε μια εποχή που η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο δουλεύουμε, αυτή η προσέγγιση γίνεται ακόμη πιο σημαντική. Η AI Academy της PwC δεν περιορίζεται στην τεχνική εκπαίδευση. Εστιάζει στο πώς οι άνθρωποι μπορούν να χρησιμοποιούν την τεχνολογία με κριτική σκέψη, να την εποπτεύουν και να συνεργάζονται αποτελεσματικά μαζί της.
Άλλωστε, αν κάποτε πηγαίναμε στη δουλειά για να μάθουμε πώς να κάνουμε τη δουλειά, σήμερα, με την τεχνητή νοημοσύνη, η μάθηση είναι η ίδια η δουλειά.
Κατερίνα Καμπά, Talent & Employee Experience στην PwC Ελλάδας
Στο σημερινό εργασιακό περιβάλλον, η αλλαγή δεν είναι πλέον περιστασιακή αλλά συνεχής. Η τεχνολογία εξελίσσεται, οι προσδοκίες μεταβάλλονται και οι καριέρες σπάνια ακολουθούν γραμμική πορεία. Σταθερή ωστόσο παραμένει η ανάγκη για εξέλιξη, σύνδεση και νόημα στη δουλειά. Την πραγματικότητα αυτή καταγράφει και η έρευνα «Hopes and Fears», αναδεικνύοντας τον καθοριστικό ρόλο της εμπιστοσύνης, της ψυχολογικής ασφάλειας, της συνεχούς ανάπτυξης και των διαφορετικών προσδοκιών μεταξύ των γενεών στη διαμόρφωση της εργασιακής εμπειρίας.
Η σημασία όλων αυτών για εμάς γίνεται ακόμα πιο εμφανής αν δούμε και τη δημογραφική σύνθεση του ανθρώπινου δυναμικού μας. Στην PwC Ελλάδας, σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι είναι κάτω των 30, ενώ περίπου τέσσερις στους πέντε είναι κάτω των 40. Την ίδια στιγμή, τέσσερις διαφορετικές γενιές συνυπάρχουν και συνεργάζονται καθημερινά – με διαφορετικές προσδοκίες, κίνητρα και τρόπους να βλέπουν τη δουλειά. Αναγνωρίζοντας αυτή την πολυμορφία, δεν σχεδιάζουμε «μία εμπειρία για όλους». Σχεδιάζουμε εμπειρίες που προσαρμόζονται στο στάδιο καριέρας, στις ανάγκες και στις φιλοδοξίες κάθε ανθρώπου. Για εμάς, η εξέλιξη δεν είναι γραμμική ούτε ίδια για όλους. Είναι προσωπική.
Σε αυτό το πλαίσιο, η εμπειρία που θέλουμε να δημιουργούμε είναι ένα περιβάλλον όπου οι άνθρωποι μπορούν να εξελίσσονται, να δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό καθημερινά και να δημιουργούν ουσιαστικό αντίκτυπο μέσα από τη δουλειά τους. Συμπληρωματικά, το συμπεριφορικό μας πλαίσιο λειτουργεί ως πυξίδα για το πώς συνεργαζόμαστε και αναπτυσσόμαστε, ενθαρρύνοντας την περιέργεια, την υπευθυνότητα και τη συνεργασία. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι επενδύουμε σε ένα περιβάλλον όπου ο ανοιχτός διάλογος έχει χώρο, η εμπιστοσύνη και η ψυχολογική ασφάλεια καλλιεργούνται και η ηγεσία λειτουργεί ως αξιόπιστος συνοδοιπόρος στην πορεία ανάπτυξης του κάθε ανθρώπου.
Γιατί, τελικά, σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς, η πραγματική διαφορά δεν είναι μόνο το πώς δουλεύουμε αλλά το πώς νιώθουμε μέσα σε αυτό που κάνουμε.
Φανή Μαξιλάρη, HR Business Partnering στην PwC Ελλάδας
Το μειωμένο αίσθημα εμπιστοσύνης των Ελλήνων εργαζομένων προς την ανώτατη διοίκηση, καθώς και η δυσκολία στην έκφραση και η περιορισμένη ψυχολογική ασφάλεια - ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές-, δεν αποτελούν απλώς ευρήματα της έρευνας. Αποτυπώνουν την εργασιακή πραγματικότητα στην Ελλάδα, και στην PwC τα αξιοποιούμε ως αφετηρία για να σχεδιάσουμε πιο ανθρωποκεντρικές πρωτοβουλίες.
Επενδύουμε στη συνεχή εκπαίδευση των στελεχών μας, με στόχο την ενίσχυση της εμπιστοσύνης μέσα στις ομάδες, μέσα από συμβουλευτική καθοδήγηση, προγράμματα ηγεσίας και καθημερινή υποστήριξη. Στόχος είναι οι άνθρωποί μας να αισθάνονται άνετα να εκφράζονται, να δοκιμάζουν και να εξελίσσονται.
Σε αυτό το πλαίσιο γεννήθηκε το «The Circle», τα νέα μας κεντρικά γραφεία στην Αθήνα: δύο κτίρια που σχηματίζουν έναν κύκλο χωρίς αρχή και τέλος, σύμβολο ισότητας, ανάπτυξης και έκφρασης του αισθήματος τού ανήκειν. Η προσέγγιση αυτή δεν περιορίζεται στην Αθήνα. Μέσω των γραφείων-δορυφόρων μας (hubs) σε ολόκληρη την Ελλάδα, στηρίζουμε τις τοπικές κοινωνίες και οικονομίες, αξιοποιώντας ταλαντούχους ανθρώπους από την περιφέρεια, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να εργάζονται από τον τόπο τους σε έναν μεγάλο οργανισμό.
Βρείτε εδώ την πλήρη έρευνα της PwC και δείτε αναλυτικά πώς διαμορφώνεται το μέλλον της εργασίας.